Από τη Φουρνά στη Νάξο: Η ιστορία της πολύτεκνης οικογένειας που έγινε σύμβολο του κινήματος της επιστροφής στα χωριά

Από τη Φουρνά στη Νάξο: Η ιστορία της πολύτεκνης οικογένειας που έγινε σύμβολο του κινήματος της επιστροφής στα χωριά

Η διαδρομή του Στέφανου και της Βάσως – Οι αλλαγές στη ζωή των έξι παιδιών, η απόφαση της 67χρονης Πελαγίας να μείνει πίσω και οι αριθμοί που δείχνουν ότι η προσπάθεια επιστροφής στην περιφέρεια δεν σταματά σε μία αποχώρηση

Από τη Φουρνά στη Νάξο: Η ιστορία της πολύτεκνης οικογένειας που έγινε σύμβολο του κινήματος της επιστροφής στα χωριά
Όταν η πρώτη οικογένεια που ανταποκρίθηκε σε ένα φιλόδοξο κάλεσμα εγκαταλείπει τον τόπο στον οποίο κλήθηκε να ριζώσει, ο συμβολισμός είναι αναπόφευκτα ισχυρός. Και όταν πρόκειται για τον Στέφανο Κωστόπουλο και τη Βασιλική Εμμανουήλ, το ζευγάρι που μετακόμισε στη Φουρνά Ευρυτανίας μαζί με τα έξι παιδιά του και έγινε το πρόσωπο μιας ολόκληρης προσπάθειας επιστροφής στην ύπαιθρο, η αναχώρηση αποκτά βάρος πολύ μεγαλύτερο από μια συνηθισμένη οικογενειακή μετακόμιση.

Η εύκολη ανάγνωση θα ήταν ότι το όνειρο απέτυχε. Ότι το όμορφο αφήγημα της οικογένειας που άφησε πίσω της την πολύβουη πόλη για τον καθαρό αέρα, τα έλατα και την ανθρώπινη κλίμακα ενός μικρού χωριού έφτασε, έπειτα από περίπου δύο χρόνια, σε άδοξο τέλος. Η πραγματικότητα, όμως, δεν χωρά σε έναν τόσο απόλυτο τίτλο.

Η απόφαση του Στέφανου και της Βάσως να μετακινηθούν στη Νάξο μαζί με τα έξι παιδιά τους είναι μια προσωπική απόφαση, που οφείλει να αντιμετωπιστεί με σεβασμό. Κανείς τρίτος δεν μπορεί να γνωρίζει πλήρως τις πιέσεις, τις απογοητεύσεις και τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει ένα ζευγάρι με έξι παιδιά, ούτε να απαιτεί από μια οικογένεια να παραμείνει σε έναν τόπο μόνο και μόνο επειδή κάποτε συμβόλισε ένα συλλογικό όνειρο.

Από τη Φουρνά στη Νάξο: Η ιστορία της πολύτεκνης οικογένειας που έγινε σύμβολο του κινήματος της επιστροφής στα χωριά

Από την άλλη πλευρά, η αποχώρησή τους δεν μπορεί να μετατραπεί αυτομάτως σε πιστοποιητικό αποτυχίας για τη Φουρνά και, πολύ περισσότερο, για την προσπάθεια άλλων οικογενειών να εγκαταλείψουν τα αστικά κέντρα και να χτίσουν μια νέα ζωή στην ελληνική περιφέρεια.

Ένα κοινωνικό εγχείρημα δεν κρίνεται αποκλειστικά από την πορεία μιας οικογένειας, ακόμη κι αν αυτή ήταν η πρώτη και η πιο αναγνωρίσιμη. Κρίνεται από το αν δημιουργεί κίνηση, αν φέρνει παιδιά στα σχολεία, αν ανοίγει σπίτια και επιχειρήσεις και, κυρίως, αν συνεχίζεται όταν οι πρωταγωνιστές του αλλάζουν.

Η πορεία του Στέφανου και της Βάσως προς τη Φουρνά δεν ξεκίνησε με μία ευθεία μετακίνηση από την Αθήνα στο χωριό. Τα παλαιότερα δημοσιεύματα αποτυπώνουν μια οικογένεια που αναζητούσε επί χρόνια έναν τόπο όπου θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα και ασφαλέστερη καθημερινότητα για τα παιδιά της.

Από τα δυτικά προάστια της Αθήνας βρέθηκαν για ένα διάστημα στη Γερμανία, πιεσμένοι από οικονομικές δυσκολίες. Εκεί, σύμφωνα με όσα είχε περιγράψει η Βάσω στο Marie Claire , ο μεγαλύτερος γιος τους, ο Βαγγέλης, αντιμετώπισε σοβαρό σχολικό εκφοβισμό. Η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε ξανά στα δυτικά προάστια.

Κλείσιμο
Ο Στέφανος εργάστηκε σε σούπερ μάρκετ, όμως τα οικονομικά προβλήματα επανήλθαν, ενώ, κατά τη μητέρα, ο εκφοβισμός του παιδιού συνεχίστηκε και στο νέο σχολικό περιβάλλον. Είχαν μάλιστα αρχίσει να σκέφτονται μια νέα επιστροφή στη Γερμανία, αυτή τη φορά σε διαφορετική περιοχή, όταν εμφανίστηκε μπροστά τους η διαδικτυακή αγγελία της δασκάλας Παναγιώτας Διαμαντή και του ιερέα της Φουρνάς, πατέρα Κωνσταντίνου Ντούσικου.

Το κάλεσμα ήταν σαφές: οικογένειες με παιδιά να εγκατασταθούν στο χωριό, με εξασφάλιση στέγης και προσπάθεια επαγγελματικής αποκατάστασης, ώστε να σωθεί το σχολείο και να επιστρέψει ζωή σε έναν τόπο που άδειαζε. Στην πρώτη διερευνητική επίσκεψη, η οικογένεια είχε σκοπό να μείνει για λίγο. Έμεινε τελικά ώρες. Καθοριστικό ρόλο, όπως είχε αφηγηθεί η Βάσω, έπαιξε ο ίδιος ο Βαγγέλης. Βλέποντας την αποδοχή των παιδιών του χωριού, είπε ότι σε είκοσι ημέρες θα ήταν εκεί. Τον Σεπτέμβριο του 2024 η οικογένεια μετακόμισε στη Φουρνά και έγινε η πρώτη που έδωσε σάρκα και οστά στην πρωτοβουλία. Η εγκατάσταση, ωστόσο, δεν σήμανε ότι όλες οι δυσκολίες λύθηκαν σε μία νύχτα.

Από τη Φουρνά στη Νάξο: Η ιστορία της πολύτεκνης οικογένειας που έγινε σύμβολο του κινήματος της επιστροφής στα χωριά

Δημοσίευμα του Associated Press, τον Δεκέμβριο του 2024, κατέγραφε ότι ο Στέφανος εξακολουθούσε να εργάζεται στη Γερμανία και αναμενόταν να επιστρέψει, ενώ η Βάσω ζούσε ήδη στη Φουρνά με τα παιδιά. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει πόσο σύνθετη ήταν από την αρχή η προσπάθεια να στηθεί μια νέα καθημερινότητα.

Σε κάθε τέτοια μετακίνηση οι ενήλικες μετρούν δουλειές, ενοίκια, αποστάσεις και εισοδήματα. Τα παιδιά, όμως, μετρούν κάτι διαφορετικό. Σχολεία, φίλους, δασκάλους, γειτονιές, δωμάτια και μικρές καθημερινές συνήθειες που πρέπει κάθε φορά να αφήσουν πίσω.

Για τα έξι παιδιά του Στέφανου και της Βάσως, η μετάβαση στη Νάξο σημαίνει ακόμη μία αλλαγή περιβάλλοντος. Νέο σπίτι, νέα σχολική κοινότητα, νέες παρέες και μια νέα προσπάθεια προσαρμογής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η απόφαση των γονιών τους είναι λανθασμένη. Η Νάξος είναι ο τόπος καταγωγής του Στέφανου, εκεί βρίσκεται η οικογένειά του και, ήδη, ο ίδιος εργάζεται ως οδηγός σε κάβα, ενώ η Βάσω έχει βρει δουλειά σε σούπερ μάρκετ.

Υπάρχει, δηλαδή, ένα οικογενειακό και επαγγελματικό δίχτυ που μπορεί να κάνει τη νέα αρχή πιο ασφαλή. Δεν παύει, ωστόσο, να είναι ακόμη μία αρχή. Και οι αλλεπάλληλες αλλαγές απαιτούν από τα παιδιά να ξαναχτίζουν από την αρχή την αίσθηση ότι ανήκουν κάπου. Η δική τους ιστορία δείχνει μάλιστα πόσο ενεργά βιώνουν τα ίδια αυτές τις αποφάσεις. Ο Βαγγέλης είχε ουσιαστικά δώσει, με τον αυθορμητισμό του, το πράσινο φως για τη Φουρνά.

Αντίστοιχα, ο 13χρονος Κωνσταντίνος και η 12χρονη Άννα, τα παιδιά της Κατερίνας, της αδελφής της Βάσως, δεν θέλησαν τώρα να φύγουν από το χωριό.

Η οικογένεια χωρίστηκε

Η Βάσω ήταν εκείνη που ανακοίνωσε δημόσια την αποχώρηση με μια μακροσκελή ανάρτηση, γραμμένη περισσότερο σαν απολογισμός παρά σαν καταγγελία. Οι λέξεις που επέλεξε είναι προσεκτικές, αλλά αφήνουν σαφώς να φανεί ότι η απόφαση δεν πάρθηκε χωρίς απογοήτευση.

«Ήρθε η στιγμή να κλείσει ένας κύκλος που για εμάς ήταν από τους πιο δύσκολους, αλλά και από τους πιο σημαντικούς της ζωής μας», έγραψε, θυμίζοντας ότι έφτασαν στη Φουρνά «με πίστη, όνειρα και την ελπίδα» ότι θα μπορούσαν να προσφέρουν στον τόπο. Ιδιαίτερη θέση στην ανάρτησή της έχει το «Λίγο απ’ όλα», η επιχείρηση στην οποία, όπως σημειώνει, η οικογένεια έβαλε «ψυχή, χρόνο, όνειρα και την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να ριζώσουμε εδώ». Η επιλογή της λέξης «ριζώσουμε» είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική. Δείχνει ότι η Φουρνά δεν αντιμετωπίστηκε από την οικογένεια ως ένας προσωρινός σταθμός. Τουλάχιστον όχι στην αρχή.

Στον απολογισμό της, η Βάσω ευχαριστεί τους κατοίκους που τους άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους και τους πρόσφεραν «μια καλημέρα, έναν καλό λόγο, μια αγκαλιά, μια βοήθεια, ένα χαμόγελο». Ταυτόχρονα, όμως, παραδέχεται ότι η καθημερινότητα δεν εξελίχθηκε όπως την είχαν φανταστεί: «Μπορεί τελικά η ζωή να μην μας τα έφερε όπως τα ονειρευτήκαμε. Μπορεί κάποιες προσδοκίες να αποδείχθηκαν διαφορετικές από την πραγματικότητα».

Η φράση της ότι φεύγουν «κρατώντας τα όμορφα και αφήνοντας πίσω όσα μας πλήγωσαν» αφήνει ανοιχτά ερωτήματα. Η ίδια δεν εξηγεί τι ακριβώς τους πλήγωσε, ούτε ποιες προσδοκίες διαψεύστηκαν. Συνεπώς, κάθε απόπειρα να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες ή να συμπληρωθούν τα κενά με εικασίες θα ήταν αυθαίρετη. Το βέβαιο είναι ότι, στη δική της αποτίμηση, η προσπάθεια υπήρξε αληθινή, αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν εκείνο που περίμεναν.

«Δεν ήρθαμε για να περάσουμε, ούτε φύγαμε επειδή δεν αγαπήσαμε αυτόν τον τόπο. Δώσαμε μια πραγματική ευκαιρία σε ένα όνειρο», τονίζει. Και κλείνει χωρίς θυμό, αλλά και χωρίς να κρύβει την πικρία: «Ήρθαμε με καλή καρδιά, προσπαθήσαμε με όλη μας τη δύναμη και φύγαμε έχοντας δώσει ό,τι μπορούσαμε». Απέναντι σε αυτό το «αντίο» στέκεται η μαρτυρία της μητέρας της. Όχι για να την ακυρώσει, αλλά για να φωτίσει την άλλη όψη της ίδιας ιστορίας.

Γιατί ενώ η Βάσω αισθάνεται ότι ο δικός της κύκλος στη Φουρνά έκλεισε, η Πελαγία θεωρεί ότι εκεί άνοιξε ο τελευταίος, ίσως, μεγάλος κύκλος της δικής της ζωής. Η μία μιλά για ένα όνειρο στο οποίο έδωσε μια πραγματική ευκαιρία και τώρα αφήνει πίσω. Η άλλη μιλά για έναν τόπο στον οποίο, επιτέλους, βρήκε τη βάση της.

Η αναχώρηση για τη Νάξο δεν έγινε ως μία προγραμματισμένη, κοινή μετακίνηση ολόκληρης της ευρύτερης οικογένειας. Σύμφωνα με τη μητέρα της Βάσως, την 67χρονη Πελαγία Εμμανουήλ, πρώτος έφυγε ο Στέφανος στις αρχές του καλοκαιριού για να διερευνήσει τις δυνατότητες στο νησί. Ακολούθησε η Βάσω με τα έξι παιδιά, αρχικά για διακοπές δέκα ημερών. Στη συνέχεια ήρθε το τηλεφώνημα ότι δεν θα επέστρεφαν.

«Ποια μάνα θέλει να φεύγει το παιδί της; Όμως εγώ δεν μπορούσα να μπω ανάμεσα στο ζευγάρι», λέει η Πελαγία, συνοψίζοντας μέσα σε λίγες λέξεις τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη στενοχώρια μιας μητέρας και στον σεβασμό της απόφασης του ζευγαριού. Η ίδια, όμως, δεν τους ακολούθησε. Ούτε η άλλη της κόρη, η 41χρονη Κατερίνα, η οποία είναι μονογονέας και μεγαλώνει τον Κωνσταντίνο και την Άννα. Οι τέσσερις τους επέλεξαν να παραμείνουν στη Φουρνά και να κρατήσουν ανοιχτό το «Λίγ’ απ’ όλα», το μικρό κατάστημα που είχε δημιουργήσει η οικογένεια και στο οποίο η Πελαγία συνεχίζει να φτιάχνει τις χειροποίητες πίτες της. «Δεν ήθελα να αφήσω το μαγαζί, σε καμία περίπτωση», λέει. Και εξηγεί ότι η απόφαση δεν αφορά μόνο μια επαγγελματική δραστηριότητα. «Πρέπει να στηρίξω και την άλλη μου κόρη που είναι μονογονέας».

Η δική της στάση ανατρέπει την εικόνα της συνολικής εγκατάλειψης. Η οικογένεια διασπάστηκε γεωγραφικά, αλλά ένα κομμάτι της έμεινε πίσω. Και η Πελαγία δεν μιλά σαν ένας άνθρωπος που απλώς περιμένει την επόμενη μετακόμιση. Μιλά σαν κάποια που θεωρεί ότι βρήκε, ίσως, τον τελευταίο της σταθμό.

«Εδώ βρήκα τη βάση μου, δεν το κουνάω. Ακολούθησα τη Βασιλική και τον Στέφανο έως εδώ. Τώρα θα μείνω εδώ», δηλώνει κατηγορηματικά. Στο ερώτημα αν θα μπορούσε αργότερα να τους ακολουθήσει στη Νάξο, η απάντησή της είναι αρνητική. Η Πελαγία μεγάλωσε στους Αμπελόκηπους και, όπως λέει, «έφαγε την Αθήνα με το κουτάλι».

Στη Φουρνά βρήκε έναν διαφορετικό κώδικα καθημερινότητας. «Στο χωριό γνώρισα τον πολιτισμό, σε αντίθεση με την Αθήνα που δεν υπάρχει πολιτισμός πλέον», αναφέρει.

Και προσθέτει: «Στο χωριό γνώρισα την ευγένεια. Αγάπησα τους κατοίκους».

Το μοναδικό μεγάλο της παράπονο είναι η απουσία γιατρού και η ανάγκη μετάβασης στο Καρπενήσι ή ακόμη και στη Λαμία όταν προκύπτει σοβαρό περιστατικό. Πρόκειται, όμως, για μια παρατήρηση που ξεπερνά την προσωπική της ιστορία και αγγίζει την καρδιά του προβλήματος της αποκέντρωσης: οι άνθρωποι δεν μπορούν να κληθούν να εγκατασταθούν μόνιμα στην ύπαιθρο μόνο με ένα σπίτι και μια δουλειά. Χρειάζονται υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, συνδεσιμότητα και ένα σταθερό πλαίσιο που δεν θα τους κάνει να αισθάνονται ότι η επιλογή τους ισοδυναμεί με απομόνωση.

Δεν χάθηκε το στοίχημα

Η Φουρνά δεν πρέπει ούτε να εξιδανικευτεί ούτε να απαξιωθεί. Το ίδιο ισχύει και για τη «Νέα Ζωή στο Χωριό». Η πρωτοβουλία θα κριθεί σε βάθος χρόνου από το πόσες οικογένειες θα παραμείνουν, πόσες θα φύγουν, αν θα δημιουργηθούν μόνιμες δουλειές και αν οι βασικές υποδομές θα αντέξουν. Μέχρι τότε, όμως, οι τελευταίοι διαθέσιμοι αριθμοί δείχνουν ότι η προσπάθεια έχει ήδη ξεπεράσει την ιστορία του Στέφανου και της Βάσως.

Πριν από την αποχώρησή τους, στη Φουρνά ζούσαν 27 παιδιά, από τα οποία τα 18 είχαν έρθει μετά την έναρξη της δράσης. Ακόμη και μετά την αφαίρεση των έξι παιδιών της οικογένειας, ο αριθμός παραμένει σαφώς μεγαλύτερος από τα εννέα παιδιά που καταγράφονταν στην αρχή της προηγούμενης σχολικής περιόδου.

Παράλληλα, τρεις ακόμη οικογένειες βρίσκονταν σε αναμονή, όχι επειδή δεν ήθελαν να μετακομίσουν, αλλά επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμες κατοικίες. Η δυναμική έχει ήδη περάσει τα όρια της Ευρυτανίας. Στη Ζίτσα Ιωαννίνων, οι οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί ή επρόκειτο να ολοκληρώσουν τη μετακίνησή τους έως το τέλος Αυγούστου έφταναν τις έξι, με συνολικά 15 παιδιά.

Στο Κόκκινο Βοιωτίας εγκαταστάθηκε μία οικογένεια με τέσσερα παιδιά, ενώ άλλες δύο αναμένονταν έως τον Δεκέμβριο. Την ίδια ώρα, ο Δήμος Ορεστιάδας άρχισε να εξετάζει την εφαρμογή του μοντέλου σε τρία χωριά, τη Νέα Βύσσα, τα Δίκαια και τον Κυπρίνο. Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν εγγύηση επιτυχίας.

Αποτελούν, όμως, απόδειξη ότι η ιδέα δεν έσβησε τη στιγμή που η πρώτη οικογένεια αποφάσισε να αλλάξει πορεία. Αντίθετα, η Φουρνά λειτούργησε ως δοκιμαστικό πεδίο: έδειξε ότι υπάρχει ενδιαφέρον για επιστροφή στην περιφέρεια, αλλά και ότι το ενδιαφέρον αυτό δεν αρκεί χωρίς σπίτια, σταθερές δουλειές, υγειονομική κάλυψη και συνεχή υποστήριξη.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης