Τρίτος σε παιχνίδι για δύο
Οι δημοσκοπήσεις μοιάζουν να έχουν «κολλήσει» στο 2019, καθώς πλησιάζουμε στις εκλογές του 2023: Ηγεμονία Μητσοτάκη, θολή εικόνα του Αλέξη Τσίπρα, επιβίωση του «μικρού δικομματισμού». Μπορεί αυτό να αλλάξει ως τον Απρίλιο;
Προς το παρόν, όλα παραπέμπουν σε μία κατάσταση αλα 2007: Η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας, παρά την τετραετή φθορά, δεν αμφισβητείται στα σοβαρά. Το ίδιο και η δεύτερη θέση του ΣΥΡΙΖΑ, με ποσοστά που θα προσεγγίσουν – αλλά δεν θα φτάσουν – εκείνα του 2019.
Τούτων δοθέντων, το κυβερνών κόμμα οδεύει την πρώτη Κυριακή για ένα ποσοστό που θα ξεπεράσει καθαρά εκείνο το 33% που είχε λάβει ο Κώστας Καραμανλής το 2009, όταν το ΠΑΣΟΚ υπό τον Γιώργο Παπανδρέου είχε φτάσει στο 44%. Κάτι τέτοιο – με εξακομματική Βουλή – θα σήμαινε ότι στις δεύτερες εκλογές η ΝΔ θα μπορούσε να ελπίζει βάσιμα σε μία, έστω και ισχνή, αυτοδυναμία. Με επτακομματική Βουλή, τα πράγματα θα αλλαζαν δραματικά – και η αυτοδυναμία θα γινόταν πολύ πιο δύσκολη.
Βεβαίως, αυτά ισχύουν όσο υπάρχει η αίσθηση ότι η πρωτιά δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση: πολλοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα σηκωθούν από τον καναπέ όσο νιώθουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει πιθανότητες να επανέλθει στην διακυβέρνηση, ενώ και κάποιοι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της ΝΔ ενδέχεται να αφήσουν τους υπολοίπους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.
Πότε θα αλλάξει αυτό; Προφανώς, αν μειωθεί η δημοσκοπική διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων: αν ο Αλέξης Τσίπρας καταφέρει να απευθυνθεί στα αριστερά του επισείοντας το «πρώτος ή τίποτα» που έχει ήδη βάλει πάνω στο τραπέζι, τότε η διαφορά θα μειωθεί. Τι θα σημαίνει όμως αυτό; Ότι και οι δυσαρεστημένοι νεοδημοκράτες θα επιστρέψουν άρον – άρον στο κόμμα τους, υπό τον φόβο ότι η δική τους ψήφος διαμαρτυρίας ή η αποχή τους θα μπορούσε να δώσει την πρωτιά στον ΣΥΡΙΖΑ.
Ποιον συμφέρει μία τέτοια εξέλιξη; Μα, και τους δύο ασφαλώς: τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όσο και ο Αλέξης Τσίπρας δεν ενδιαφέρονται για την διαφορά ψήφων μεταξύ τους, αλλά για τα ποσοστά τους: όπως είναι γνωστό, για τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης απαιτείται ένα συγκεκριμένο ποσοστό, όχι μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο. Και επισείοντας το «σκιάχτρο» της επιστροφής της διακυβέρνησης 2015 – 2019, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μπορούσε να συσπειρώσει στο τέλος την πλειοψηφία των προηγούμενων εκλογών. Από την άλλη πλευρά, αν ο Αλέξης Τσίπρας παραμείνει δεύτερος ως το τέλος, αλλιώς θα μιλά με ένα ποσοστό γύρω στο 26%-27% κι αλλιώς με τα ποσοστά του 2019.
Λένε πολλοί ότι το ΠΑΣΟΚ είχε την ευκαιρία του να αλλάξει τους συσχετισμούς στην κεντροαριστερά με την εκλογή Ανδρουλάκη, αλλά την κλώτσησε. Η αλήθεια είναι ότι – όπως και η αείμνηστη Φώφη Γεννηματά – ο Ανδρουλάκης παρέλαβε έναν χώρο τριχασμένο πολιτικά: αρκετοί ψηφοφόροι του καλοβλέπουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη και θα ήθελαν συγκυβέρνηση με τη ΝΔ, πολλοί άλλοι θα καλόβλεπαν μία συνεργασία με τον Αλέξη Τσίπρα, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που δεν θέλουν καμία από τις δύο προηγούμενες επιλογές, επιλέγοντας την «λαμπρή απομόνωση» που θα γιατρέψει τις πληγές των μνημονίων...
Τι σημαίνει αυτό; ότι το ΠΑΣΟΚ θα είναι το «τέλειο θύμα» σε περίπτωση προσπάθειας αναβίωσης του δικομματισμού – κάτι που είναι προς το συμφέρον και των δύο πρώτων, επομένως πιθανότατα θα επιχειρηθεί. Μπορεί να αλλάξει αυτή η προδιαγεγραμμένη πορεία;
Το 2019, διαβλέποντας την ένταση του δικομματικού παιχνιδιού, η αείμνηστη Γεννηματά είχε πει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα άφηνε ποτέ την χώρα ακυβέρνητη. Είναι οι «προγραμματικές συμφωνίες» για τις οποίες μιλά πλέον ο Ανδρουλάκης – που θα μπορούσαν να είναι μία λύση για όλους εκείνους τους ψηφοφόρους που αντιλαμβάνονται την αυτοδυναμία ως ανεξέλεγκτη διακυβέρνηση.
Τούτων δοθέντων, το κυβερνών κόμμα οδεύει την πρώτη Κυριακή για ένα ποσοστό που θα ξεπεράσει καθαρά εκείνο το 33% που είχε λάβει ο Κώστας Καραμανλής το 2009, όταν το ΠΑΣΟΚ υπό τον Γιώργο Παπανδρέου είχε φτάσει στο 44%. Κάτι τέτοιο – με εξακομματική Βουλή – θα σήμαινε ότι στις δεύτερες εκλογές η ΝΔ θα μπορούσε να ελπίζει βάσιμα σε μία, έστω και ισχνή, αυτοδυναμία. Με επτακομματική Βουλή, τα πράγματα θα αλλαζαν δραματικά – και η αυτοδυναμία θα γινόταν πολύ πιο δύσκολη.
Βεβαίως, αυτά ισχύουν όσο υπάρχει η αίσθηση ότι η πρωτιά δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση: πολλοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα σηκωθούν από τον καναπέ όσο νιώθουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει πιθανότητες να επανέλθει στην διακυβέρνηση, ενώ και κάποιοι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της ΝΔ ενδέχεται να αφήσουν τους υπολοίπους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.
Πότε θα αλλάξει αυτό; Προφανώς, αν μειωθεί η δημοσκοπική διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων: αν ο Αλέξης Τσίπρας καταφέρει να απευθυνθεί στα αριστερά του επισείοντας το «πρώτος ή τίποτα» που έχει ήδη βάλει πάνω στο τραπέζι, τότε η διαφορά θα μειωθεί. Τι θα σημαίνει όμως αυτό; Ότι και οι δυσαρεστημένοι νεοδημοκράτες θα επιστρέψουν άρον – άρον στο κόμμα τους, υπό τον φόβο ότι η δική τους ψήφος διαμαρτυρίας ή η αποχή τους θα μπορούσε να δώσει την πρωτιά στον ΣΥΡΙΖΑ.
Ποιον συμφέρει μία τέτοια εξέλιξη; Μα, και τους δύο ασφαλώς: τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όσο και ο Αλέξης Τσίπρας δεν ενδιαφέρονται για την διαφορά ψήφων μεταξύ τους, αλλά για τα ποσοστά τους: όπως είναι γνωστό, για τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης απαιτείται ένα συγκεκριμένο ποσοστό, όχι μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο. Και επισείοντας το «σκιάχτρο» της επιστροφής της διακυβέρνησης 2015 – 2019, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μπορούσε να συσπειρώσει στο τέλος την πλειοψηφία των προηγούμενων εκλογών. Από την άλλη πλευρά, αν ο Αλέξης Τσίπρας παραμείνει δεύτερος ως το τέλος, αλλιώς θα μιλά με ένα ποσοστό γύρω στο 26%-27% κι αλλιώς με τα ποσοστά του 2019.
Λένε πολλοί ότι το ΠΑΣΟΚ είχε την ευκαιρία του να αλλάξει τους συσχετισμούς στην κεντροαριστερά με την εκλογή Ανδρουλάκη, αλλά την κλώτσησε. Η αλήθεια είναι ότι – όπως και η αείμνηστη Φώφη Γεννηματά – ο Ανδρουλάκης παρέλαβε έναν χώρο τριχασμένο πολιτικά: αρκετοί ψηφοφόροι του καλοβλέπουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη και θα ήθελαν συγκυβέρνηση με τη ΝΔ, πολλοί άλλοι θα καλόβλεπαν μία συνεργασία με τον Αλέξη Τσίπρα, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που δεν θέλουν καμία από τις δύο προηγούμενες επιλογές, επιλέγοντας την «λαμπρή απομόνωση» που θα γιατρέψει τις πληγές των μνημονίων...
Τι σημαίνει αυτό; ότι το ΠΑΣΟΚ θα είναι το «τέλειο θύμα» σε περίπτωση προσπάθειας αναβίωσης του δικομματισμού – κάτι που είναι προς το συμφέρον και των δύο πρώτων, επομένως πιθανότατα θα επιχειρηθεί. Μπορεί να αλλάξει αυτή η προδιαγεγραμμένη πορεία;
Το 2019, διαβλέποντας την ένταση του δικομματικού παιχνιδιού, η αείμνηστη Γεννηματά είχε πει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα άφηνε ποτέ την χώρα ακυβέρνητη. Είναι οι «προγραμματικές συμφωνίες» για τις οποίες μιλά πλέον ο Ανδρουλάκης – που θα μπορούσαν να είναι μία λύση για όλους εκείνους τους ψηφοφόρους που αντιλαμβάνονται την αυτοδυναμία ως ανεξέλεγκτη διακυβέρνηση.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα