Μια ολοένα και πιο ζοφερή πραγματικότητα βιώνει μεγάλο μέρος του πληθυσμού στις
ΗΠΑ, με την κατάσταση στην οικονομία να υποχρεώνει ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να απευθύνονται στις λεγόμενες «τράπεζες
τροφίμων» για να εξασφαλίσουν τα βασικά για να μπορέσουν να επιβιώσουν, με βασικά θύματα εργαζόμενους, συνταξιούχους και οικογένειες της μεσαίας τάξης γενικά.
Όμως οι περικοπές που έχει εφαρμόσει η κυβέρνηση Τραμπ στο
επιστιστικό πρόγραμμα, που φτάνουν σχεδόν το μισό δισεκατομμύριο δολάρια, έχει κάνει την κατάσταση ακόμα πιο τραγική. Σύμφωνα με το
NBC News, 1 εκατομμύρια παιδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν τρέφονται σωστά, καθώς τα διαθέσιμα τρόφιμα έχουν λιγοστέψει επικίνδυνα, την ώρα που περισσότεροι άνθρωποι φτάνουν στις δομές αναζητώντας το φαγητό της ημέρας τους.
Σύμφωνα με έρευνα του αμερικανικού μέσου σε 48 από τις μεγαλύτερες τράπεζες τροφίμων, σε 35 πολιτείες και στην Ουάσινγκτον, σχεδόν τα τρία τέταρτα των οργανώσεων ανέφεραν αύξηση του αριθμού των ανθρώπων που ζητούν βοήθεια κατά τον τελευταίο χρόνο. Ανάμεσά τους βρίσκονται εργαζόμενοι που επισκέπτονται τις δομές στο διάλειμμα της εργασίας τους, αλλά και ηλικιωμένοι που δυσκολεύονται να καλύψουν τα ιατρικά τους έξοδα.
Την ίδια στιγμή, περισσότερες από οκτώ στις δέκα οργανώσεις ανέφεραν μείωση στα τρόφιμα και στη χρηματοδότηση που λαμβάνουν μέσω του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας (USDA), ενώ το αυξημένο κόστος των καυσίμων επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη μεταφορά και τη διανομή των προμηθειών.
Στο Μέιν, η τράπεζα τροφίμων Good Shepherd ανέφερε ότι η ποσότητα τροφίμων που έλαβε από το USDA μειώθηκε μέσα σε έναν χρόνο από τα 13 εκατομμύρια στα 9 εκατομμύρια λίβρες, δηλαδή από περίπου 5.900 σε 4.100 τόνους. Στο Μίσιγκαν, η οργάνωση Forgotten Harvest αναγκάζεται να περιορίζει τις ποσότητες που προσφέρει, ώστε να φτάσουν για περισσότερους ανθρώπους. Εκεί όπου μια οικογένεια λάμβανε δύο σακούλες πατάτες, τώρα παίρνει μία. Αντί για έξι συσκευασίες γιαουρτιού, παραλαμβάνει δύο.
«Οι άνθρωποι δέχονται πολλαπλά πλήγματα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς τους», εξηγεί η Πούναμ Γκούπτα, ερευνήτρια στο Urban Institute, έναν οργανισμό που μελετά κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα.
«Είναι πραγματικά δύσκολο να συνεχίσει κανείς να εξασφαλίζει μια υγιεινή, θρεπτική και ισορροπημένη διατροφή όταν αντιμετωπίζει διαρκώς νέες οικονομικές επιβαρύνσεις», συμπληρώνει.
Οι περικοπές της κυβέρνησης Τραμπ και η απάντηση του Λευκού Οίκου
Οι δυσκολίες των τραπεζών τροφίμων εντάθηκαν κατά τους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, όταν η αμερικανική κυβέρνηση κατήργησε πρόγραμμα ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο είχε δημιουργηθεί την περίοδο της πανδημίας και προέβλεπε την προμήθεια τοπικών αγροτικών προϊόντων για τις δομές επισιτιστικής βοήθειας. Παράλληλα, ανεστάλησαν προγραμματισμένες αγορές τροφίμων από το υπουργείο Γεωργίας, εκτιμώμενης αξίας 500 εκατομμυρίων δολαρίων.
Αν και η χρηματοδότηση από το Κογκρέσο ενός ξεχωριστού, παλαιότερου προγράμματος επείγουσας επισιτιστικής βοήθειας έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, πολλοί επικεφαλής τραπεζών τροφίμων υποστηρίζουν ότι συνολικά λαμβάνουν λιγότερες προμήθειες σε σύγκριση με την περίοδο της κυβέρνησης Μπάιντεν.
Επιπλέον, ο Τραμπ υπέγραψε νομοθεσία που αυστηροποιεί τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο πρόγραμμα επισιτιστικής βοήθειας SNAP, γνωστό ως food stamps.
Με τις νέες ρυθμίσεις, σχεδόν όλοι οι ενήλικοι που είναι ικανοί προς εργασία και δεν φροντίζουν μικρά παιδιά υποχρεούνται να εργάζονται, να προσφέρουν εθελοντική εργασία ή να παρακολουθούν εκπαιδευτικά προγράμματα τουλάχιστον 80 ώρες τον μήνα, προκειμένου να διατηρήσουν το δικαίωμα ενίσχυσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια άνθρωποι, ανάμεσά τους τουλάχιστον ένα εκατομμύριο παιδιά, έχουν χάσει την επισιτιστική τους βοήθεια μετά την εφαρμογή του νόμου.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, υπερασπίστηκε την κυβερνητική πολιτική, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος βελτιώνει την οικονομική κατάσταση των Αμερικανών μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, της δημιουργίας θέσεων εργασίας και της ενίσχυσης των επιχειρηματικών επενδύσεων.
Όπως ανέφερε, ο Τραμπ επιδιώκει να καταστήσει το SNAP βιώσιμο για τις επόμενες γενιές, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τη σπατάλη, τις απάτες και την κατάχρηση των παροχών.
Από την πλευρά του, το αμερικανικό υπουργείο Γεωργίας αμφισβητεί ότι έχει μειώσει τις ποσότητες τροφίμων που παρέχει.
Εκπρόσωπός του δήλωσε ότι η αρμόδια υπηρεσία επενδύει καθημερινά 340 εκατομμύρια δολάρια σε κοινότητες χαμηλού εισοδήματος και ανθρώπους που χρειάζονται διατροφική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένων εκατομμυρίων μαθητών, ηλικιωμένων και ατόμων με αναπηρίες. «Η αποστολή μας να βοηθούμε όσους έχουν ανάγκη δεν έχει αλλάξει», υπογράμμισε.
Στη Δυτική Βιρτζίνια η κρίση είναι ακόμη μεγαλύτερη
Οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα αισθητές σε περιοχές όπως η Δυτική Βιρτζίνια, όπου η οικονομία πολλών τοπικών κοινωνιών εξαρτιόταν επί δεκαετίες από την εξόρυξη άνθρακα. Η οργάνωση Facing Hunger Foodbank, που τροφοδοτεί την τράπεζα τροφίμων του Λίκενς και άλλες δομές στα Απαλάχια, καταγράφει αύξηση 25% στους ανθρώπους που ζητούν βοήθεια μέσα στον τελευταίο χρόνο.
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τη διευθύνουσα σύμβουλό της, Σίντι Κίρκχαρτ, οι ποσότητες τροφίμων που λαμβάνει από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση μειώθηκαν κατά το ένα τρίτο. Η αύξηση των τιμών των καυσίμων, την οποία το δημοσίευμα συνδέει και με τον πόλεμο στο Ιράν, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τους κατοίκους. Σε ορισμένες απομονωμένες κοινότητες, μια διαδρομή 45 λεπτών μέχρι το πλησιέστερο σούπερ μάρκετ μπορεί να κοστίσει περισσότερα από 15 δολάρια μόνο σε καύσιμα.
Παράλληλα, οι νέες απαιτήσεις εργασίας για τη χορήγηση επισιτιστικής βοήθειας εφαρμόζονται σε περιοχές όπου οι διαθέσιμες θέσεις απασχόλησης και τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης είναι περιορισμένα.
Σύμφωνα με το υπουργείο Ανθρωπίνων Υπηρεσιών της Δυτικής Βιρτζίνια, από το περασμένο καλοκαίρι περίπου 24.000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 8.000 παιδιά, έχουν χάσει τα επιδόματα επισιτιστικής βοήθειας.
«Είναι σαν την πανδημία, αλλά σε ακόμη χειρότερο βαθμό και χωρίς τους οικονομικούς πόρους», λέει η Κίρκχαρτ. «Δεν πιστεύω ότι η κυβέρνηση πρέπει να παρέχει τα πάντα. Αλλά, αν μας ζητά να αναλάβουμε αυτή την ευθύνη, τουλάχιστον ας μας βοηθήσει», προσθέτει.
«Ποτέ δεν είχαμε τόσο λίγα τρόφιμα εδώ και 23 χρόνια»
Ένας υπεύθυνος μιας τέτοιας δόμης αναφέρει ότι οι ποσότητες που λαμβάνει από το υπουργείο Γεωργίας έχουν μειωθεί κατά 25% τα τελευταία χρόνια, ενώ οι συνεχείς μηνιαίες διακυμάνσεις καθιστούν σχεδόν αδύνατο τον προγραμματισμό.
Τον Αύγουστο, όπως λέει, έλαβε μόλις 2,5 λίβρες τροφίμων ανά νοικοκυριό, δηλαδή περίπου 1,1 κιλό, όταν πριν από μερικά χρόνια η αντίστοιχη ποσότητα έφτανε τις 20 λίβρες, περίπου εννέα κιλά. Το κρέας έχει γίνει σπάνιο και συχνά αντικαθίσταται από ξερά φασόλια και άλλα τρόφιμα που απαιτούν μαγείρεμα. Αυτό δημιουργεί επιπλέον δυσκολίες για ανθρώπους με αναπηρίες ή παιδιά που χρειάζεται να ετοιμάζουν μόνα τους το φαγητό τους. «Αυτή είναι η πιο δύσκολη περίοδος όσον αφορά τα αποθέματα τροφίμων στα 23 χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά», τονίζει.
«Μερικές φορές κάθομαι και κλαίω γιατί δεν ξέρω τι θα φάω»
Την ίδια ώρα οι προσωπικές ιστορίες κι οι περιπτώσεις των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν κυριολεκτικά το φάσμα της πείνας είναι συγκλονιστικές. Μια 73χρονη που στο παρελθόν διατηρούσε εστιατόριο στην περιοχή και σήμερα ζει από τη σύνταξή της, η οποία μόλις επαρκεί για την κάλυψη των μηνιαίων λογαριασμών, έχει περιορίσει τη δαπάνη για το φαγητό της λόγω της ακρίβειας στη βενζίνη και το ρεύμα.
«Μερικές φορές κάθομαι και κλαίω, προσπαθώντας να σκεφτώ τι θα φάω από κάποια κονσέρβα, γιατί δεν έχω καθόλου κρέας», είπε συγκινημένη. «Η οικονομική κατάσταση είναι πραγματικά πολύ άσχημη. Είναι τρομερή». Παράλληλα, η ηλικιωμένη πουλά παλιά προσωπικά της αντικείμενα σε υπαίθριες αγορές, ώστε να εξασφαλίζει λίγα επιπλέον χρήματα. Η ίδια πιστεύει ότι οι πολιτικοί στην Ουάσινγκτον δεν κατανοούν την πραγματική έκταση των προβλημάτων. «Χρειαζόμαστε βοήθεια. Δεν ξέρουν ούτε τα μισά από όσα περνάμε. Πραγματικά δεν ξέρουν», λέει.
«Πίστευα ότι ο Τραμπ θα τα φτιάξει όλα, με έχει απογοητεύσει»
Η δυσαρέσκεια εκφράζεται ακόμα και σε πολιτεία όπου ο Ντόναλντ Τραμπ συγκέντρωσε περίπου το 70% των ψήφων στις προεδρικές εκλογές του 2024. Οι απόψεις των κατοίκων διαφέρουν. Ορισμένοι εξακολουθούν να στηρίζουν τον Τραμπ, ακόμη και την απόφασή του για επίθεση στο Ιράν, παρά την επιβάρυνση στις τιμές των καυσίμων, θεωρώντας ότι οι Ρεπουμπλικανοί αποτελούν καλύτερη επιλογή από τους Δημοκρατικούς.
Άλλοι εκφράζουν την απογοήτευσή τους για το κόστος ζωής και ζητούν περισσότερες παρεμβάσεις. Ερωτηθείσα μια γυναίκα στη σειρά για τρόφιμα για το τι μήνυμα θα έστελνε στον Αμερικανό πρόεδρο, απάντησε: «Σ' αγαπώ, αλλά νομίζω ότι μπορείς να κάνεις καλύτερη δουλειά από αυτή που κάνεις τώρα». Μάλιστα, περιγράφει έναν τελευταίο χρόνο γεμάτο αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, στα τρόφιμα και στη βενζίνη.
Με τον χειμώνα να πλησιάζει, ανησυχεί ότι δεν θα μπορεί να αγοράσει αρκετό προπάνιο για να θερμάνει το σπίτι της. «Πραγματικά πίστευα ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα αναλάμβανε και θα τα τακτοποιούσε όλα. Με έχει απογοητεύσει», δηλώνει.