Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο

Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο

Με θέμα «Η Ελληνική Γλώσσα στην Αυστραλία: Από τη μνήμη στο μέλλον», από τις 6 έως τις 11 Σεπτεμβρίου και τη συμμετοχή περισσότερων από 120 ομιλητών, αναδείχθηκε η δύναμη της ελληνικής γλώσσας, της εκπαίδευσης, της διασποράς και των ΜΜΕ στους Αντίποδες

Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο
Από τη γλώσσα των πρώτων μεταναστών στη γλώσσα των παιδιών και των εγγονών τους. Από το παραδοσιακό ελληνικό σχολείο στην τεχνητή νοημοσύνη, την ψηφιακή εκπαίδευση και τα νέα μέσα. Από την πολιτισμική διατήρηση στη δημιουργία νέων διεθνών δικτύων.

Με αυτό το σύνθετο και επίκαιρο πλαίσιο πραγματοποιήθηκε από τις 6 έως και τις 11 Σεπτεμβρίου στο Σίδνεϊ, το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ», ένας θεσμός, που έχει εξελιχθεί σε διεθνή χώρο συνάντησης της ακαδημαϊκής κοινότητας και του ελληνισμού της διασποράς, αποδεικνύοντας ότι η συζήτηση για την ελληνική γλώσσα δεν αφορά μόνο στο παρελθόν αλλά κυρίως στο μέλλον.



Το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο αποτέλεσε σύμπραξη του Εργαστηρίου Μελέτης Κοινωνικών Θεμάτων, ΜΜΕ και Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών της Σχολής Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, του Προγράμματος Ελληνικών Σπουδών του University of New South Wales και της Unity in Philia. Στη διοργάνωση συμμετείχαν, επίσης, το Foundation for Hellenic Studies UNSW, η AHEPA Sydney & NSW, η International Society of Friends of Nikos Kazantzakis – Sydney Branch, το Maliotis Cultural Center of Hellenic Holy Cross, η Ελληνική Εταιρία Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας και πλήθος ομογενειακών φορέων. Επιστημονικά υπεύθυνη και ιδρύτρια του θεσμού είναι η Καθηγήτρια Γλωσσολογίας και Ελληνικής Γλώσσας, Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, ενώ την οργανωτική διεύθυνση στην Αυστραλία είχε ο ακαδημαϊκός Βασίλης Αδραχτάς, υπεύθυνος του Προγράμματος Ελληνικών Σπουδών του UNSW.

Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο
Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο
Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο


Σημειώνεται, ότι η διοργάνωση τελούσε υπό την αιγίδα της Προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ στους χαιρετισμούς και στις εργασίες συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, είτε δια ζώσης, είτε δια μηνύματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας, η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Λοβέρδος, ο πρέσβης της Ελλάδας στην Αυστραλία Σταύρος Βενιζέλος, πολιτειακοί αξιωματούχοι της Νέας Νότιας Ουαλίας, η πρύτανις του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Άννα Μπατιστάτου καθώς και εκπρόσωποι της ελληνικής παροικίας, όπως και της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Νέας Νότιας Ουαλίας. Χαιρετισμό απηύθυνε, επίσης, ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ.κ. Μακάριος, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη θέση της ελληνικής γλώσσας στην ταυτότητα και την πολιτιστική κληρονομιά της Ομογένειας.

Οι κύριες εργασίες φιλοξενήθηκαν στο Rex Vowels Theatre του University of New South Wales, ενώ συμμετείχαν πάνω από 120 ομιλητές και εισηγητές από διαφορετικές χώρες και πεδία. Η έναρξη περιλάμβανε αναγνώριση της αυτοχθονίας και ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του αείμνηστου καθηγητή Γεωργίου Καναράκη και της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα και τον πολιτισμό ενώ η διοργάνωση αφιερώθηκε στη μνήμη των πρόσφατα πεσόντων πιλότων στην Τανάγρα.

Κλείσιμο
Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο
Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο
Σίδνεϊ: Η ελληνική γλώσσα «από τη μνήμη στο μέλλον», άνοιξε το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο


Σχετικά με τις εισηγήσεις

Στον πυρήνα των εργασιών βρέθηκε η εισήγηση της ιδρύτριας και επιστημονικά υπεύθυνης της διοργάνωσης, Καθηγήτριας Νικολέττας Τσιτσανούδη-Μαλλίδη για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας μέσα από τον ίδιο τον θεσμό του Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου, ο οποίος έχει σαν στόχο να λειτουργεί ως μηχανισμός διάδοσης της ελληνικής γλώσσας στη διασπορά. Συμπυκνώνοντας τη φιλοσοφία του θεσμού, η Καθηγήτρια υπογράμμισε ότι η ελληνική γλώσσα δεν αντιμετωπίζεται ως μουσειακό αντικείμενο αλλά ως ζωντανό, διεθνές και εξελισσόμενο πολιτισμικό κεφάλαιο.

Ανέδειξε τη μετάβαση από τη «γλώσσα της μνήμης» των πρώτων μεταναστευτικών γενεών στη γλώσσα του μέλλοντος, που καλείται να παραμείνει ζωντανή για τις νεότερες γενιές Ελληνοαυστραλών, που ζουν σε ένα πολυπολιτισμικό και κυρίως αγγλόφωνο περιβάλλον. Επομένως, το θέμα δεν είναι απλώς αν θα επιβιώσουν τα ελληνικά αλλά το ποια ελληνικά θα μιλιούνται αύριο, από ποιους, σε ποια περιβάλλοντα και με ποια εργαλεία. Άλλωστε, αυτό είναι και το κεντρικό νήμα που διαπερνά ολόκληρη τη διοργάνωση: δεν αρκεί να διατηρηθεί η ελληνική γλώσσα επειδή αποτελεί στοιχείο καταγωγής. Πρέπει να παραμείνει χρήσιμη, ελκυστική και λειτουργική στις ζωές των νεότερων ομογενών.

Διερευνώντας το τι ακριβώς επιβιώνει από την ελληνική γλώσσα όταν αυτή μεταφέρεται σε ένα αγγλόφωνο περιβάλλον επί πολλές γενιές, ο ακαδημαϊκός Βασίλης Αδραχτάς, συνδιοργανωτής του συνεδρίου, ανέπτυξε την εισήγησή του με θέμα: «Πέρα από τη γλωσσική φθορά: Η επιβίωση διαλεκτικών μορφών της Ελληνικής στους Αντίποδες μέσα από τρεις μελέτες περίπτωσης». Η παρουσίαση μετακίνησε, στην ουσία, τη συζήτηση από τη γενική αγωνία για την απώλεια της γλώσσας στην πραγματική γλωσσική ζωή της διασποράς.

Η «γλωσσική φθορά» αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα ερμηνευτικά μοντέλα για τις μεταναστευτικές και κοινοτικές γλώσσες, ωστόσο ο Καθηγητής Αδραχτάς επισημαίνει ότι ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να κρύψει φαινόμενα που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Με άλλα λόγια, η ερώτηση δεν είναι μόνο: «Πόσα ελληνικά χάθηκαν;» αλλά και «Πόσα ελληνικά επέζησαν – και με ποιον τρόπο;». Τι συμβαίνει σε μια ελληνική λέξη όταν περνά από γενιά σε γενιά; Ποια στοιχεία της γλώσσας διατηρούνται; Ποια αλλάζουν; Ποια υποχωρούν και ποια αποκτούν νέα ζωή μέσα στο αγγλόφωνο περιβάλλον; Και τελικά, μήπως η «γλωσσική φθορά» δεν είναι πάντοτε μόνο απώλεια, αλλά μπορεί να αποτελεί και ένδειξη μιας γλώσσας που προσαρμόζεται και δημιουργεί νέες μορφές; Σε αυτά τα ερωτήματα επιχείρησε να απαντήσει, καθώς παίζουν κομβικό ρόλο για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία αλλά και στις ελληνικές κοινότητες της ομογένειας διεθνώς.

Ο Αδραχτάς στρέφει το ενδιαφέρον στις διαλεκτικές μορφές της ελληνικής που επιβιώνουν στους Αντίποδες και χρησιμοποιεί τρεις μελέτες περίπτωσης για να εξετάσει φαινόμενα που δεν εξηγούνται εύκολα ως απλή «υποχώρηση» της γλώσσας. Έτσι, η διασπορική ελληνική δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μια γλώσσα που σταδιακά εξαφανίζεται κάτω από την πίεση των Αγγλικών. Μπορεί να αποτελεί και χώρο διατήρησης, μετασχηματισμού και αναδημιουργίας γλωσσικών μορφών. Με τον τρόπο αυτό, συμπεραίνεται ότι η γλώσσα αλλάζει επειδή ζει.

Επισημαίνεται, ότι ο Καθηγητής συμμετείχε, επίσης, και σε ειδική ενότητα για τη διασύνδεση επιχειρηματικότητας, έρευνας, καινοτομίας και ελληνικής γλώσσας, η οποία αντιμετωπίζεται ως μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος γνώσης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, επιχειρηματικότητας και διεθνών συνεργασιών.

Κατά το χαιρετισμό του στη διοργάνωση, ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ.κ.Μακάριος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη θέση της ελληνικής γλώσσας στην ταυτότητα και την πολιτιστική κληρονομιά της Ομογένειας ενώ υπογράμμισε την ανάγκη η ελληνική να παραμείνει ζωντανή και ακμαία στις νεότερες γενιές των Ελλήνων της Αυστραλίας. Στην τοποθέτησή του όπως μεταδόθηκε από τη «Φωνή της Ελλάδας», ο Αρχιεπίσκοπος μίλησε για τη διατήρηση της Ελληνικής με «ιερή προσήλωση» ως γλώσσας της λατρείας, σχεδόν σε καθολικό βαθμό, στην Αυστραλία. Κατά συνέπεια, η ελληνική γλώσσα δεν είναι μόνο εκπαιδευτικό αντικείμενο ή πολιτιστική κληρονομιά αλλά και γλώσσα λατρείας, όπως και φορέας της εκκλησιαστικής παράδοσης της Ομογένειας.

Η Αναστασία Γιαννακίδου από το University of Chicago, θέτοντας το ερώτημα «Τι κάνει την Ελληνική γλώσσα πολύτιμη και ζωντανή;» επεσήμανε πως μία γλώσσα δεν επιβιώνει απλώς επειδή υπάρχει ένα πρόγραμμα διδασκαλίας αλλά όταν αποκτά χρήση, συναισθηματική αξία, κοινωνικό χώρο και σχέση με την ταυτότητα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκε και η παρέμβαση του Joseph Lo Bianco, ομότιμου καθηγητή στο University of Melbourne και προέδρου της Pharos Alliance, με αντικείμενο την αναζωογόνηση της ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία και το ερώτημα αν μπορούν να αναστραφούν οι τάσεις μετατόπισης από τα Ελληνικά προς τα Αγγλικά. Αμφότερες οι ομιλίες εστίασαν στο γεγονός ότι η γλωσσική συνέχεια δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στη νοσταλγία ή στην καταγωγή, αλλά απαιτεί σύγχρονα κίνητρα, χρήση, εκπαιδευτικές δομές και ενεργή συμμετοχή των νεότερων γενεών.

Το σχολείο αποτέλεσε έναν ακόμη βασικό άξονα. Η εισήγηση της Αδαμαντίας Τσερεντζούλια με τίτλο: «Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον: Η εμπειρία των σχολείων της Αυστραλίας» παρουσίασε την πραγματικότητα της διδασκαλίας της ελληνικής σε ένα πολυπολιτισμικό αυστραλιανό περιβάλλον, ενώ συζητήθηκε ο ρόλος των κοινοτικών σχολείων και των πανεπιστημιακών προγραμμάτων. Η Χαρούλα Θεμιστοκλέους αναφέρθηκε στα σχολεία κοινοτικών γλωσσών που λειτουργούν εκτός του κανονικού ημερήσιου προγράμματος. Η Κατερίνα Βέτσικα παρουσίασε την περίπτωση του SICLE, του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Κοινοτικών Γλωσσών του University of Sydney, ενώ η Άννα Σκρίμπια μίλησε για την ενδυνάμωση των μαθητών μέσα από τα προγράμματα ελληνικής γλώσσας. Το ζητούμενο είναι πλέον ένα σχολείο ελληνικής γλώσσας που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες παιδιών τα οποία μεγαλώνουν σε μια διαφορετική γλωσσική και κοινωνική πραγματικότητα. Και, όπως προέκυψε, η διατήρηση της γλώσσας δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στη νοσταλγία των προηγούμενων γενεών. Χρειάζεται σύγχρονη παιδαγωγική, νέα εργαλεία και κυρίως λόγους για τους οποίους ένας νέος άνθρωπος θα θέλει να μάθει ελληνικά.

Διευρύνοντας το γεωγραφικό και εννοιολογικό κάδρο, η εισήγηση της φοιτήτριας Θεατρολογίας και ιδρύτριας της Afroblue, Μαριεύας Χρυσοστομίδου, με θέμα: «Ρίζες στο Αιγαίο, παρουσία στην Αφρική: Σύγχρονες όψεις του ελληνικού διασπορικού πολιτισμού», εστίασε στην ελληνική κοινότητα της Τανζανίας. Ένας από τους στόχους της υπό ίδρυση Afroblue, είναι η αναζωπύρωση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού στην Τανζανία. Για το λόγο αυτό, μέσα από ποιοτική έρευνα και ημιδομημένες συνεντεύξεις με επιχειρηματίες, εκπαιδευτικούς, κληρικούς και θεσμικούς εκπροσώπους, που πραγματοποίησε η ίδια στα ταξίδια της κατά την τελευταία πενταετία, ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο μια μικρή ελληνική κοινότητα διατηρεί δεσμούς με τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη συλλογική μνήμη, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Η περίπτωση της Τανζανίας λειτούργησε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του πολυμορφικού χαρακτήρα του ελληνικού διασπορικού ελληνισμού.


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το ζήτημα ότι η τεχνολογία, η οποία κάποτε θεωρούνταν απειλή για τη γλωσσική συνέχεια, μπορεί πλέον να γίνει εργαλείο επανασύνδεσης της διασποράς με την ελληνική γλώσσα. Σχετικές παρεμβάσεις έκαναν ο Νίκος Μαθιουδάκης, που παρουσίασε την ιδέα της εκμάθησης ελληνικών μέσα από τις λέξεις του Καζαντζάκη. Ο Πάρης Κούρτης, που έθεσε το ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης στη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στους ομογενείς. Η Ελένη Μπούρου, που ανέδειξε τις προκλήσεις της ελληνικής γλώσσας στην ψηφιακή εποχή. Ο Καθηγητής Χρήστος Μιχαλακέλης, που παρουσίασε τις ψηφιακές υπηρεσίες του Study in Greece, του εθνικού φορέα διεθνοποίησης των ελληνικών δημοσίων πανεπιστημίου, προκειμένου να προσελκύσουν φοιτητές για σπουδές στη χώρα μας. Η Τζένη Παγγέ, που μίλησε για τη μετάβαση από τη γεωγραφική απόσταση στην ψηφιακή εγγύτητα και τη νέα σχέση διασποράς και κέντρου.

Ξεχωριστή ενότητα αποτέλεσε η δημοσιογραφία ως εργαλείο γλωσσικής διατήρησης, καθώς η γλώσσα συνδέεται άμεσα με την επιβίωση των ομογενειακών ΜΜΕ. Μπορεί ένα μέσο ενημέρωσης να είναι ταυτόχρονα και φορέας γλωσσικής πολιτικής; ήταν το κεντρικό ερώτημα. Συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Πάνος Σόμπολος που μίλησε για την ύπαρξη, την προσφορά και τη χρησιμότητα των ομογενειακών μέσων. Η Ελένη Καραλή που ανέδειξε τον παιδευτικό ρόλο του ελληνικού Τύπου στην Αυστραλία. Ο Εμίλ Θεοδωρόπουλος που παρουσίασε τα ΜΜΕ ως εκπαιδευτικό εργαλείο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Η Αλεξία Κουλούρη που ανέδειξε τον ρόλο των ΜΜΕ ως διαύλων επικοινωνίας με τους Έλληνες της διασποράς, με ειδική αναφορά στην Τηλεόραση της Βουλής. Έλαβαν, επίσης, μέρος ο Χρήστος Μπεχλιβάνος και εκπρόσωποι του Ελληνικού Κήρυκα, του Νέου Κόσμου και του Greek City Times ενώ μια στρογγυλή τράπεζα έφερε στο ίδιο τραπέζι σημαντικούς εκπροσώπους του ομογενειακού Τύπου, με αντικείμενο τον εξελισσόμενο ρόλο των ομογενειακών μέσων ενημέρωσης στην Αυστραλία.

Μοχλός βιωσιμότητας της γλώσσας μπορεί να αποτελέσει, επίσης, η επιχειρηματικότητα: η γλώσσα δεν είναι μόνο υπόθεση σχολείου, πανεπιστημίου ή κοινότητας αλλά και οικονομικής βιωσιμότητας. Στη συζήτηση συμμετείχαν εκπρόσωποι επιχειρήσεων, διεθνών σχέσεων, ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων, ερευνητικών και τεχνολογικών οργανισμών και επιχειρηματίες ενώ το συντονισμό της στρογγυλής τράπεζας είχαν ο Κωνσταντίνος Σγούρας και η Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη.

Η γλώσσα ως πολιτισμός

Το πρόγραμμα δεν περιορίστηκε στη γλωσσολογία. Η ποίηση, η λογοτεχνία, η μυθολογία, η φιλοσοφία, η τέχνη και η ιστορία εντάχθηκαν οργανικά στη συζήτηση. Ο Καθηγητής Θανάσης Σακελλαριάδης μίλησε για τη σχέση γλώσσας και φιλοσοφίας και την «ποιητική» διάσταση της φιλοσοφικής σκέψης. Η Δέσποινα Παπαστάθη παρουσίασε την ελληνοαυστραλιανή ποίηση σε σχέση με τη διασπορική ταυτότητα και την πολιτισμική διαμεσολάβηση. Η Στέλλα Σορώτου ανέδειξε τη διαχρονική και διαπολιτισμική επίδραση της μυθολογίας στη διάδοση και διδασκαλία της ελληνικής. Και η συζήτηση για τους Έλληνες λογοτέχνες των Αντιπόδων έθεσε ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα: τι σημαίνει να επιμένει κανείς να γράφει στα ελληνικά σε ένα περιβάλλον όπου η κυρίαρχη γλώσσα είναι διαφορετική;

Η ιστορική διάσταση της γλωσσικής μνήμης

Ο Παναγιώτης Διαμάντης συνέδεσε την ιστορία των ελληνοαυστραλιανών σχέσεων με τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, με αφορμή και την έκδοση για τα 100 χρόνια του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Σίδνεϊ, που ιδρύθηκε το 1926. Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη αξία αφού η γλώσσα δεν διδάσκεται σε ιστορικό κενό. Πιο απλά, για να κατανοήσει ένας νέος Ελληνοαυστραλός γιατί αξίζει να γνωρίζει ελληνικά, χρειάζεται να γνωρίζει και την ιστορία των ανθρώπων που έφεραν τη γλώσσα αυτή στην Αυστραλία.

Η διπλωματική παρουσία στο Σίδνεϊ

Ουσιαστική παρουσία στο 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο στο Σίδνεϊ, είχε και ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας, Γεώργιος Σκέμπερης. Απηύθυνε χαιρετισμό στο πλαίσιο της διοργάνωσης, η οποία συνέπεσε με τις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Σίδνεϊ. Στη συνέχεια, συμμετέχοντας στις εργασίες του συνεδρίου, αναφέρθηκε στη σημασία της διοργάνωσης και στον ρόλο της ελληνικής γλώσσας στη διατήρηση της σχέσης των Ελληνοαυστραλών με την πολιτιστική τους κληρονομιά.

Η πολιτιστική πλευρά της διοργάνωσης

Η διοργάνωση πλαισιώθηκε με εκθέσεις Ελληνοαυστραλών εικαστικών, έκθεση γελοιογραφίας με έργα των Ηλία Μακρή, Ανδρέα Πετρουλάκη και Στάθη, προβολή του ντοκιμαντέρ «Αρκαδία, Χαίρε!» του Φίλιππου Κουτσαφτή, παραδοσιακή μουσική και χορούς.

Στις εκδηλώσεις συμμετείχαν χορευτικά συγκροτήματα από διαφορετικές ελληνικές κοινότητες της Νέας Νότιας Ουαλίας: Κρητικοί, Πόντιοι, Μακεδόνες, Λήμνιοι, Καλύμνιοι, αλλά και χορευτικά της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Σίδνεϊ.

Με τον τρόπο αυτό, η ελληνική γλώσσα παρουσιάστηκε όχι ως απομονωμένο γλωσσικό σύστημα αλλά ως μέρος ενός ολόκληρου πολιτισμικού οικοσυστήματος.

Από τη Βοστώνη στο Σίδνεϊ

Στο τέλος των εργασιών παρουσιάστηκε ο συλλογικός τόμος των πρακτικών της προηγούμενης διοργάνωσης στη Βοστώνη, «Ομογενειακά Μέσα Ενημέρωσης και Ελληνική Γλώσσα», σε επιμέλεια Νικολέττας Τσιτσανούδη-Μαλλίδη και Δέσποινας Στεφάνου, δημιουργώντας μία συμβολική συνέχεια ανάμεσα στις δύο διοργανώσεις.

Οι τιμές που αποδόθηκαν

Οι διοργανωτές της Αυστραλίας απένειμαν τιμητική διάκριση στη Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, ιδρύτρια και διευθύντρια του Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου.

Παράλληλα τιμήθηκαν σημαντικές προσωπικότητες που συνέβαλαν στην υπόθεση της ελληνικής γλώσσας, μεταξύ των οποίων ο ακαδημαϊκός Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, ο Alfred Vincent, ο Joseph Lo Bianco, ο Ken Cruickshank, ο καρδιοχειρουργός Σωτήριος Πράπας, ο Παναγιώτης Τζόκας, η Αδαμαντία Τσερεντζούλια, η Στέλλα Σορώτου, η Κατερίνα Βέτσικα και η Χαρούλα Θεμιστοκλέους.

Η διοργάνωση είχε επίσης τη στήριξη σημαντικών ελληνικών και αυστραλιανών ΜΜΕ, μεταξύ των οποίων η ΕΡΤ, η ΕΡΤ3, η ΕΡΤ WORLD, η «Φωνή της Ελλάδας», το Πρώτο Πρόγραμμα, το Κανάλι της Βουλής, ο Greek Herald, ο Neos Kosmos, το SBS Greek Program, το 2ΜΜ Radio, το Greek City Times και άλλα ομογενειακά μέσα.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης