Η ανακοίνωση των βρετανικών
μέτρων κατά των ισραηλινών εποικισμών στη
Δυτική Όχθη είχε ήδη προαναγγελθεί. Εκείνο που άλλαξε το πολιτικό βάρος της παρέμβασης του
Εντ Μίλιμπαντ στη Βουλή των Κοινοτήτων ήταν η γλώσσα που επέλεξε. Ο Βρετανός
υπουργός Εξωτερικών δεν περιορίστηκε στην ανακοίνωση μιας απαγόρευσης εμπορίου. Μίλησε για «
τρομοκρατία εποίκων», για Παλαιστινίους που εκδιώκονται από τα σπίτια τους και συνέδεσε όσα συμβαίνουν στη Δυτική Όχθη με τον κίνδυνο εθνοκάθαρσης, την ώρα που το Λονδίνο περνά πλέον από τις διπλωματικές καταδίκες σε συγκεκριμένα οικονομικά μέτρα.
Η παρέμβαση Μίλιμπαντ είχε όμως και μία έντονα προσωπική διάσταση. Απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται η νέα βρετανική πολιτική -με τον Αμερικανό πρεσβευτή στο Ισραήλ,
Μάικ Χάκαμπι, να έχει φτάσει μέχρι την κατηγορία περί «Jew hate» - ο υπουργός Εξωτερικών υπενθύμισε τη δική του καταγωγή και δήλωσε «
περήφανος Βρετανός Εβραίος», με βαθιά προσωπική σχέση με το
Ισραήλ. Ταυτόχρονα επέμεινε ότι η κριτική του στρέφεται στις πολιτικές της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης και όχι στο κράτος του Ισραήλ, στον ισραηλινό λαό ή στη βρετανική εβραϊκή κοινότητα.
Αυτή η διάκριση βρίσκεται στον πυρήνα της νέας βρετανικής γραμμής. Το Λονδίνο δεν ανακοινώνει συνολικό μποϊκοτάζ του Ισραήλ. Στοχεύει συγκεκριμένα την
οικονομική δραστηριότητα στους εποικισμούς της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, τους οποίους θεωρεί παράνομους βάσει του διεθνούς δικαίου.
Προϊόντα, χρηματοδότηση, ακίνητα και κατασκευές στο στόχαστρο
Το πακέτο είναι τελικά ευρύτερο από μια απλή απαγόρευση εισαγωγής κρασιού ή αγροτικών προϊόντων. Τα μέτρα καλύπτουν προϊόντα που παράγονται στους εποικισμούς, αλλά και συγκεκριμένες υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με την επέκτασή τους – μεταξύ άλλων χρηματοδότηση, κατασκευές, ακίνητα και διαφήμιση δραστηριοτήτων στους εποικισμούς.
Πρόκειται για σημαντική αλλαγή στην πρακτική της
Βρετανίας. Επί χρόνια, διαδοχικές κυβερνήσεις χαρακτήριζαν τους εποικισμούς παράνομους και ζητούσαν από το Ισραήλ να σταματήσει την επέκτασή τους, χωρίς όμως να συνδέουν τη θέση αυτή με μια γενικευμένη απαγόρευση οικονομικών συναλλαγών. Τώρα το Λονδίνο επιχειρεί να τραβήξει μια σαφή γραμμή: οι κανονικές οικονομικές σχέσεις με το Ισραήλ συνεχίζονται, αλλά η Βρετανία δεν θέλει βρετανικές επιχειρήσεις, κεφάλαια ή καταναλωτές να στηρίζουν την ανάπτυξη περιοχών που θεωρεί παράνομα κατεχόμενες.
Η «εθνοκάθαρση»
Το πιο βαρύ πολιτικά σημείο της ομιλίας αφορά όσα συμβαίνουν στη Δυτική Όχθη. Ο Μίλιμπαντ περιέγραψε μια κατάσταση στην οποία η βία των εποίκων δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως σειρά μεμονωμένων επεισοδίων, αλλά ως μηχανισμός που οδηγεί παλαιστινιακές κοινότητες στην εγκατάλειψη της γης τους.
Η διατύπωση δεν εμφανίζεται σε πολιτικό κενό. Η Amnesty International δημοσίευσε τον Ιούνιο μεγάλη έρευνα με τίτλο «
Erasing anything Palestinian», στην οποία χαρακτηρίζει αυτό που συμβαίνει σε βεδουίνικες και κτηνοτροφικές κοινότητες της Δυτικής Όχθης ως εκστρατεία εθνοκάθαρσης, κρατικά υποστηριζόμενη και συνδεδεμένη με την επέκταση των εποικισμών και την προσάρτηση εδαφών.
Ο Μίλιμπαντ είχε ήδη μιλήσει τις προηγούμενες ημέρες για «appalling settler terrorism», καταγγέλλοντας επιθέσεις και εκτοπισμούς Παλαιστινίων. Η σημερινή πολιτική μεταφράζει για πρώτη φορά αυτή τη γλώσσα σε απαγορεύσεις εμπορίου και υπηρεσιών.
«Για γενοκτονία θα αποφανθούν τα δικαστήρια»
Εξίσου προσεκτική -αλλά πολιτικά σημαντική- ήταν η τοποθέτησή του για τη Γάζα. Ο Μίλιμπαντ δεν χαρακτήρισε ο ίδιος τις ισραηλινές επιχειρήσεις
γενοκτονία. Ερωτηθείς για τον όρο, παρέπεμψε την τελική κρίση στα αρμόδια διεθνή δικαστήρια, επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι ένας τέτοιος νομικός χαρακτηρισμός δεν πρέπει να γίνεται από μία κυβέρνηση αλλά από τα δικαστικά όργανα που εξετάζουν την υπόθεση.
Η διαφοροποίηση έχει σημασία. Η υπόθεση της Νότιας Αφρικής κατά του Ισραήλ ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου παραμένει ανοικτή και δεν υπάρχει ακόμη τελική απόφαση επί της κατηγορίας της γενοκτονίας. Η πάγια βρετανική θέση είναι ότι η τελική διαπίστωση για το εάν έχει συντελεστεί γενοκτονία
ανήκει σε αρμόδιο δικαστήριο και όχι στην εκτελεστική εξουσία. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Μίλιμπαντ να χρησιμοποιήσει εξαιρετικά σκληρή γλώσσα για την κατάσταση στη Γάζα, την οποία είχε χαρακτηρίσει τις προηγούμενες ημέρες «φρικτή», αναφερόμενος σε φάρμακα που δεν φτάνουν στους ασθενείς και σε παιδιά που πεθαίνουν περιμένοντας θεραπεία.