Η διπλή «παγίδα του Θουκυδίδη» από Τσίπρα στον Ανδρουλάκη και ο πόλεμος για τη δεύτερη θέση
Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας με την επιστροφή του να θέλει να δώσει την εικόνα του κυρίαρχου στην Κεντροαριστερά, όμως όλα δείχνουν πως η μάχη με το ΠΑΣΟΚ θα είναι αδυσώπητη την ώρα που και η παρουσία Καρυστιανού απειλεί να αφήσει το νέο του εγχείρημα ακόμη και στην τέταρτη θέση. Στόχος του πρώην πρωθυπουργού στα επόμενα κύματα δημοσκοπήσεων είναι να εξασφαλίσει προβάδισμα έναντι της Χαριλάου Τρικούπη
«Ηταν η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή ενστάλαξε στη Σπάρτη που έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο», γράφει στο έργο του «Ιστορίαι» για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ο Θουκυδίδης. Μετά από 25 αιώνες, το 2011, ο πολιτικός επιστήμονας Γκράχαμ Αλισον έδωσε στη φράση αυτή το όνομα «παγίδα του Θουκυδίδη» και προσπάθησε να διερευνήσει τι συμβαίνει όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί το καθεστώς μιας κυρίαρχης. Προ ημερών ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζιπίνγκ προέτρεψε τον Αμερικανό ομόλογό του Ντόναλντ Τραμπ να μην πέσουν στην παγίδα του Αθηναίου ιστορικού και να αναζητήσουν τρόπους συνεργασίας.
Αν προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τα «πολεμικά δεδομένα» στα καθ’ ημάς και ιδιαίτερα στον χώρο της Κεντροαριστεράς, θα διαπιστώσουμε ότι δεν έχουμε μία, αλλά «διπλή παγίδα» του Θουκυδίδη. Στην Κεντροαριστερά κυρίαρχη δύναμη μέχρι τώρα ήταν το ΠΑΣΟΚ και στην Αριστερά ο ΣΥΡΙΖΑ. Με την εμφάνιση Τσίπρα, όμως, τα δεδομένα αλλάζουν. Ο πρώην πρωθυπουργός είναι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ανερχόμενη δύναμη. Και από την Τρίτη, που θα ανακοινώσει και επισήμως την ίδρυση του κόμματός του, θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει, παντί τρόπω, την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ στην Κεντροαριστερά. Την κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στην Αριστερά τη διέλυσε πριν ακόμη ανακοινώσει το κόμμα του. Αρκούσαν η παραίτησή του από βουλευτής, οι παρουσιάσεις ανά την επικράτεια του βιβλίου του «Ιθάκη» και οι αναρτήσεις στο ΤikΤok για να μετατρέψουν την Κουμουνδούρου σε... εταιρεία υπό εκκαθάριση.
Αφού κυριάρχησε στην Αριστερά, θα επιχειρήσει -ξεκινώντας από το Θησείο, όπου θα παρουσιάσει τη διακήρυξη, το όνομα και την ανακτορική φρουρά του κόμματός του- να αλώσει και την Κεντροαριστερά. Βεβαίως, γνωρίζει πως το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί η αχίλλειος πτέρνα της Χαριλάου Τρικούπη να είναι (σύμφωνα με τις μετρήσεις της κοινής γνώμης, αλλά και την κοινή αίσθηση) ο Νίκος Ανδρουλάκης, όμως θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να καταβάλει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μπορεί η βελόνα του ΠΑΣΟΚ να είναι κολλημένη στην περιοχή του 13%-15%, όμως και το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα δεν δείχνει, τουλάχιστον προσώρας, να μπορεί να «πετάξει» σε μεγαλύτερα ποσοστά. Δημοσκόποι και αναλυτές διατείνονται πως η έκβαση της μάχης για τη δεύτερη θέση είναι αβέβαιη.
Και γίνεται περισσότερο περίπλοκη επειδή υπάρχει και το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, το οποίο παρά την υποχώρηση της δημοφιλίας του συνεχίζει να έχει απήχηση - ιδιαίτερα στην επαρχία, και περισσότερο στη Βόρεια Ελλάδα. Μάλιστα, το ποσοστό της Ελπίδας για τη Δημοκρατία αθροιζόμενο με αυτά των κομμάτων του Βελόπουλου, του Νατσιού και της Λατινοπούλου σε κάποιες εκλογικές περιφέρειες της Μακεδονίας όχι μόνο δεν θα είναι ευκαταφρόνητο, αλλά πιθανότατα να λειτουργήσει και ως σήμα κινδύνου για την ευστάθεια του πολιτικού συστήματος. Σημειώνουμε πως Καρυστιανού, Βελόπουλος, Νατσιός και Λατινοπούλου και τα κόμματά τους («αντισυστημικά» με υπερσυντηρητική έως ακροδεξιά υφή) έχουν ως έδρα τη Θεσσαλονίκη και κατά κάποιον τρόπο παραπέμπουν στον παραδοσιακό διχασμό των «βορείων» και των «νοτίων» με αιχμή το λεγόμενο «αθηνοκεντρικό κράτος».
Πάντως, όσο θα πλησιάζουμε προς τις κάλπες η μάχη θα επικεντρωθεί στα ποσοστά που θα πάρουν η Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα Τσίπρα. Και ο λόγος είναι απλός. Επειδή αυτοί οι τρεις παίκτες θα καθορίσουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Εφόσον δεν υπάρξει, όπερ και το πιθανότερο, αυτοδυναμία, τότε τα αποτελέσματα της κάλπης είναι αυτά που θα καθορίσουν τη στάση των Μητσοτάκη, Ανδρουλάκη και Τσίπρα στο θέμα της κυβερνητικής συνεργασίας και όχι τα όσα «ηρωικά και πένθιμα» λέγονται σήμερα. Αυτός είναι και ο λόγος που η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ανδρουλάκη και τον Τσίπρα για τη δεύτερη θέση στην πορεία προς τις εκλογές θα προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ολοκληρωτικού πολέμου. Επειδή με τα σημερινά δεδομένα και εκτός δραματικών εξελίξεων η πρωτιά της Ν.Δ. δεν αμφισβητείται, η «μάχη των μαχών» θα είναι για την πυξίδα της αντιπολίτευσης. Θα την κρατάει ο Ανδρουλάκης ή ο Τσίπρας;
Από το Θησείο, το βράδυ της Τρίτης, ο πρώην πρωθυπουργός θα διακηρύξει πως δεν τον ενδιαφέρει η μάχη για τη δεύτερη θέση. Στόχος του, θα πει, είναι η εκλογική νίκη. Βεβαίως, ξέρει πως είναι δύσκολο να κερδίσει τον Μητσοτάκη. Οχι επειδή έχασε από αυτόν το 2019 και το 2023, αλλά επειδή το ποσοστό που του δίνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις υπολείπεται ακόμη και του 17,8% που πήρε τον Ιούνιο του 2023 και το οποίο τον οδήγησε στην παραίτησή του από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας μπορεί να έχει όλα τα αρνητικά που του καταλογίζουν οι αντίπαλοί του, δεν είναι όμως καλαμοκαβαλάρης. Γνωρίζει τη δύναμή του και τα όριά της στο εκλογικό σώμα. Η λεγόμενη περίμετρος του κόμματός του μπορεί να ορίζεται στην περιοχή του 20%, όμως το πρόβλημά του είναι το περίπου 80% των ψηφοφόρων που βλέπουν αδιάφορα έως αρνητικά την επιστροφή του. Το σπάσιμο αυτών των ορίων θα είναι ο στόχος του μέχρι τις εκλογές. Για να το καταφέρει, θα πρέπει τα επόμενα δύο κύματα των δημοσκοπήσεων, του Ιουνίου και του Ιουλίου, να δείξουν ότι η δυναμική του κόμματός του είναι να ξεπεράσει το ΠΑΣΟΚ. Επίσης, θα πρέπει ο ίδιος να βελτιώσει, σε σχέση με τον Μητσοτάκη, την «πρωθυπουργισιμότητά» του. Μπορεί στον τομέα αυτό ο Αλέξης να κερδίζει τον Ανδρουλάκη, όμως υπολείπεται καταφανώς του Κυριάκου.
Για να μπορέσει πάντως ο πρώην πρωθυπουργός να αναμετρηθεί στα ίσια με τον νυν, θα πρέπει να σηκώσει εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο από τον καναπέ του. Δεν του αρκεί να πάρει το 80% του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ του 2023. Για να «πετάξει» σε υψηλά ποσοστά, που θα του προσδώσουν τον χαρακτηρισμό του «ερχόμενου», χρειάζεται να... τρυγήσει από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους της Ν.Δ. και να διεμβολίσει σοβαρά το ΠΑΣΟΚ, κάτι που προσώρας, αν πιστέψουμε τους δημοσκόπους, δεν φαίνεται να το καταφέρνει. Και βέβαια, δεν είναι ούτε το όνομα του κόμματος, ούτε η διακήρυξη, ούτε οι υπογραφές και η ψηφιακή κοινότητα αυτά που θα μεγαλώσουν την απήχησή του στο εκλογικό σώμα.
Δεν θα κερδίσει περισσότερες ψήφους αν το πει «Πυξίδα», «Ιθάκη», «Προοδευτική Συμμαχία» ή «Μπάρτσα», ούτε αν το χρώμα είναι το κόκκινο, το πορτοκαλί, το κοραλλί ή το τρικολόρ της πρωταθλήτριας Ισπανίας. Ακόμη κι αν το ονομάσει «Νέα Εθνική Πυξίδα», όπως ήταν και ο τίτλος άρθρου του τον Μάρτιο του 2025, θα πρέπει αμέσως μετά τη διακήρυξη να προχωρήσει σε συγκεκριμένες προγραμματικές εξειδικεύσεις που να αφορούν τη βελτίωση της ζωής των πολιτών.
Μόνο έτσι θα βελτιώσει τα ποσοστά του. Για να έχεις «καλή ψαριά» δεν αρκεί να διαλαλείς ότι «η απάντηση στις ραγδαίες γεωπολιτικές μετατοπίσεις είναι η ισχυρή και αυτοδύναμη Ελλάδα με πολυδιάστατη στρατηγική και όχι πρόθυμος ακόλουθος». Ούτε φυσικά φτάνουν τα μανιφέστα, όπως του Σιακαντάρη, για ψηφίσουν το κόμμα Τσίπρα οι Αριστεροί, οι Οικολόγοι και οι Σοσιαλδημοκράτες. Και φυσικά θα χρειαστεί καιρός για να ενσωματωθεί στο κόμμα Τσίπρα η πλειονότητα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, αλλά και κόσμος από τα κόμματα του Βαρουφάκη, της Κωνσταντοπούλου και του Κασσελάκη.
Η αλήθεια είναι πως ο Τσίπρας βγάζει σπυράκια όταν ακούει Κουμουνδούρου και σε καμία περίπτωση δεν θέλει να εμπλέκεται το όνομά του στα όσα τραγελαφικά εκτυλίσσονται στον ΣΥΡΙΖΑ με τον Φάμελλο, τον Πολάκη και τ’ άλλα (από το παρελθόν) συντρόφια του. Τα κεντρικά γραφεία του κόμματός του θα βρίσκονται στο Σύνταγμα, στο τέρμα της Φιλελλήνων, κοντά στην Αμαλίας, όπου είναι το πολιτικό του γραφείο και η έδρα του ινστιτούτου του και ουδεμία διάθεση έχει να επιστρέψει στην πλατεία Κουμουνδούρου.
Αν προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τα «πολεμικά δεδομένα» στα καθ’ ημάς και ιδιαίτερα στον χώρο της Κεντροαριστεράς, θα διαπιστώσουμε ότι δεν έχουμε μία, αλλά «διπλή παγίδα» του Θουκυδίδη. Στην Κεντροαριστερά κυρίαρχη δύναμη μέχρι τώρα ήταν το ΠΑΣΟΚ και στην Αριστερά ο ΣΥΡΙΖΑ. Με την εμφάνιση Τσίπρα, όμως, τα δεδομένα αλλάζουν. Ο πρώην πρωθυπουργός είναι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ανερχόμενη δύναμη. Και από την Τρίτη, που θα ανακοινώσει και επισήμως την ίδρυση του κόμματός του, θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει, παντί τρόπω, την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ στην Κεντροαριστερά. Την κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στην Αριστερά τη διέλυσε πριν ακόμη ανακοινώσει το κόμμα του. Αρκούσαν η παραίτησή του από βουλευτής, οι παρουσιάσεις ανά την επικράτεια του βιβλίου του «Ιθάκη» και οι αναρτήσεις στο ΤikΤok για να μετατρέψουν την Κουμουνδούρου σε... εταιρεία υπό εκκαθάριση.
Αφού κυριάρχησε στην Αριστερά, θα επιχειρήσει -ξεκινώντας από το Θησείο, όπου θα παρουσιάσει τη διακήρυξη, το όνομα και την ανακτορική φρουρά του κόμματός του- να αλώσει και την Κεντροαριστερά. Βεβαίως, γνωρίζει πως το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί η αχίλλειος πτέρνα της Χαριλάου Τρικούπη να είναι (σύμφωνα με τις μετρήσεις της κοινής γνώμης, αλλά και την κοινή αίσθηση) ο Νίκος Ανδρουλάκης, όμως θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να καταβάλει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μπορεί η βελόνα του ΠΑΣΟΚ να είναι κολλημένη στην περιοχή του 13%-15%, όμως και το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα δεν δείχνει, τουλάχιστον προσώρας, να μπορεί να «πετάξει» σε μεγαλύτερα ποσοστά. Δημοσκόποι και αναλυτές διατείνονται πως η έκβαση της μάχης για τη δεύτερη θέση είναι αβέβαιη.
Και γίνεται περισσότερο περίπλοκη επειδή υπάρχει και το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, το οποίο παρά την υποχώρηση της δημοφιλίας του συνεχίζει να έχει απήχηση - ιδιαίτερα στην επαρχία, και περισσότερο στη Βόρεια Ελλάδα. Μάλιστα, το ποσοστό της Ελπίδας για τη Δημοκρατία αθροιζόμενο με αυτά των κομμάτων του Βελόπουλου, του Νατσιού και της Λατινοπούλου σε κάποιες εκλογικές περιφέρειες της Μακεδονίας όχι μόνο δεν θα είναι ευκαταφρόνητο, αλλά πιθανότατα να λειτουργήσει και ως σήμα κινδύνου για την ευστάθεια του πολιτικού συστήματος. Σημειώνουμε πως Καρυστιανού, Βελόπουλος, Νατσιός και Λατινοπούλου και τα κόμματά τους («αντισυστημικά» με υπερσυντηρητική έως ακροδεξιά υφή) έχουν ως έδρα τη Θεσσαλονίκη και κατά κάποιον τρόπο παραπέμπουν στον παραδοσιακό διχασμό των «βορείων» και των «νοτίων» με αιχμή το λεγόμενο «αθηνοκεντρικό κράτος».
H μάχη των ποσοστών
Πάντως, όσο θα πλησιάζουμε προς τις κάλπες η μάχη θα επικεντρωθεί στα ποσοστά που θα πάρουν η Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα Τσίπρα. Και ο λόγος είναι απλός. Επειδή αυτοί οι τρεις παίκτες θα καθορίσουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Εφόσον δεν υπάρξει, όπερ και το πιθανότερο, αυτοδυναμία, τότε τα αποτελέσματα της κάλπης είναι αυτά που θα καθορίσουν τη στάση των Μητσοτάκη, Ανδρουλάκη και Τσίπρα στο θέμα της κυβερνητικής συνεργασίας και όχι τα όσα «ηρωικά και πένθιμα» λέγονται σήμερα. Αυτός είναι και ο λόγος που η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ανδρουλάκη και τον Τσίπρα για τη δεύτερη θέση στην πορεία προς τις εκλογές θα προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ολοκληρωτικού πολέμου. Επειδή με τα σημερινά δεδομένα και εκτός δραματικών εξελίξεων η πρωτιά της Ν.Δ. δεν αμφισβητείται, η «μάχη των μαχών» θα είναι για την πυξίδα της αντιπολίτευσης. Θα την κρατάει ο Ανδρουλάκης ή ο Τσίπρας;
Από το Θησείο, το βράδυ της Τρίτης, ο πρώην πρωθυπουργός θα διακηρύξει πως δεν τον ενδιαφέρει η μάχη για τη δεύτερη θέση. Στόχος του, θα πει, είναι η εκλογική νίκη. Βεβαίως, ξέρει πως είναι δύσκολο να κερδίσει τον Μητσοτάκη. Οχι επειδή έχασε από αυτόν το 2019 και το 2023, αλλά επειδή το ποσοστό που του δίνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις υπολείπεται ακόμη και του 17,8% που πήρε τον Ιούνιο του 2023 και το οποίο τον οδήγησε στην παραίτησή του από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας μπορεί να έχει όλα τα αρνητικά που του καταλογίζουν οι αντίπαλοί του, δεν είναι όμως καλαμοκαβαλάρης. Γνωρίζει τη δύναμή του και τα όριά της στο εκλογικό σώμα. Η λεγόμενη περίμετρος του κόμματός του μπορεί να ορίζεται στην περιοχή του 20%, όμως το πρόβλημά του είναι το περίπου 80% των ψηφοφόρων που βλέπουν αδιάφορα έως αρνητικά την επιστροφή του. Το σπάσιμο αυτών των ορίων θα είναι ο στόχος του μέχρι τις εκλογές. Για να το καταφέρει, θα πρέπει τα επόμενα δύο κύματα των δημοσκοπήσεων, του Ιουνίου και του Ιουλίου, να δείξουν ότι η δυναμική του κόμματός του είναι να ξεπεράσει το ΠΑΣΟΚ. Επίσης, θα πρέπει ο ίδιος να βελτιώσει, σε σχέση με τον Μητσοτάκη, την «πρωθυπουργισιμότητά» του. Μπορεί στον τομέα αυτό ο Αλέξης να κερδίζει τον Ανδρουλάκη, όμως υπολείπεται καταφανώς του Κυριάκου.
Οι ψηφοφόροι του... καναπέ
Για να μπορέσει πάντως ο πρώην πρωθυπουργός να αναμετρηθεί στα ίσια με τον νυν, θα πρέπει να σηκώσει εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο από τον καναπέ του. Δεν του αρκεί να πάρει το 80% του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ του 2023. Για να «πετάξει» σε υψηλά ποσοστά, που θα του προσδώσουν τον χαρακτηρισμό του «ερχόμενου», χρειάζεται να... τρυγήσει από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους της Ν.Δ. και να διεμβολίσει σοβαρά το ΠΑΣΟΚ, κάτι που προσώρας, αν πιστέψουμε τους δημοσκόπους, δεν φαίνεται να το καταφέρνει. Και βέβαια, δεν είναι ούτε το όνομα του κόμματος, ούτε η διακήρυξη, ούτε οι υπογραφές και η ψηφιακή κοινότητα αυτά που θα μεγαλώσουν την απήχησή του στο εκλογικό σώμα.
Δεν θα κερδίσει περισσότερες ψήφους αν το πει «Πυξίδα», «Ιθάκη», «Προοδευτική Συμμαχία» ή «Μπάρτσα», ούτε αν το χρώμα είναι το κόκκινο, το πορτοκαλί, το κοραλλί ή το τρικολόρ της πρωταθλήτριας Ισπανίας. Ακόμη κι αν το ονομάσει «Νέα Εθνική Πυξίδα», όπως ήταν και ο τίτλος άρθρου του τον Μάρτιο του 2025, θα πρέπει αμέσως μετά τη διακήρυξη να προχωρήσει σε συγκεκριμένες προγραμματικές εξειδικεύσεις που να αφορούν τη βελτίωση της ζωής των πολιτών.
Μόνο έτσι θα βελτιώσει τα ποσοστά του. Για να έχεις «καλή ψαριά» δεν αρκεί να διαλαλείς ότι «η απάντηση στις ραγδαίες γεωπολιτικές μετατοπίσεις είναι η ισχυρή και αυτοδύναμη Ελλάδα με πολυδιάστατη στρατηγική και όχι πρόθυμος ακόλουθος». Ούτε φυσικά φτάνουν τα μανιφέστα, όπως του Σιακαντάρη, για ψηφίσουν το κόμμα Τσίπρα οι Αριστεροί, οι Οικολόγοι και οι Σοσιαλδημοκράτες. Και φυσικά θα χρειαστεί καιρός για να ενσωματωθεί στο κόμμα Τσίπρα η πλειονότητα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, αλλά και κόσμος από τα κόμματα του Βαρουφάκη, της Κωνσταντοπούλου και του Κασσελάκη.
Η αλήθεια είναι πως ο Τσίπρας βγάζει σπυράκια όταν ακούει Κουμουνδούρου και σε καμία περίπτωση δεν θέλει να εμπλέκεται το όνομά του στα όσα τραγελαφικά εκτυλίσσονται στον ΣΥΡΙΖΑ με τον Φάμελλο, τον Πολάκη και τ’ άλλα (από το παρελθόν) συντρόφια του. Τα κεντρικά γραφεία του κόμματός του θα βρίσκονται στο Σύνταγμα, στο τέρμα της Φιλελλήνων, κοντά στην Αμαλίας, όπου είναι το πολιτικό του γραφείο και η έδρα του ινστιτούτου του και ουδεμία διάθεση έχει να επιστρέψει στην πλατεία Κουμουνδούρου.
Ριζική αλλαγή
Ακόμη και μέσω της χωροταξίας, ο Αλέξης θέλει να δείξει πως έχει αλλάξει. Πολιτικά, ιδεολογικά, αλλά και με το πώς αντιλαμβάνεται οργανωτικά το νέο του κόμμα. Βουλευτές μέχρι την προκήρυξη των εκλογών δεν θα έχει το νέο κόμμα, ούτε κάποιος θα μπορεί να μιλάει εξ ονόματός του στο Κοινοβούλιο. Ούτε καν η Ολγα Γεροβασίλη που θεωρείται βέβαιο πως θα κατέλθει υποψήφια με το κόμμα Τσίπρα στην Αρτα, ούτε ο Συμεών Κεδίκογλου στην Εύβοια ή ο Ζαμπάρας στην Αιτωλοακαρνανία, ο Καραμέρος στην Ανατολική Αττική και οι υπόλοιποι. Μπορούν να γίνουν μέλη του κόμματος Τσίπρα όταν παραιτηθούν από βουλευτές. Το πιθανότερο είναι πως σε πρώτη φάση κάποιοι θα προτιμήσουν να ανεξαρτητοποιηθούν.
Ισως αυτό γίνει και εντός του Ιουνίου, αφού τη μεθεπόμενη εβδομάδα, στις 6/6, θα συνέλθει η Κεντρική Επιτροπή προκειμένου να εισηγηθεί στο Διαρκές Συνέδριο του κόμματος την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.
Πάντως, από τη στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας έχει διαμηνύσει, μέσω και του Φάμελλου, στους παλιούς του συντρόφους ότι δεν επιθυμεί κομματικές συνεργασίες, αλλά μπορεί σε χρόνο μέλλοντα να δεχθεί αυτούς -και όχι όλους- που θέλουν να τον ακολουθήσουν στο νέο του εγχείρημα, ενισχύεται η πιθανότητα ο ΣΥΡΙΖΑ να κατέλθει στις επόμενες εκλογές. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με τη Νέα Αριστερά. Ο πρώην πρόεδρος Αλέξης Χαρίτσης, η Εφη Αχτσιόγλου, ο Νάσος Ηλιόπουλος, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, η Μερόπη Τζούφη, η Θεανώ Φωτίου, ο Χουσεΐν Χασάν Ζεϊμπέκ και ενδεχομένως η Σία Αναγνωστοπούλου αναμένεται μετά την ανακοίνωση του κόμματος Τσίπρα και πριν την Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ να ανεξαρτητοποιηθούν. Ακόμη δεν έχει συμφωνηθεί αν αυτό θα γίνει ομαδικά ή κατά μόνας. Εξυπακούεται πως στην περίπτωση αυτή παύει να υφίσταται η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Αριστεράς.
Το τελευταίο επιχείρημα για να αποχωρήσουν τους το έδωσε χθες η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος καθώς η πλειοψηφία, υπό τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, αποφάσισε πως η συμπόρευση με τον Αλέξη Τσίπρα είναι αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη, αφού τον πρώην πρωθυπουργό ο Σκουρλέτης, ο Τσακαλώτος, ο Φίλης και τ’ άλλα συντρόφια τον τοποθετούν εκτός Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Οι βουλευτές της Νέας Αριστεράς που θα αποχωρήσουν δεν πρόκειται να ενταχθούν άμεσα στο κόμμα Τσίπρα. Ούτε οι ίδιοι το θέλουν, ούτε ο Αλέξης. Θα συζητήσουν μαζί του, πιθανώς μετά την επιστροφή (18/6) του πρώην πρωθυπουργού από την Κύπρο, αλλά του αναγνωρίζουν το δικαίωμα να προσπαθήσει να επιβάλλει στο κόμμα του τα νέα πρόσωπα, το φρέσκο αίμα, που αυτός θέλει. Παραδέχονται πως μόνο ζημία θα προκαλούσαν στον πρώην πρωθυπουργό αν δινόταν η εντύπωση πως ο Τσίπρας, όπως είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «ηγείται ενός νέου ΣΥΡΙΖΑ με άλλο ΑΦΜ».
Τα νέα πρόσωπα
Εξάλλου, ο Αλέξης θέλει να έχει ικανό χρόνο, τουλάχιστον μέχρι τον Σεπτέμβριο, για να επιβάλλει όχι μόνο στο κόμμα, αλλά και στον δημόσιο λόγο (ραδιόφωνα, τηλεόραση, social media) τα νέα του στελέχη. Τα νέα πρόσωπα (Κουφονικολάκου, Αλεξάκος, Φωτονιάτα, Λιάκος, Τζήμητρας κ.ά.) χρειάζονται χρόνο για να... αναπνεύσουν και να μην καπελωθούν από τις «παλιές καραβάνες». Την Τρίτη, εκτός από το τραγούδι του Κραουνάκη θα ακούσουμε πολλούς ξένους ηγέτες να εύχονται στον Τσίπρα να ευδοκιμήσει πολιτικά και εκλογικά το κόμμα του. Οι συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού «ξεσκόνισαν» τον κατάλογο των συναντήσεων του Αλέξη με πολιτικούς όπως ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς, ο πρώην πρωθυπουργός Ενρίκο Λέτα, ο πρώην πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λούλα ντα Σίλβα και πολλοί άλλοι, οι οποίοι θα μπορούσαν με τα μηνύματά τους να είναι οι ευχάριστες εκπλήξεις για τις οποίες κάνουν λόγο οι συνεργάτες του Αλέξη.
Για να κλείσουμε με τη «διπλή παγίδα» του Τσίπρα στον Ανδρουλάκη και τον Φάμελλο, θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο, κατά τον Θουκυδίδη, αναπόφευκτος πόλεμος θα μπορούσε, κατά τον Αλισον, να αποφευχθεί. Πώς; Με εκτεταμένη και εντατική διπλωματία. Με προσεκτικές κινήσεις και μεγάλη προσπάθεια για να βρεθούν κοινοί τόποι. Μπορεί αυτό να συμβεί και στα καθ’ ημάς, στην ελληνική Αριστερά και Κεντροαριστερά; Μάλλον όχι. Τσίπρας και Ανδρουλάκης δεν θέλουν ούτε να δει ο ένας τον άλλον, όχι να συνομιλήσουν για συνεργασία προκειμένου να κερδίσουν τον Μητσοτάκη και να σχηματιστεί προοδευτική κοινοβουλευτική και κυβερνητική πλειοψηφία. Αν όχι στις πρώτες, τουλάχιστον στις δεύτερες εκλογές.
Και ο ένας και ο άλλος έχουν επιλέξει την αυτόνομη πορεία και θα κάνουν οτιδήποτε χρειαστεί για να επικρατήσουν στον μεταξύ τους ανειρήνευτο πόλεμο. Ούτε καν στο παρασκήνιο δεν ρίχνουν γέφυρες. Φροντίζουν να τις καίνε. Και αποπαίρνουν εκείνα τα πολιτικά στελέχη που θα ήθελαν, παρά τις εχθροπραξίες, να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας. Πάντως, η καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο και πρόεδρος του ΕΚΚΕ Βασιλική Γεωργιάδου έχει τη γνώμη πως η δημιουργία του νέου κόμματος θα κριθεί από την ικανότητα του Τσίπρα «να καταδείξει και να πείσει ότι η πολιτική του ταυτότητα και το πολιτικό του όραμα αντανακλούν ουσιαστικές μεταβολές και όχι εργαλειακές προσαρμογές που υπαγορεύονται από πολιτικά αδιέξοδα του χώρου από τον οποίο ο ίδιος προέρχεται και εκφράζει». Και μάλλον έχει δίκιο...
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα