Παρά τη σκληρή ρητορική του Λευκού Οίκου και την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν, η Ουάσινγκτον φαίνεται να αποφεύγει, προς το παρόν, μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με την
Τεχεράνη.
Τι βρίσκεται, όμως, πίσω από αυτή την επιλογή; Καθώς φαίνεται, ένα σύνθετο πλέγμα κυρώσεων, περιορισμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων, έντονων πιέσεων από αραβικούς συμμάχους και ο φόβος ότι μια επίθεση θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες εξελίξεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η σφοδρή καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στο Ιράν, με περισσότερους από 2.600 επιβεβαιωμένους νεκρούς και πάνω από 18.000 συλλήψεις, έχει επιβάλει μια εύθραυστη, όσο και ανησυχητική σιωπή στους δρόμους της Τεχεράνης και άλλων μεγάλων πόλεων. Το καθεστώς έχει μπλοκάρει το Διαδίκτυο, έχει διακόψει τις επικοινωνίες και έχει αναπτύξει μεγάλες δυνάμεις ασφαλείας, επιχειρώντας να καταστείλει τη σοβαρότερη εσωτερική πρόκληση από την Επανάσταση του 1979.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε, το Ιράν έχει σταματήσει να σκοτώνει διαδηλωτές και δεν σκοπεύει να προχωρήσει σε εκτελέσεις αντικαθεστωτικών, εμφανιζόμενος να απομακρύνεται από το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής δράσης. Οι δηλώσεις αυτές ήρθαν έπειτα από ημέρες, κατά τις οποίες είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επέμβασης, μιλώντας για «πολύ εύθραυστη κατάσταση» και διαμηνύοντας προς τους Ιρανούς διαδηλωτές ότι «η βοήθεια έρχεται».
Στο έδαφος, πάντως, η ηρεμία θεωρείται από αναλυτές προσωρινή. «Το καθεστώς επέβαλε ένα λουτρό αίματος και κατέβασε μια σιδερένια γροθιά χωρίς προηγούμενο» δήλωσε στην Wall Street Journal ο Αλί Βαέζ από το International Crisis Group, υπογραμμίζοντας ότι η βαθιά κοινωνική και οικονομική δυσαρέσκεια δεν έχει υποχωρήσει και είναι έτοιμη να... επανεμφανιστεί.
Κυρώσεις αντί για βόμβες
Αντί για στρατιωτικό πλήγμα, φαίνεται πως η Ουάσινγκτον έχει επιλέξει να εντείνει την οικονομική και πολιτική πίεση. Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε
νέο πακέτο κυρώσεων κατά κορυφαίων στελεχών του ιρανικού μηχανισμού ασφαλείας, περιλαμβανομένου του γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, διοικητών των Φρουρών της Επανάστασης και ανώτερων αξιωματικών των δυνάμεων επιβολής του νόμου.
Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε ότι το μήνυμα της Ουάσινγκτον προς τους ηγέτες του Ιράν είναι ξεκάθαρο, κατηγορώντας τους ότι μεταφέρουν κεφάλαια «που έχουν κλαπεί από ιρανικές οικογένειες» σε τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε όλο τον κόσμο. Τόνισε ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν «κάθε διαθέσιμο μέσο» για να στοχεύσουν όσους ευθύνονται για την καταστολή, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό ένα παράθυρο αποκλιμάκωσης, εφόσον «σταματήσει η βία και το καθεστώς σταθεί στο πλευρό του ιρανικού λαού».
Παράλληλα, επιβλήθηκαν κυρώσεις σε 18 άτομα που φέρονται να συμμετέχουν σε δίκτυα ξεπλύματος εσόδων από πωλήσεις ιρανικού
πετρελαίου και πετροχημικών μέσω μηχανισμών «σκιώδους τραπεζικής», στενεύοντας περαιτέρω τα οικονομικά περιθώρια της Τεχεράνης.
Οι στρατιωτικοί περιορισμοί της Ουάσινγκτον
Την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικές επιλογές των ΗΠΑ δεν είναι απεριόριστες. Ο Τραμπ είχε διατάξει το φθινόπωρο σημαντική μεταφορά ναυτικών δυνάμεων στην Καραϊβική, στο πλαίσιο της πίεσης προς τον πρώην -πλέον- ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα περισσότερα αμερικανικά πολεμικά πλοία βρίσκονται στην Καραϊβική απ’ ό,τι στη Μέση Ανατολή.
Η απουσία ομάδας κρούσης αεροπλανοφόρου από τη Μέση Ανατολή -μετά τη μετακίνηση του USS Gerald R. Ford- περιορίζει τη δυνατότητα άμεσης και μαζικής στρατιωτικής αντίδρασης. Αν και οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν το Ιράν με πυραύλους Tomahawk, μαχητικά από βάσεις συμμάχων ή βομβαρδιστικά μεγάλου βεληνεκούς από το αμερικανικό έδαφος, μια τέτοια επιχείρηση θα είχε αυξημένο επιχειρησιακό ρίσκο και μεγαλύτερη πιθανότητα κλιμάκωσης.
Αμερικανοί αξιωματούχοι τονίζουν ότι το ζήτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να χτυπήσουν, αλλά πώς και με ποιες συνέπειες. Χωρίς μόνιμη και ισχυρή ναυτική παρουσία, η προστασία αμερικανικών δυνάμεων και βάσεων στην περιοχή γίνεται πιο σύνθετη, ιδίως σε περίπτωση ιρανικών αντιποίνων.
Οι πιέσεις των συμμάχων του Κόλπου
Καθοριστικό ρόλο στην αμερικανική «αυτοσυγκράτηση» παίζουν και οι παρεμβάσεις Αράβων συμμάχων. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Ομάν φέρονται, σύμφωνα με την Wall Street Journal, να πίεσαν τον Τραμπ να δώσει «μια ευκαιρία» στο Ιράν, προειδοποιώντας ότι ένα αμερικανικό πλήγμα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή αποσταθεροποίηση.
Οι χώρες του Κόλπου ανησυχούν ιδιαίτερα για το ενδεχόμενο διατάραξης της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ομάν, απ' όπου διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων παραδόσεων πετρελαίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Ριάντ διαβεβαίωσε την Τεχεράνη ότι δεν θα συμμετάσχει σε ενδεχόμενη σύγκρουση, ούτε θα επιτρέψει τη χρήση του σαουδαραβικού εναέριου χώρου για αμερικανικά πλήγματα.
Οι ανησυχίες αυτές αποτυπώθηκαν και στις αγορές, με τις τιμές του πετρελαίου να υποχωρούν, καθώς μειώθηκαν οι προσδοκίες για άμεση στρατιωτική δράση των ΗΠΑ.
Το σημερινό «πάγωμα» της αμερικανικής επίθεσης, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με αποκλιμάκωση. Οι ΗΠΑ διατηρούν τις στρατιωτικές επιλογές στο τραπέζι, ενώ το Ιράν παραμένει υπό ασφυκτική οικονομική πίεση και εσωτερική ένταση. Ωστόσο, η συνδυαστική επίδραση των κυρώσεων, των στρατιωτικών περιορισμών και των πιέσεων από συμμάχους εξηγεί γιατί η Ουάσινγκτον, παρά τη σκληρή ρητορική, δεν έχει προχωρήσει ακόμη σε ένα άμεσο χτύπημα.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι τόσο η σιωπή στους δρόμους του Ιράν όσο και η αμερικανική αυτοσυγκράτηση είναι εξαιρετικά εύθραυστες -και μπορούν να ανατραπούν γρήγορα, αν αλλάξουν οι ισορροπίες στο εσωτερικό της χώρας ή στο περιφερειακό σκηνικό.