Στην παραδοχή πως είχε στην κατοχή του εμπιστευτικές πληροφορίες, προχώρησε
ο συλληφθείς πρώην επικεφαλής των εξωτερικών μυστικών υπηρεσιών της
Γερμανίας, ωστόσο ξεκαθάρισε πως δεν πλήρωσε για να τις αποκτήσει, ούτε τις διαβίβασε σε ξένες δυνάμεις.
Συγκεκριμένα, ο δικηγόρος του
Άουγκουστ Χάνινγκ,
Λέον Κρούζε, δήλωσε στους
Financial Times, μια μέρα μετά τη σύλληψή του, ότι ο πελάτης του
«διώκεται άδικα» και πως οι κατηγορίες για προδοσία είναι «
αβάσιμες», παρότι είναι «
αλήθεια» ότι είχε
«στην κατοχή του εμπιστευτικά έγγραφα».
Ο 80χρονος
Χάνινγκ συνελήφθη την Τρίτη στο πλαίσιο μιας υπόθεσης που φαίνεται να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες παραβιάσεις της εθνικής ασφάλειας στη σύγχρονη γερμανική ιστορία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που αποκάλυψαν οι εισαγγελείς. Η υπόθεση προκάλεσε αναταραχή στις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών και έθεσε ερωτήματα σχετικά με τις - εν πολλοίς - ανεξέλεγκτες επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκούν πρώην κατάσκοποι μετά την αποχώρησή τους από τη δημόσια υπηρεσία.
Ο Χάνινγκ, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε το
2009 αφού είχε υπηρετήσει ως επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών (BND) και ως υφυπουργός στο υπουργείο Εσωτερικών, κατηγορείται ότι αγόρασε χιλιάδες άκρως απόρρητα έγγραφα από έναν στενό του συνεργάτη στη BND τα τελευταία
16 χρόνια.
Μεγάλο μέρος αυτών είχε συνταχθεί αποκλειστικά για την καγκελάριο
Μέρκελ και ανώτερους υπουργούς. Η πρακτική αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του τρέχοντος έτους, σύμφωνα με την εισαγγελία. Σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, η πώληση και η αγορά κρατικών μυστικών είναι παράνομη.
Ο
Κρούζε αρνήθηκε ότι ο πελάτης του είχε πληρώσει για να αποκτήσει αυτές τις πληροφορίες.
«Ενώ είναι αλήθεια ότι είχε στην κατοχή του εμπιστευτικά έγγραφα, ο ισχυρισμός ότι διαβίβασε πληροφορίες που περιείχαν αυτά τα έγγραφα εις βάρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας — πόσο μάλλον έναντι αμοιβής — είναι αβάσιμος. Περαιτέρω έρευνες θα αποκαλύψουν την αλήθεια», δήλωσε ο δικηγόρος.
Οι Γερμανοί εισαγγελείς ανέφεραν ότι ο
Χάνινγκ, ο οποίος παραπέμφθηκε ενώπιον ομοσπονδιακών δικαστών την Τετάρτη στην
Καρλσρούη, διατηρούσε ενεργή επαφή με δύο ξένες υπηρεσίες πληροφοριών. Δεν διευκρίνισαν αν αυτές προέρχονταν από εχθρικά ή συμμαχικά κράτη, αλλά αξιωματούχοι που είναι εξοικειωμένοι με την έρευνα δήλωσαν ότι η υπόθεση δεν είχε καμία σχέση με τη Ρωσία.
Αφού αποσύρθηκε από τα δημόσια αξιώματα, ο Χάνινγκ εργάστηκε ως ιδιωτικός σύμβουλος για μια σειρά εταιρικών και εύπορων πελατών. Ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Γερμανο-Αζερμπαϊτζάνικου φόρουμ, μιας ομάδας άσκησης πίεσης για την προώθηση των συμφερόντων του Μπακού. Μεταξύ των άλλων πελατών του συγκαταλέγονταν επιχειρήσεις, εύποροι ιδιώτες και πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα στην Ουκρανία, το Ισραήλ, την Αυστρία και τη Γερμανία, σύμφωνα με άτομα που είναι εξοικειωμένα με το θέμα.
Ο Χάνινγκ βρισκόταν σε επαφή με ανώτερους αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών της Ευρώπης και των ΗΠΑ καθώς και με διπλωμάτες εκ μέρους των πελατών του, όπως δήλωσαν στους
Times άτομα που έχουν λάβει τέτοια μηνύματα. Μάλιστα, ένας τέτοιος πελάτης του, η Γερμανίδα κληρονόμος ενός ιδιοκτήτη εστιατορίου, η οποία φέρεται να έστειλε ομάδα στη Δανία για να απαγάγει τα παιδιά της από τον πατέρα τους, ήταν εκείνη που ξεκίνησε και την έρευνα εναντίον του.
Σε τουλάχιστον μία περίπτωση, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ο Χάνινγκ χρησιμοποίησε τα απόρρητα στοιχεία που είχε αποκτήσει για να εκπονήσει μια ανάλυση για μια
«ξένη υπηρεσία πληροφοριών» που τον είχε προσλάβει ως σύμβουλο. Οι εισαγγελείς δήλωσαν ότι δεν είναι σαφές αν η ανάλυση, η οποία βρέθηκε στις προσωπικές συσκευές του Χάνινγκ, είχε ποτέ σταλεί στον προοριζόμενο παραλήπτη.
Η περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν
Αναφερόμενο σε ανώνυμες πηγές, το γερμανικό περιοδικό
Der Spiegel ανέφερε το βράδυ της Τρίτης ότι ένας πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών του Αζερμπαϊτζάν
ενδέχεται να ήταν ο προοριζόμενος παραλήπτης μιας έκθεσης που ετοίμασε ο Χάνινγκ και η οποία περιείχε απόρρητες πληροφορίες της γερμανικής κυβέρνησης.
Σε δήλωση την Τετάρτη, το κρατικό συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και ραδιοτηλεόρασης του Αζερμπαϊτζάν ανέφερε: «Οι πληροφορίες που διαδίδονται από ορισμένα ξένα μέσα ενημέρωσης και συνδέουν το Αζερμπαϊτζάν με την εν εξελίξει έρευνα σχετικά με τον
Άουγκουστ Χάνινγκ είναι ψευδείς και θεωρούνται μέρος μιας εντατικής εκστρατείας δυσφήμισης».
Ο Χάνινγκ προκαλούσε συχνά - πυκνά αντιπαραθέσεις. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως προέδρου της BND μεταξύ 1998 και 2005, η υπηρεσία παρακολουθούσε Γερμανούς ερευνητικούς δημοσιογράφους που της ασκούσαν κριτική, αναζητώντας «βρώμικα» στοιχεία που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να τους δυσφημίσει. Η δραστηριότητα αυτή αποκαλύφθηκε στο πλαίσιο κοινοβουλευτικής έρευνας και η BND αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη.
Ως σύμβουλος προς μίσθωση, ο Χάνινγκ δέχονταν πελάτες από ποικίλα περιβάλλοντα και συχνά οι υπηρεσίες του ανατέθηκαν αποκλειστικά λόγω του επισφαλούς, ευαίσθητου ή αμφίβολου χαρακτήρα των επιχειρηματικών ή πολιτικών δραστηριοτήτων τους.
Πολλοί πρώην αξιωματικοί των μυστικών υπηρεσιών αξιοποιούν τις επαφές και την εμπειρία που απέκτησαν από τη δουλειά τους στην κυβέρνηση στις μετέπειτα ιδιωτικές καριέρες τους, ενώ εχθρικοί παράγοντες των μυστικών υπηρεσιών συχνά στοχεύουν σκόπιμα πρώην κατασκόπους που επιδιώκουν να κερδίσουν χρήματα.
Η υπόθεση που τον «έκαψε»
Η υπόθεση που τελικά οδήγησε στον Χάνινγκ ξεκίνησε στο Αμβούργο, όπου οι τοπικές εισαγγελικές αρχές διεξήγαγαν έρευνα για την Κριστίνα Μπλοκ, την κληρονόμο της αλυσίδας εστιατορίων «Block House».
Σύμφωνα με τον εισαγγελέα του Αμβούργου, ο Χάνινγκ βοήθησε να συστηθεί η Μπλοκ σε μια ισραηλινή ιδιωτική εταιρεία πληροφοριών, την «Cyber Cupula», η οποία, όπως ισχυρίζεται ο εισαγγελέας, είχε οργανώσει την απαγωγή δύο παιδιών της Μπλοκ την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2023 από τον πρώην σύζυγό της στη Δανία.
Η αποστολή, με κωδικό όνομα «Επιχείρηση Golden Ice», εκτελέστηκε από πρώην πράκτορες των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών, ανέφερε ο εισαγγελέας.
Η Μπλοκ κατηγορήθηκε τον Απρίλιο του 2025 και παραπέμφθηκε σε δίκη στο Αμβούργο τρεις μήνες αργότερα. Η δίκη βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Η «Cyber Cupula» δεν έχει κατηγορηθεί. Η γερμανική αστυνομία συνέλαβε και απαγγέλλει κατηγορίες σε έναν πρώην πράκτορα της Μοσάντ, τον Ταλ Σ., ο οποίος βρίσκεται σε προδικαστική κράτηση τα τελευταία δύο χρόνια. Δύο ακόμη Ισραηλινοί καταζητούνται από τις γερμανικές αρχές, αλλά διέφυγαν από τη χώρα πριν προλάβουν να συλληφθούν.
Η Μπλοκ αρνείται ότι είχε γνώση του σχεδίου απαγωγής και από το 2021 διεξάγει μια ανεπιτυχή μάχη για την επιμέλεια των παιδιών της, καθώς τα δανικά δικαστήρια δικαιώνουν τον σύζυγό της.
Στο δικαστήριο του Αμβούργου αποκαλύφθηκε ότι ο Χάνινγκ πληρώθηκε 100.000 ευρώ για τις υπηρεσίες του, καθώς βοήθησε να έρθει σε επαφή η Μπλοκ με τους Ισραηλινούς. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ζήτησε από τον Γιάκοβ Πέρι, τον πρώην επικεφαλής της ισραηλινής υπηρεσίας εσωτερικής πληροφοριών, της Σιν Μπετ, να βοηθήσει στη συγκρότηση μιας ομάδας για να βοηθήσει την Μπλοκ.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, η αστυνομία πραγματοποίησε έφοδο στο σπίτι του Χάνινγκ και το τηλέφωνό του τέθηκε υπό παρακολούθηση κατόπιν εντολής των εισαγγελέων του Αμβούργου σε σχέση με την υπόθεση. Κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας ανακαλύφθηκε απόρρητο και πρόσφατο υλικό της BND. Τα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάστηκαν στην ομοσπονδιακή εισαγγελία, η οποία άνοιξε τον Μάιο του τρέχοντος έτους έρευνα για κατασκοπεία και προδοσία εναντίον του Χάνινγκ.
Η υπόθεση κατασκοπείας έχει πυροδοτήσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση στη Γερμανία, όπου το κοινοβούλιο συζητά έναν ριζικό νέο νόμο περί πληροφοριών που θα ρυθμίζει τις δραστηριότητες της BND.
Την Τετάρτη, κορυφαία μέλη της κοινοβουλευτικής επιτροπής που εποπτεύει τη BND ζήτησαν αλλαγές στους κανόνες που διέπουν την επαγγελματική δραστηριότητα των πρώην κατασκόπων.