Περιορισμένες είναι, πλέον, οι καλές επιλογές της κυβέρνησης του
Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή, καθώς οι υποστηριζόμενοι από το
Ιράν αντάρτες
Χούθι κατέλαβαν επιπλέον στρατηγικές περιοχές στην Υεμένη, προκαλώντας παράλληλα νέα πίεση στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Θεωρητικά, η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να εμπλακεί πιο ενεργά στη σύγκρουση, μετά την αποτυχία των δυνάμεων της Υεμένης, που υποστηρίζονται από τη
Σαουδική Αραβία, να αποτρέψουν την κατάληψη του λιμανιού Μόκα στην
Ερυθρά Θάλασσα, καθώς και τριών νησιών που θεωρούνται κρίσιμης σημασίας για τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού.
Η άλλη επιλογή για τον Λευκό Οίκο είναι να αφήσει τις χώρες της περιοχής να αντιμετωπίσουν μόνες τους τους Χούθι, αναλαμβάνοντας όμως το κόστος από την εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου, που έφτασαν τη Δευτέρα έως τα
109 δολάρια το βαρέλι.
Η άνοδος των τιμών προκλήθηκε τόσο από τον περιορισμό της διέλευσης μέσω του στενού
Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν, όσο και από το κλείσιμο του κρίσιμου αγωγού πετρελαίου East - West της Σαουδικής Αραβίας, μετά από επίθεση την οποία το Ριάντ απέδωσε σε φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ.
Καμία από τις δύο επιλογές δεν θεωρείται ιδιαίτερα ελκυστική για τις ΗΠΑ. Ένας Άραβας διπλωμάτης στην περιοχή εκτίμησε ότι η στάση της Ουάσινγκτον δείχνει αδράνεια ή, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε,
«ένα είδος αδιαφορίας». «Έχουν την αίσθηση ότι δεν θέλουν να εμπλακούν σε καμία σύγκρουση στην περιοχή πέρα από το Ιράν, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια στρατηγική ήττα για τις ΗΠΑ», δήλωσε στο
Politico ο διπλωμάτης, ο οποίος, όπως και άλλες πηγές, μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας των θεμάτων ασφαλείας.
Η Ουάσινγκτον μιλά για «περιφερειακούς εταίρους»
Σε ερωτήσεις σχετικά με την επίθεση των
Χούθι, ανώτερος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης έστειλε στο
Politico τις ίδιες θέσεις που είχε διατυπώσει στα μέσα Αυγούστου, πριν από τη νέα κλιμάκωση.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώνονται στην προστασία των βασικών συμφερόντων εθνικής ασφάλειας – όπως η διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα – ενώ ενισχύουν τους περιφερειακούς εταίρους μας ώστε να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στη διαχείριση και επίλυση των περιφερειακών προκλήσεων ασφαλείας», επισήμανε ο αξιωματούχος.
Στην ίδια δήλωση, η οποία επαναλήφθηκε από την αμερικανική κυβέρνηση, αναφέρεται επίσης ότι οι ΗΠΑ αναμένουν από τους Χούθι να τηρήσουν τους όρους της εκεχειρίας που συμφωνήθηκε πέρυσι. Τότε η οργάνωση είχε συμφωνήσει να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον αμερικανικών πλοίων, με αντάλλαγμα τον τερματισμό της αμερικανικής εκστρατείας βομβαρδισμών εναντίον τους, η οποία είχε πλήξει τουλάχιστον 800 στόχους στην Υεμένη.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ,
Τζέι Ντι Βανς δήλωσε τη Δευτέρα στους δημοσιογράφους ότι η Ουάσινγκτον βρίσκεται
«σε συνεχή επαφή με τους Εμιρατινούς, τους Σαουδάραβες και άλλους που επηρεάζονται στην περιοχή», επισημαίνοντας, παράλληλα, πως οι ΗΠΑ έχουν επίσης
«άμεσες συνομιλίες με τους ίδιους τους Χούθι».
Η Σαουδική Αραβία ζητά αμερικανική βοήθεια
Επισήμως, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διατηρούν στενή στρατιωτική σχέση με τη Σαουδική Αραβία.
Ο διοικητής της
CENTCOM, ναύαρχος
Μπραντ Κούπερ, συναντήθηκε τη Δευτέρα στη Τζέντα με τον Σαουδάραβα διάδοχο
Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, σύμφωνα με τα σαουδαραβικά κρατικά μέσα ενημέρωσης. Όπως ανακοίνωσε η
CENTCOM, οι δύο άνδρες συζήτησαν ζητήματα
«περιφερειακής συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας».
Ωστόσο, η ιδέα για έναν ακόμη πόλεμο δεν «ψήνει» την Ουάσινγκτον.
«Το πετρέλαιο βρίσκεται ήδη πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και δεν υπάρχει τέλος στον ορίζοντα για αυτές τις διακυμάνσεις των τιμών έως ότου η κυβέρνηση Τραμπ διαπραγματευτεί τον τερματισμό αυτού του πολέμου», δήλωσε η Δημοκρατική γερουσιαστής Τζιν Σαχίν από το Νιου Χάμσαϊρ, μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής
Τοντ Γιανγκ, επίσης μέλος της επιτροπής, δήλωσε ότι
«είναι ζωτικής σημασίας οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι περιφερειακοί σύμμαχοί μας να συνεργαστούν για να διατηρηθεί ανοιχτή η ροή του εμπορίου μέσω των θαλάσσιων οδών της Μέσης Ανατολής». Δεν απάντησε, ωστόσο, εάν οι ΗΠΑ θα πρέπει να συμμετάσχουν σε επιθέσεις εναντίον των Χούθι.