Η αποχή και η διαμαρτυρία των νέων ψηφοφόρων
Πάνος Λουκάκος

Πάνος Λουκάκος

Η αποχή και η διαμαρτυρία των νέων ψηφοφόρων

Λίγους μήνες πριν από τις εκλογές καταγράφεται στις περισσότερες δημοσκοπήσεις ένα ποσοστό της τάξεως του 15% έως 20%, το οποίο χαρακτηρίζεται ως αδιευκρίνιστη ψήφος

Υπάρχει όμως ένα άλλο σχετικό ποσοστό πολύ υψηλότερο και πολύ σημαντικότερο, το οποίο δεν προκύπτει από τα ερωτήματα των δημοσκόπων, αλλά εξάγεται από τις ίδιες τις κάλπες: είναι η αποχή.

Τα ποσοστά της αποχής της μεταπολιτευτικής περιόδου από το 1974 έως και το 2009 κινήθηκαν κάτω του 30%, από το 20% τον Νοέμβριο του 1974, με πρώτο κόμμα τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, έως το 29%, τον Οκτώβριο του 2009, με πρώτο κόμμα το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου.

Εκτοτε, και παρά τις κρίσιμες και έκτακτες συνθήκες της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης, παρατηρείται μια εντυπωσιακή άνοδος της αποχής. Στις εκλογές του Μαΐου 2012 καταγράφεται αποχή 34,88% και στις επαναληπτικές του Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, που οδήγησαν στον σχηματισμό της κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου, 37,53%. Στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, που ανέδειξαν πρώτο κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, η αποχή ήταν 35,13%. Και στις δεύτερες εκλογές του Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς η αποχή έφτασε το 43,40%.

Στις εκλογές του Ιουλίου 2019, που κέρδισε η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η αποχή ήταν 42,22% και στις επαναληπτικές εκλογές του Μαΐου 2023 και του Ιουνίου της ίδιας χρονιάς η αποχή έφτασε στο 39% και το 46,26% αντίστοιχα, που αποτελεί και το μεγαλύτερο ποσοστό αποχής σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο.

Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση από όλα αυτά τα ποσοστά είναι πως στις κρισιμότερες συνθήκες της Μεταπολίτευσης, εν μέσω της δεκαετούς καταστροφικής κρίσης που οδήγησε την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού, αυξανόταν σταθερά ο αριθμός των ψηφοφόρων που απείχε από τις κάλπες. Από το 29% το 2009 έφτασε στο 42,22% τον Ιούλιο του 2019 και τελικά στο 46,26 τον Ιούνιο του 2023. Και αν προσθέσουμε εδώ δύο επιπλέον δεδομένα, ολοκληρώνεται η εικόνα: στις ευρωεκλογές του 2024 η αποχή ξεπέρασε το 58% και μόνο 42% των ψηφοφόρων προσήλθε στις κάλπες.

Και στις δημοτικές εκλογές του 2023 δήμαρχος εξελέγη ο Χάρης Δούκας, ο οποίος είχε συγκεντρώσει μόλις 14,9% στον πρώτο γύρο και εξελέγη στον δεύτερο, με τη συμμετοχή να φτάνει μόνο στο 26,73% των Αθηναίων ψηφοφόρων, δηλαδή αποχή της τάξεως του 73%.

Διερωτάται κανείς ευλόγως, δεν ενδιαφέρονται οι Ελληνες ποιος θα τους κυβερνήσει; Δεν ενδιαφέρονται οι Αθηναίοι ποιος θα διοικήσει την πόλη τους; Είναι αυτά ερωτήματα που δεν επιδέχονται εύκολες και απλουστευτικές εξηγήσεις και δεν έχουν λάβει ακόμη αξιόπιστες απαντήσεις. Και είναι αυτά ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα, καθώς αντίστοιχες καταστάσεις επικρατούν και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. Ενα μεγάλο μέρος των πληθυσμών τους εμφανίζει τάσεις αποστροφής προς υπάρχοντα κόμματα εξουσίας και τους πολιτικούς τους και στρέφεται προς την αποχή ή προς τυχάρπαστους αντισυστημικούς που υπόσχονται στους πάντες τα πάντα γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν μπορεί να γίνουν τα πάντα για τους πάντες. Από τη Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία έως τον Νάιτζελ Φάρατζ στη Βρετανία και το AfD στη Γερμανία.

Το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει από όλα αυτά αφορά τα πρόσωπα που επιλέγουν συστηματικά την αποχή. Στην Ελλάδα και γενικότερα στην Ευρώπη εντοπίζουν δύο μεγάλες κατηγορίες που συνθέτουν τα υψηλότερα ποσοστά της αποχής: η πρώτη είναι οι νέοι ψηφοφόροι ηλικίας 18 έως 29 ετών και οι δεύτερη οι ευάλωτοι πολίτες χαμηλότερων κοινωνικοοικομικών τάξεων, με μικρότερα εισοδήματα και περιορισμένο επίπεδο εκπαίδευσης.

Κλείσιμο
Υπάρχει πάντως ένας κοινός παρονομαστής στην πλειοψηφία αυτών που επιλέγουν την αποχή: η χαμηλή εμπιστοσύνη στα κόμματα και τους πολιτικούς, η πεποίθηση ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει με την ψήφο τους, η αποξένωση από την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα, η απογοήτευση και η διαμαρτυρία για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα.

Ειδικότερα, έρευνα του Economist για τις απόψεις των νέων ψηφοφόρων που επιλέγουν την αποχή επισημαίνει τα ζητήματα που θέτουν:

■ Η οικονομία λειτουργεί προς όφελος μιας μικρής πολιτικοοικονομικής ελίτ, ενώ ο μέσος πολίτης αντιμετωπίζει απροστάτευτος το υψηλό κόστος ζωής, την εύρεση επαρκώς αμειβόμενης εργασίας, το κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών, τα υψηλά ενοίκια, που δεν καλύπτονται από τα εισοδήματά του.

■ Η ανεξέλεγκτη εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης, που έχει ήδη οδηγήσει σε δεκάδες αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες απολύσεις από τους πολυεθνικούς κολοσσούς, θα αντικαταστήσει ανθρώπινες και επαρκώς πληρωμένες θέσεις εργασίας. Τούτο θα οδηγήσει στην ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος και πλούτου στα χέρια λίγων μεγιστάνων, διευρύνοντας περισσότερο τις κοινωνικές ανισότητες.

■ Τελικό ζητούμενο είναι οι πρακτικές λύσεις για αξιοπρεπή διαβίωση, υψηλότερα εισοδήματα, χαμηλότερα έξοδα, προστασία απέναντι στις ανατροπές των συνθηκών εργασίας τους και γενικότερα η καθημερινή βελτίωση της ζωής τους και όχι οι συζητήσεις και οι εντάξεις σε κόμματα, σε Αριστερά ή Δεξιά, σε καπιταλισμό ή σοσιαλισμό.

Είναι όλα αυτά μια νέα πολιτική γλώσσα που επικρατεί παντού στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, γλώσσα με την οποία δεν έχουν απευθυνθεί προς παρόν τα κόμματα στους νέους ψηφοφόρους, που συνθέτουν τον κύριο όγκο της αποχής, σε μια προσπάθεια να τους οδηγήσουν ξανά στις κάλπες.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης