Ποιος, τελικά, προφέρει «σωστά» τα Αρχαία Ελληνικά;
Υπάρχει μια παράξενη βεβαιότητα, ακόμη και μεταξύ πολλών Ελλήνων: ότι όταν ένας ξένος διαβάζει τα Αρχαία Ελληνικά με τη λεγόμενη «ερασμική» προφορά, τα προφέρει σωστά, ενώ εμείς οι Έλληνες, χρησιμοποιώντας τη δική μας προφορά, τα προφέρουμε λάθος
Πόσο βάσιμη είναι αυτή η βεβαιότητα;
Ο Έρασμος του Ρότερνταμ (1466-1536), κορυφαίος ουμανιστής της Αναγέννησης, δημοσίευσε το 1528 έναν διάλογο για την προφορά των Ελληνικών και των Λατινικών, επιχειρώντας να ανασυνθέσει μια αρχαιότερη εκφορά τους. Η προφορά που επικράτησε αργότερα με το όνομά του επιχειρεί να αποδώσει φωνητικές διακρίσεις που χάθηκαν κατά την εξέλιξη της ελληνικής: διαφορετικούς ήχους για γράμματα και διφθόγγους που σήμερα προφέρονται όμοια, διαφορετική εκφορά αρκετών συμφώνων και, όταν μελετούμε την ποίηση, τη διάκριση μακρών και βραχέων και την αρχαία προσωδία.
Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ μία ενιαία «αρχαία ελληνική προφορά», κοινή σε όλες τις εποχές και σε όλες τις περιοχές του ελληνόφωνου κόσμου.
Ακόμη και τον 5ο αιώνα π.Χ., την ίδια χρονική περίοδο, τα Ελληνικά δεν ακούγονταν παντού το ίδιο. Η αττική, η ιωνική, η δωρική, η αιολική διάλεκτος παρουσίαζαν διαφορές στη φωνολογία, στη μορφολογία και στο λεξιλόγιο, οι οποίες αποτυπώνονταν συχνά και στη γραφή. Αργότερα ήρθε η ελληνιστική Κοινή και μαζί της νέες φωνολογικές μεταβολές. Η προφορά της ελληνικής, όπως και η ίδια η γλώσσα, εξελισσόταν διαρκώς.
Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να επιστρέψουμε δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω για να δούμε πόσο φυσιολογικά μεταβάλλεται η προφορά μιας γλώσσας. Τα αγγλικά του Shakespeare, πριν από μόλις τέσσερις αιώνες, ακούγονταν αισθητά διαφορετικά από τα σημερινά, ενώ λέξεις που σήμερα δεν ομοιοκαταληκτούν μπορούσαν τότε να σχηματίζουν κανονική ρίμα. Κανείς δεν συμπεραίνει από αυτό ότι τα σημερινά αγγλικά προφέρονται «λάθος». Η αγγλική γλώσσα απλώς εξελίχθηκε. Γιατί να αντιμετωπίζουμε διαφορετικά την ελληνική;
Επομένως, όταν λέμε ότι θέλουμε να προφέρουμε τα Ελληνικά «όπως οι αρχαίοι», γεννάται αυτομάτως το ερώτημα: ποιοι αρχαίοι, πού και πότε;
Υπάρχει και ένα δεύτερο παράδοξο. Η «ερασμική» που ακούμε σήμερα δεν είναι ενιαία. Ένας Γερμανός, ένας Γάλλος, ένας Άγγλος και ένας Ισπανός κλασικιστής μπορούν να διαβάσουν το ίδιο ελληνικό κείμενο ακολουθώντας την ερασμική παράδοση και να ακούγονται αισθητά διαφορετικά. Η μητρική γλώσσα του καθενός επηρεάζει αναπόφευκτα την εκφορά του.
Ακριβώς αυτό είχε παρατηρήσει πριν από δύο αιώνες ο Thomas Jefferson, τρίτος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και κύριος συντάκτης της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Η γνώμη του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο Jefferson είχε λάβει από παιδί συστηματική κλασική παιδεία, διάβαζε Ελληνικά και Λατινικά σε όλη του τη ζωή και θεωρούσε τη γνώση τους ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά της μόρφωσής του. Αργότερα, ως ιδρυτής του University of Virginia, έδωσε στις κλασικές γλώσσες κεντρική θέση στο εκπαιδευτικό του όραμα. Όταν βρέθηκε στο Παρίσι, αναζήτησε μορφωμένους Έλληνες για να ακούσει από τους ίδιους τη νεοελληνική προφορά. Σε επιστολή του προς τον Nathaniel F. Moore, στις 22 Σεπτεμβρίου 1819, έγραφε ότι η διαμάχη για την αρχαία ελληνική προφορά είχε απασχολήσει επί μακρόν τους λογίους και πίστευε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να λυθεί με απόλυτη βεβαιότητα.
Η σκέψη του είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η αρχαία ελληνική μεταβλήθηκε σταδιακά και εξελίχθηκε στη νεότερη, ενώ οι ίδιοι οι Έλληνες παρέλαβαν τη γλώσσα τους μέσω μιας αδιάκοπης παράδοσης. Γι’ αυτό, έγραφε, είχαν ισχυρότερη αξίωση από οποιοδήποτε ξένο έθνος ως προς τη διατήρηση στοιχείων της παλαιότερης προφοράς.
Ο Jefferson γνώριζε καλά ότι η γλώσσα μεταβάλλεται. «Η προφορά όλων των γλωσσών αλλάζει» με την πάροδο του χρόνου, σημείωνε, και εξέφραζε συγκεκριμένες επιφυλάξεις για στοιχεία της νεοελληνικής εκφοράς, κυρίως για το γεγονός ότι διαφορετικά γράμματα και δίφθογγοι είχαν καταλήξει να αποδίδουν τον ίδιο ήχο. Για την ανάγνωση της αρχαίας ποίησης επέμενε επίσης στη σημασία της ποσότητας των συλλαβών, ακριβώς επειδή χωρίς αυτήν χάνεται το μέτρο.
Η βασική του θέση για τη συνέχεια, όμως, παρέμενε. Σε μεταγενέστερες παρατηρήσεις του για τις γλώσσες έγραψε ακόμη καθαρότερα ότι, αφού η αρχαία ελληνική μεταβλήθηκε σταδιακά στη νεότερη μορφή της, η προφορά των σύγχρονων Ελλήνων αποτελεί πιθανότατα καλύτερη μαρτυρία για την αρχαία εκφορά από τους ήχους που αποδίδει στα ελληνικά γράμματα οποιοδήποτε άλλο έθνος.
Και για την ερασμική έκανε μια εξαιρετικά εύστοχη παρατήρηση: οι διάφοροι ευρωπαϊκοί λαοί δεν την πρόφεραν με τον ίδιο τρόπο, παρότι όλοι ισχυρίζονταν ότι ακολουθούσαν το ίδιο σύστημα. Οι φωνητικές συνήθειες κάθε γλώσσας περνούσαν αναπόφευκτα στην εκφορά των Ελληνικών.
Ο Έρασμος του Ρότερνταμ (1466-1536), κορυφαίος ουμανιστής της Αναγέννησης, δημοσίευσε το 1528 έναν διάλογο για την προφορά των Ελληνικών και των Λατινικών, επιχειρώντας να ανασυνθέσει μια αρχαιότερη εκφορά τους. Η προφορά που επικράτησε αργότερα με το όνομά του επιχειρεί να αποδώσει φωνητικές διακρίσεις που χάθηκαν κατά την εξέλιξη της ελληνικής: διαφορετικούς ήχους για γράμματα και διφθόγγους που σήμερα προφέρονται όμοια, διαφορετική εκφορά αρκετών συμφώνων και, όταν μελετούμε την ποίηση, τη διάκριση μακρών και βραχέων και την αρχαία προσωδία.
Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ μία ενιαία «αρχαία ελληνική προφορά», κοινή σε όλες τις εποχές και σε όλες τις περιοχές του ελληνόφωνου κόσμου.
Ακόμη και τον 5ο αιώνα π.Χ., την ίδια χρονική περίοδο, τα Ελληνικά δεν ακούγονταν παντού το ίδιο. Η αττική, η ιωνική, η δωρική, η αιολική διάλεκτος παρουσίαζαν διαφορές στη φωνολογία, στη μορφολογία και στο λεξιλόγιο, οι οποίες αποτυπώνονταν συχνά και στη γραφή. Αργότερα ήρθε η ελληνιστική Κοινή και μαζί της νέες φωνολογικές μεταβολές. Η προφορά της ελληνικής, όπως και η ίδια η γλώσσα, εξελισσόταν διαρκώς.
Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να επιστρέψουμε δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω για να δούμε πόσο φυσιολογικά μεταβάλλεται η προφορά μιας γλώσσας. Τα αγγλικά του Shakespeare, πριν από μόλις τέσσερις αιώνες, ακούγονταν αισθητά διαφορετικά από τα σημερινά, ενώ λέξεις που σήμερα δεν ομοιοκαταληκτούν μπορούσαν τότε να σχηματίζουν κανονική ρίμα. Κανείς δεν συμπεραίνει από αυτό ότι τα σημερινά αγγλικά προφέρονται «λάθος». Η αγγλική γλώσσα απλώς εξελίχθηκε. Γιατί να αντιμετωπίζουμε διαφορετικά την ελληνική;
Επομένως, όταν λέμε ότι θέλουμε να προφέρουμε τα Ελληνικά «όπως οι αρχαίοι», γεννάται αυτομάτως το ερώτημα: ποιοι αρχαίοι, πού και πότε;
Υπάρχει και ένα δεύτερο παράδοξο. Η «ερασμική» που ακούμε σήμερα δεν είναι ενιαία. Ένας Γερμανός, ένας Γάλλος, ένας Άγγλος και ένας Ισπανός κλασικιστής μπορούν να διαβάσουν το ίδιο ελληνικό κείμενο ακολουθώντας την ερασμική παράδοση και να ακούγονται αισθητά διαφορετικά. Η μητρική γλώσσα του καθενός επηρεάζει αναπόφευκτα την εκφορά του.
Ακριβώς αυτό είχε παρατηρήσει πριν από δύο αιώνες ο Thomas Jefferson, τρίτος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και κύριος συντάκτης της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Η γνώμη του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο Jefferson είχε λάβει από παιδί συστηματική κλασική παιδεία, διάβαζε Ελληνικά και Λατινικά σε όλη του τη ζωή και θεωρούσε τη γνώση τους ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά της μόρφωσής του. Αργότερα, ως ιδρυτής του University of Virginia, έδωσε στις κλασικές γλώσσες κεντρική θέση στο εκπαιδευτικό του όραμα. Όταν βρέθηκε στο Παρίσι, αναζήτησε μορφωμένους Έλληνες για να ακούσει από τους ίδιους τη νεοελληνική προφορά. Σε επιστολή του προς τον Nathaniel F. Moore, στις 22 Σεπτεμβρίου 1819, έγραφε ότι η διαμάχη για την αρχαία ελληνική προφορά είχε απασχολήσει επί μακρόν τους λογίους και πίστευε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να λυθεί με απόλυτη βεβαιότητα.
Η σκέψη του είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η αρχαία ελληνική μεταβλήθηκε σταδιακά και εξελίχθηκε στη νεότερη, ενώ οι ίδιοι οι Έλληνες παρέλαβαν τη γλώσσα τους μέσω μιας αδιάκοπης παράδοσης. Γι’ αυτό, έγραφε, είχαν ισχυρότερη αξίωση από οποιοδήποτε ξένο έθνος ως προς τη διατήρηση στοιχείων της παλαιότερης προφοράς.
Ο Jefferson γνώριζε καλά ότι η γλώσσα μεταβάλλεται. «Η προφορά όλων των γλωσσών αλλάζει» με την πάροδο του χρόνου, σημείωνε, και εξέφραζε συγκεκριμένες επιφυλάξεις για στοιχεία της νεοελληνικής εκφοράς, κυρίως για το γεγονός ότι διαφορετικά γράμματα και δίφθογγοι είχαν καταλήξει να αποδίδουν τον ίδιο ήχο. Για την ανάγνωση της αρχαίας ποίησης επέμενε επίσης στη σημασία της ποσότητας των συλλαβών, ακριβώς επειδή χωρίς αυτήν χάνεται το μέτρο.
Η βασική του θέση για τη συνέχεια, όμως, παρέμενε. Σε μεταγενέστερες παρατηρήσεις του για τις γλώσσες έγραψε ακόμη καθαρότερα ότι, αφού η αρχαία ελληνική μεταβλήθηκε σταδιακά στη νεότερη μορφή της, η προφορά των σύγχρονων Ελλήνων αποτελεί πιθανότατα καλύτερη μαρτυρία για την αρχαία εκφορά από τους ήχους που αποδίδει στα ελληνικά γράμματα οποιοδήποτε άλλο έθνος.
Και για την ερασμική έκανε μια εξαιρετικά εύστοχη παρατήρηση: οι διάφοροι ευρωπαϊκοί λαοί δεν την πρόφεραν με τον ίδιο τρόπο, παρότι όλοι ισχυρίζονταν ότι ακολουθούσαν το ίδιο σύστημα. Οι φωνητικές συνήθειες κάθε γλώσσας περνούσαν αναπόφευκτα στην εκφορά των Ελληνικών.
Δύο αιώνες αργότερα, ο Anthony Kaldellis, καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Chicago και ένας από τους σημαντικότερους διεθνώς μελετητές του Βυζαντίου, επανέρχεται στο ζήτημα από μια διαφορετική σκοπιά. Στο πρόσφατο βιβλίο του Phantom Byzantium εξετάζει, μεταξύ άλλων, τον λόγιο του 16ου αιώνα Adolphus Mekerchus και την αντίληψη ότι η ελληνική προφορά είχε «διαφθαρεί» από βαρβαρικές επιδράσεις. Για τον Kaldellis, η ιστορία της ερασμικής προφοράς συνδέεται και με τον τρόπο με τον οποίο η δυτική λόγια παράδοση απομάκρυνε συμβολικά την κλασική ελληνική γλώσσα από τους Βυζαντινούς και τους νεότερους Έλληνες που συνέχιζαν να τη χρησιμοποιούν.
Ο Kaldellis επισημαίνει επίσης ότι πολλά χαρακτηριστικά της μεταγενέστερης ελληνικής προφοράς είχαν ήδη εμφανιστεί κατά την ελληνιστική περίοδο. Η αλλαγή της προφοράς αποτελεί μέρος της ιστορίας της ίδιας της γλώσσας και της φυσικής της εξέλιξης.
Το ίδιο ζήτημα απασχόλησε έντονα και την ελληνική λογιοσύνη. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, μία από τις σημαντικότερες λόγιες μορφές του 19ου αιώνα, αφιέρωσε ολόκληρο έργο στο θέμα, το Περί της γνησίας προφοράς της Ελληνικής γλώσσης (1830), υπερασπιζόμενος την ιστορική ελληνική παράδοση της ανάγνωσης απέναντι στην ερασμική εκφορά. Το εκτενές έργο του θυμίζει ότι η διαμάχη για την προφορά δεν αποτελεί μια σημερινή ελληνική αντίδραση προς την ξένη φιλολογία, αλλά μια παλαιά επιστημονική συζήτηση στην οποία συμμετείχαν ενεργά και οι Έλληνες λόγιοι.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση της συζήτησης. Δεν χρειάζεται να υποστηρίξει κανείς ότι ένας σημερινός Έλληνας προφέρει ακριβώς όπως ο Περικλής. Η σημερινή ελληνική προφορά είναι αποτέλεσμα μιας μακραίωνης, φυσικής εξέλιξης. Η γλώσσα πέρασε από γενιά σε γενιά, άλλαξε και μαζί της άλλαξαν οι ήχοι της.
Η ιστορική ανακατασκευή έχει ασφαλώς μεγάλη επιστημονική αξία. Όποιος μελετά αρχαία ποίηση οφείλει να γνωρίζει την ποσότητα των συλλαβών, τα μακρά και τα βραχέα, το μέτρο και την προσωδία. Διαφορετικά δεν μπορεί να αντιληφθεί πλήρως τον ομηρικό εξάμετρο ή ένα χορικό της τραγωδίας.
Στην καθημερινή διδασκαλία, όμως, η προφορική εξάσκηση υπηρετεί και έναν πολύ πρακτικό σκοπό. Η ενεργός χρήση των Ελληνικών και των Λατινικών έχει μακρά ιστορία στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση ήδη από την Αναγέννηση. Στη βιωματική προσέγγιση ο μαθητής ακούει μια λέξη, την προφέρει, τη χρησιμοποιεί και αργότερα την αναγνωρίζει μέσα στο κείμενο. Ένα σταθερό και συνεπές σύστημα προφοράς μέσα στην τάξη δημιουργεί ακουστική μνήμη και οικειότητα με τη γλώσσα.
Η συζήτηση περί «ορθής» προφοράς μπορεί, λοιπόν, να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Ποια εποχή ανακατασκευάζουμε; Ποια διάλεκτο; Ποια περιοχή; Και ποια από τις διαφορετικές εθνικές εκδοχές της ερασμικής θα θεωρήσουμε πλησιέστερη προς μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα;
Η ιστορική φωνολογία μπορεί να μας δώσει πολύτιμες απαντήσεις για την εξέλιξη των ήχων της ελληνικής και να επιτρέψει αρκετά ασφαλείς ανασυνθέσεις για συγκεκριμένες εποχές και διαλέκτους. Δεν μπορεί όμως να μας δώσει μία και μοναδική προφορά που να είναι «σωστή» για ολόκληρη την Αρχαία Ελληνική.
Και κυρίως, ας πάψουμε να θεωρούμε περίπου αυτονόητο ότι η ζωντανή ελληνική παράδοση δύο χιλιάδων ετών είναι «λάθος», ενώ μια σειρά διαφορετικών δυτικών ακαδημαϊκών συμβάσεων είναι συλλήβδην «σωστή».
Η ιστορία της ίδιας της ελληνικής γλώσσας είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από αυτό.
Η Ευγενία Μανωλίδου είναι διευθύντρια της σχολής Αρχαίων Ελληνικών «Ελληνική Αγωγή».
Ο Kaldellis επισημαίνει επίσης ότι πολλά χαρακτηριστικά της μεταγενέστερης ελληνικής προφοράς είχαν ήδη εμφανιστεί κατά την ελληνιστική περίοδο. Η αλλαγή της προφοράς αποτελεί μέρος της ιστορίας της ίδιας της γλώσσας και της φυσικής της εξέλιξης.
Το ίδιο ζήτημα απασχόλησε έντονα και την ελληνική λογιοσύνη. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, μία από τις σημαντικότερες λόγιες μορφές του 19ου αιώνα, αφιέρωσε ολόκληρο έργο στο θέμα, το Περί της γνησίας προφοράς της Ελληνικής γλώσσης (1830), υπερασπιζόμενος την ιστορική ελληνική παράδοση της ανάγνωσης απέναντι στην ερασμική εκφορά. Το εκτενές έργο του θυμίζει ότι η διαμάχη για την προφορά δεν αποτελεί μια σημερινή ελληνική αντίδραση προς την ξένη φιλολογία, αλλά μια παλαιά επιστημονική συζήτηση στην οποία συμμετείχαν ενεργά και οι Έλληνες λόγιοι.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση της συζήτησης. Δεν χρειάζεται να υποστηρίξει κανείς ότι ένας σημερινός Έλληνας προφέρει ακριβώς όπως ο Περικλής. Η σημερινή ελληνική προφορά είναι αποτέλεσμα μιας μακραίωνης, φυσικής εξέλιξης. Η γλώσσα πέρασε από γενιά σε γενιά, άλλαξε και μαζί της άλλαξαν οι ήχοι της.
Η ιστορική ανακατασκευή έχει ασφαλώς μεγάλη επιστημονική αξία. Όποιος μελετά αρχαία ποίηση οφείλει να γνωρίζει την ποσότητα των συλλαβών, τα μακρά και τα βραχέα, το μέτρο και την προσωδία. Διαφορετικά δεν μπορεί να αντιληφθεί πλήρως τον ομηρικό εξάμετρο ή ένα χορικό της τραγωδίας.
Στην καθημερινή διδασκαλία, όμως, η προφορική εξάσκηση υπηρετεί και έναν πολύ πρακτικό σκοπό. Η ενεργός χρήση των Ελληνικών και των Λατινικών έχει μακρά ιστορία στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση ήδη από την Αναγέννηση. Στη βιωματική προσέγγιση ο μαθητής ακούει μια λέξη, την προφέρει, τη χρησιμοποιεί και αργότερα την αναγνωρίζει μέσα στο κείμενο. Ένα σταθερό και συνεπές σύστημα προφοράς μέσα στην τάξη δημιουργεί ακουστική μνήμη και οικειότητα με τη γλώσσα.
Η συζήτηση περί «ορθής» προφοράς μπορεί, λοιπόν, να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Ποια εποχή ανακατασκευάζουμε; Ποια διάλεκτο; Ποια περιοχή; Και ποια από τις διαφορετικές εθνικές εκδοχές της ερασμικής θα θεωρήσουμε πλησιέστερη προς μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα;
Η ιστορική φωνολογία μπορεί να μας δώσει πολύτιμες απαντήσεις για την εξέλιξη των ήχων της ελληνικής και να επιτρέψει αρκετά ασφαλείς ανασυνθέσεις για συγκεκριμένες εποχές και διαλέκτους. Δεν μπορεί όμως να μας δώσει μία και μοναδική προφορά που να είναι «σωστή» για ολόκληρη την Αρχαία Ελληνική.
Και κυρίως, ας πάψουμε να θεωρούμε περίπου αυτονόητο ότι η ζωντανή ελληνική παράδοση δύο χιλιάδων ετών είναι «λάθος», ενώ μια σειρά διαφορετικών δυτικών ακαδημαϊκών συμβάσεων είναι συλλήβδην «σωστή».
Η ιστορία της ίδιας της ελληνικής γλώσσας είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από αυτό.
Η Ευγενία Μανωλίδου είναι διευθύντρια της σχολής Αρχαίων Ελληνικών «Ελληνική Αγωγή».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα