Ο
Ντόναλντ Τραμπ μπήκε στην τελική ευθεία για τις
ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου με μία υπόσχεση που δύσκολα περνά απαρατήρητη: 5.000 δολάρια σε κάθε ενήλικο Αμερικανό πολίτη, εφόσον οι
Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο τόσο της
Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της
Γερουσίας.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος βάφτισε την παροχή «Trump Dividend» – «μέρισμα Τραμπ» – τη συνέδεσε ευθέως με την εκλογική νίκη του κόμματός του και έθεσε μόνο έναν όρο: τα χρήματα θα πρέπει να ξοδευτούν μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εξαγγελία έγινε στο Ντάλας, στην πρώτη κομματική συνδιάσκεψη των Ρεπουμπλικανών που οργανώνεται εν μέσω προεδρικής θητείας για τη μάχη των ενδιάμεσων εκλογών. Ο Τραμπ, παρότι το όνομά του δεν βρίσκεται αυτή τη φορά στα ψηφοδέλτια, επιχείρησε να μετατρέψει την αναμέτρηση σε προσωπικό δημοψήφισμα για τη δική του προεδρία. «Αν οι Ρεπουμπλικανοί κερδίσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, και τα δύο, θα δώσω μέρισμα 5.000 δολαρίων σε κάθε ενήλικο πολίτη των Ηνωμένων Πολιτειών», είπε, προκαλώντας παρατεταμένο χειροκρότημα. Αμέσως μετά πρόσθεσε ότι τα χρήματα δεν θα πρέπει να φύγουν από την αμερικανική οικονομία: «Δεν θέλουμε να πάτε στον Καναδά να τα ξοδέψετε. Δεν θέλουμε να πάτε στην Κίνα, στη Γερμανία. Πρέπει να ξοδευτούν στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Λογαριασμός άνω του ενός τρισ.
Η πολιτική δύναμη της υπόσχεσης είναι προφανής. Το ίδιο και το μέγεθος του λογαριασμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σχεδόν 270 εκατομμύρια ενήλικους κατοίκους και μία καθολική πληρωμή 5.000 δολαρίων θα μπορούσε να ανεβάσει το κόστος κοντά στα 1,3 τρισ. δολάρια, ανάλογα με το ποιοι τελικά θα θεωρούνταν δικαιούχοι. Ο Τραμπ δεν εξήγησε πώς ακριβώς θα χρηματοδοτηθεί ένα πρόγραμμα τέτοιας κλίμακας ούτε με ποιον μηχανισμό θα ελεγχθεί εάν τα χρήματα πράγματι δαπανώνται αποκλειστικά εντός των ΗΠΑ. Τη χρηματοδοτική εξίσωση επιχείρησε να συμπληρώσει ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, συνδέοντας το «μέρισμα» με τα αυξημένα έσοδα από τους δασμούς στις εισαγωγές.
Κατά τον Βανς, πρόκειται για επιστροφή μέρους των χρημάτων που εισπράττει η αμερικανική κυβέρνηση από ξένες εταιρείες και χώρες προς τους ίδιους τους Αμερικανούς εργαζομένους. Άφησε μάλιστα ανοικτό το ενδεχόμενο οι υψηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες να εξαιρεθούν, κάτι που θα μπορούσε να περιορίσει το συνολικό κόστος. Οι αριθμοί, ωστόσο, δεν είναι εύκολο να κρυφτούν πίσω από το πολιτικό σύνθημα. Τα έσοδα από τους δασμούς είναι σημαντικά, αλλά παραμένουν πολύ χαμηλότερα από το ποσό που απαιτείται για μία εφάπαξ καταβολή τέτοιας κλίμακας. Κάθε σχέδιο θα πρέπει επομένως είτε να αναζητήσει πρόσθετες πηγές εσόδων είτε να αυξήσει τον ομοσπονδιακό δανεισμό σε μία περίοδο κατά την οποία το αμερικανικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος βρίσκονται ήδη στο κέντρο της οικονομικής συζήτησης.
Είναι νόμιμη η υπόσχεση;
Η σύνδεση ενός συγκεκριμένου χρηματικού ποσού με την εκλογική νίκη ενός κόμματος προκάλεσε αμέσως και ένα διαφορετικό ερώτημα: μπορεί ένας εν ενεργεία Πρόεδρος να υπόσχεται 5.000 δολάρια στους πολίτες εφόσον οι ψηφοφόροι δώσουν στο κόμμα του τον έλεγχο του Κογκρέσου;
Η απάντηση, με τα σημερινά δεδομένα, είναι ότι η εξαγγελία πιθανότατα δεν παραβιάζει τον ομοσπονδιακό εκλογικό νόμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν αυστηρές διατάξεις κατά της εξαγοράς ψήφων. Ο ομοσπονδιακός νόμος απαγορεύει την προσφορά χρημάτων ή άλλου οικονομικού ανταλλάγματος σε έναν πολίτη προκειμένου να ψηφίσει, να μην ψηφίσει ή να ψηφίσει υπέρ συγκεκριμένου υποψηφίου ή κόμματος. Το «Trump Dividend», όμως, όπως παρουσιάστηκε στο Ντάλας, δεν εξαρτά την πληρωμή από την ατομική συμπεριφορά του κάθε ψηφοφόρου.
Ο Τραμπ δεν είπε ότι 5.000 δολάρια θα λάβει όποιος αποδείξει ότι ψήφισε Ρεπουμπλικανούς. Η υπόσχεση αφορά όλους τους ενήλικους Αμερικανούς εφόσον το κόμμα του κερδίσει συλλογικά και τα δύο σώματα του Κογκρέσου. Θεωρητικά, δηλαδή, θα μπορούσε να λάβει το ίδιο ποσό ένας πολίτης που ψήφισε Δημοκρατικούς ή ακόμη και κάποιος που δεν προσήλθε στις κάλπες.
Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική από νομική άποψη. Νομικοί στις ΗΠΑ επισημαίνουν ότι μία τέτοια υπόσχεση προσεγγίζει περισσότερο μία προεκλογική εξαγγελία για μείωση φόρων, επιδόματα ή οικονομικές ενισχύσεις παρά μία άμεση πληρωμή ως αντάλλαγμα για συγκεκριμένη ψήφο. Η διατύπωση του Τραμπ βρίσκεται ασφαλώς πολιτικά σε μία ασυνήθιστα επιθετική περιοχή – «κερδίστε μας το Κογκρέσο και θα πάρετε 5.000 δολάρια» – αλλά το αμερικανικό ποινικό δίκαιο απαιτεί πολύ σαφέστερη σύνδεση ανάμεσα στην πληρωμή και στην ψήφο του συγκεκριμένου πολίτη για να στοιχειοθετηθεί εξαγορά ψήφου. Άλλο όμως η νομιμότητα της προεκλογικής υπόσχεσης και άλλο η δυνατότητα υλοποίησής της.
Χωρίς το Κογκρέσο δεν υπάρχει «Trump Dividend»
Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν μπορεί να αποφασίσει μόνος του την εκταμίευση ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών δίνει στο Κογκρέσο τον έλεγχο της ομοσπονδιακής δαπάνης. Χρήματα δεν μπορούν να βγουν από το αμερικανικό Δημόσιο χωρίς σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση και εγκεκριμένη πίστωση. Ακόμη και εάν ο Τραμπ επιχειρούσε να στηρίξει το πρόγραμμα στα έσοδα από τους δασμούς, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να τα αναδιανείμει με προεδρική απόφαση κατά βούληση. Για να γίνει πραγματικότητα το «μέρισμα», θα απαιτηθεί επομένως νομοσχέδιο, έγκριση από τη Βουλή και τη Γερουσία και συγκεκριμένη πρόβλεψη για τη χρηματοδότησή του. Το γεγονός ότι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές έχουν ήδη μιλήσει για την ανάγκη κατάθεσης σχετικού νομοσχεδίου μετά τις εκλογές αποτελεί στην πράξη παραδοχή αυτού ακριβώς του συνταγματικού περιορισμού. Η πολιτική υπόσχεση είναι συνεπώς πιθανότατα νόμιμη. Η μονομερής εκτέλεσή της από τον Λευκό Οίκο δεν θα ήταν.
Ο πόλεμος, το Ορμούζ και το κόστος ζωής
Η εξαγγελία δεν έγινε σε πολιτικό κενό. Έρχεται σε μία στιγμή κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν έχει επιβαρύνει την καθημερινότητα των Αμερικανών και έχει επαναφέρει το κόστος ζωής στο κέντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Η ιρανική απάντηση περιλαμβάνει επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων και συμμάχων στον Κόλπο, ενώ η σοβαρή διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έχει περάσει απευθείας στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο περνούσε πριν από τη σύγκρουση περίπου το ένα πέμπτο του πετρελαίου που διακινείται παγκοσμίως και σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι αυξήσεις στην ενέργεια δεν μένουν στον Περσικό Κόλπο. Περνούν στις τιμές των καυσίμων, στις μεταφορές, στα προϊόντα και τελικά στο πορτοφόλι των Αμερικανών, δημιουργώντας πολιτική πίεση στον Λευκό Οίκο λιγότερο από δύο μήνες πριν ανοίξουν οι κάλπες. Ο Τραμπ έχει ήδη προειδοποιήσει τους υποστηρικτές του ότι η σύγκρουση δεν αναμένεται να τελειώσει πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές και ότι οι τιμές του πετρελαίου δεν θα υποχωρήσουν άμεσα. Υπερασπίζεται όμως το κόστος αυτό υποστηρίζοντας ότι είναι το τίμημα για να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη.
Μέσα σε αυτή την πολιτική εξίσωση, τα 5.000 δολάρια αποκτούν διαφορετική διάσταση. Ο ίδιος Πρόεδρος που ζητά από τους πολίτες να αποδεχθούν το οικονομικό κόστος ενός πολέμου χωρίς άμεσο τέλος υπόσχεται ταυτόχρονα να ενισχύσει δραστικά την αγοραστική τους δύναμη εφόσον του δώσουν το Κογκρέσο που χρειάζεται για τα τελευταία δύο χρόνια της θητείας του.