Η εικόνα των μαχητών των
Χούθι πάνω σε αγροτικά οχήματα, με Καλάσνικοφ στα χέρια και όπλα στραμμένα στον ουρανό της
Υεμένης, απέχει πλέον πολύ από την πραγματική στρατιωτική ισχύ της οργάνωσης. Μέσα σε μία δεκαετία, το κίνημα που
κατέλαβε τη Σαναά το 2014 έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον επικίνδυνους μη κρατικούς στρατιωτικούς μηχανισμούς της Μέσης Ανατολής. Διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς να πλήξουν στόχους σε απόσταση μεγαλύτερη των
1.600 χιλιομέτρων, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και
θαλάσσια drones, ενώ πλέον υπάρχουν ενδείξεις ότι επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ακόμη και εργαλεία
τεχνητής νοημοσύνης για τον σχεδιασμό νέων οπλικών συστημάτων.
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει σταδιακά και τη σχέση των Χούθι με την
Τεχεράνη. Το
Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό στρατηγικό, τεχνολογικό και στρατιωτικό τους υποστηρικτή, ιδιαίτερα στα πλέον σύνθετα εξαρτήματα πυραύλων και drones. Ωστόσο, οι Χούθι δεν είναι πλέον απλώς ένας παραλήπτης ιρανικών όπλων. Έχουν αναπτύξει δυνατότητες συναρμολόγησης και παραγωγής στο έδαφος της
Υεμένης, έχουν δημιουργήσει εναλλακτικές αλυσίδες προμήθειας από τη διεθνή μαύρη αγορά και, σύμφωνα με ειδικούς, μπορούν ήδη να κατασκευάζουν σημαντικό μέρος των συστημάτων που χρησιμοποιούν.
Η χρονική συγκυρία αποκτά πρόσθετη σημασία. Για μήνες οι Χούθι είχαν παραμείνει στο περιθώριο της φετινής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή. Τον Ιούλιο όμως ανακοίνωσαν θαλάσσιο αποκλεισμό της
Σαουδικής Αραβίας και έκτοτε οι δυνάμεις τους κινήθηκαν προς τον νότο, καταλαμβάνοντας την ιστορική Μόκα και νησιά κοντά στα στενά
Μπαμπ αλ Μαντέμπ. Ο έλεγχος αυτών των σημείων ενισχύει τη δυνατότητά τους να απειλούν μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες στον κόσμο, εκεί όπου η Ερυθρά Θάλασσα συναντά τον
Κόλπο του Άντεν και από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου.
Ο Τίμοθι Λέντερκινγκ, πρώην ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για την Υεμένη, περιέγραψε πριν από λίγες ημέρες τους Χούθι ως «τον πιο φονικό μη κρατικό παράγοντα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή», επισημαίνοντας ότι χρησιμοποιούν κάθε περίοδο σχετικής ηρεμίας για να δοκιμάζουν, να προσαρμόζουν και να αυξάνουν τις δυνατότητές τους.
Από εργαστήριο πολέμου, εργοστάσιο όπλων
Η μετάλλαξη της στρατιωτικής ισχύος των Χούθι δεν έγινε από τη μία ημέρα στην άλλη. Οι πρώτες δοκιμές μη επανδρωμένων
θαλάσσιων drones είχαν ξεκινήσει σχεδόν μία δεκαετία πριν, με τη συνδρομή Ιρανών συμβούλων. Το 2017, οι Χούθι χρησιμοποίησαν τηλεκατευθυνόμενο σκάφος γεμάτο εκρηκτικά εναντίον σαουδαραβικής φρεγάτας, σκοτώνοντας δύο ανθρώπους. Ήταν μία από τις πρώτες ενδείξεις ότι η οργάνωση επιχειρούσε να μετατρέψει τεχνολογίες σχετικά χαμηλού κόστους σε όπλα ικανά να προκαλέσουν δυσανάλογα μεγάλη ζημιά.
Μετά την κατάληψη της Σαναά το 2014, η
Σαουδική Αραβία ηγήθηκε στρατιωτικού συνασπισμού για τη στήριξη της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης. Η σύγκρουση που ακολούθησε μετέτρεψε τη χώρα σε πεδίο δοκιμών για τις τακτικές και τα οπλικά συστήματα του άξονα που είχε οικοδομήσει το Ιράν στην περιοχή. Η εκεχειρία του 2022 μείωσε την ένταση στο μέτωπο, αλλά δεν πάγωσε την εξέλιξη των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Χούθι. Αντίθετα, σύμφωνα με τον Πίτερ Σάλσμπερι του Πανεπιστημίου Columbia, μετά την εκεχειρία αυξήθηκαν θεαματικά τόσο οι ποσότητες υλικών που έφθαναν στην Υεμένη για την κατασκευή όπλων όσο και οι διαδρομές μέσω των οποίων μεταφέρονταν.
Το μοντέλο άλλαξε. Στο παρελθόν, η
Υεμένη λειτουργούσε κυρίως ως εργαστήριο για τις ιρανικές μεθόδους ασύμμετρου πολέμου. Σήμερα λειτουργεί ολοένα περισσότερο και ως εργοστάσιο.
Μεγάλα τμήματα πυραυλικών συστημάτων, ακόμη και σασί πυραύλων, μπορούν να κατασκευάζονται πλέον εντός των περιοχών που ελέγχουν οι Χούθι, αντί να μεταφέρονται ολόκληρα από το
Ιράν. Παρόμοια πρόοδος έχει καταγραφεί και στα drones μιας χρήσης, τα οποία έχουν γίνει βασικό εργαλείο του οπλοστασίου τους.
Η στρατηγική αυτή δεν είναι τυχαία. Η
ιρανική αμυντική βιομηχανία έχει αναπτύξει οπλικά συστήματα σχεδιασμένα ειδικά για συμμαχικές μη κρατικές οργανώσεις: εύκολα στη συναρμολόγηση, σχετικά απλά στη μεταφορά, γρήγορα στην προετοιμασία και χωρίς ιδιαίτερα σύνθετες απαιτήσεις εκτόξευσης.
Πρόκειται για όπλα που μπορούν να διακινηθούν σε τμήματα, να συναρμολογηθούν στον τελικό προορισμό τους και να λειτουργήσουν ακόμη και όταν οι κλασικές γραμμές ανεφοδιασμού βρίσκονται υπό επιτήρηση.
Οι νέοι δρόμοι του λαθρεμπορίου
Η μεγαλύτερη αυτονομία των Χούθι στηρίζεται και στη δημιουργία ενός
ανθεκτικότερου δικτύου εφοδιασμού. Με ιρανική ενθάρρυνση, η οργάνωση έχει στραφεί σε εξαρτήματα από τη διεθνή αγορά, ιδιαίτερα από την Κίνα, όπου παράγονται πολλά από τα εμπορικά ηλεκτρονικά και μηχανικά μέρη που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε
στρατιωτικά drones.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξάρτηση από το Ιράν έχει εξαφανιστεί. Οι Χούθι εξακολουθούν να χρειάζονται ιδιαίτερα σύνθετα στοιχεία – συστήματα καθοδήγησης, κινητήρες πυραύλων, πτερύγια και άλλα εξαρτήματα υψηλής ακρίβειας. Η διαφορά είναι ότι δεν χρειάζεται πλέον να μεταφερθούν ολόκληροι πύραυλοι ή
ολοκληρωμένα drones στην Υεμένη. Τα κρίσιμα εξαρτήματα είναι μικρότερα, μπορούν να κρυφτούν ευκολότερα και είναι σαφώς δυσκολότερο να εντοπιστούν.
Η μορφολογία της περιοχής λειτουργεί υπέρ τους. Ενώ το αμερικανικό ναυτικό μπορεί να επιτηρεί μεγάλα δεξαμενόπλοια και εμπορικά πλοία, μικρότερα φορτία μπορούν να μεταφέρονται με
παραδοσιακά dhow, να φθάνουν απευθείας στις ακτές που ελέγχουν οι Χούθι, να περνούν μέσω του Κέρατος της Αφρικής ή ακόμη και να αλλάζουν πλοίο ανοικτά της Σομαλίας. Ο
Σάλσμπερι έχει περιγράψει το δίκτυο αυτό σαν μία τεράστια εκδοχή του παιχνιδιού με τα τρία χαρτιά: τη στιγμή που εντοπίζεται μία διαδρομή, το φορτίο έχει ήδη περάσει από κάποια άλλη.
Παρά την ενίσχυση της τοπικής παραγωγής, οι Φρουροί της Επανάστασης παραμένουν παρόντες. Ο Φαρζίν Ναντίμι, αναλυτής του
Washington Institute for Near East Policy, εκτιμά ότι σημαντικός αριθμός Ιρανών αξιωματικών εξακολουθεί να συμμετέχει στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση των επιχειρήσεων στην Υεμένη. Η αυτονομία των Χούθι, επομένως, δεν πρέπει να συγχέεται με πλήρη στρατηγική ανεξαρτησία από την Τεχεράνη.