Ο
Κιρ Στάρμερ δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός ούτε από επαγγελματική επιλογή ούτε από ένστικτο. Η απόσταση που διατηρούσε από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς του Γουεστμίνστερ συνέβαλε στην άνοδό του στο ανώτατο αξίωμα του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε αδυναμίες που τελικά τον οδήγησαν
εκτός εξουσίας σε λιγότερο από δύο χρόνια.
Ψηφοφόροι, επιχειρηματικοί ηγέτες, επενδυτές και ξένοι ηγέτες είχαν ελπίσει ότι η πρωθυπουργία του θα σηματοδοτούσε μια νέα αρχή μετά από
14 περιπετειώδη χρόνια διακυβέρνησης των
Συντηρητικών. Αντί γι’ αυτό, ενδέχεται να μείνει στην ιστορία ως μια περίοδος που παρέτεινε την πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα.
Ο Στάρμερ είχε διαγράψει επιτυχημένη πορεία ως δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπηρέτησε ως ανώτατος εισαγγελέας της Αγγλίας και της Ουαλίας πριν εκλεγεί βουλευτής το 2015, σε ηλικία
52 ετών. Η διοικητική αυτή εμπειρία αποτέλεσε βασικό στοιχείο της πολιτικής του πρότασης προς τους πολίτες.
Έπειτα από χρόνια εσωκομματικών συγκρούσεων στους Συντηρητικούς και το χάος που προκάλεσε το
Brexit, ο Στάρμερ παρουσίασε τους Εργατικούς ως τη σοβαρή και υπεύθυνη δύναμη που θα αποκαθιστούσε την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Στην πρώτη του ομιλία έξω από την Ντάουνινγκ Στριτ, στις
5 Ιουλίου 2024, υποσχέθηκε μια πολιτική που θα
«παρεμβαίνει λιγότερο στις ζωές των ανθρώπων». Το γεγονός ότι παραιτείται τόσο σύντομα μετά από μια σαρωτική εκλογική νίκη και καταγράφεται ως ο πρωθυπουργός των Εργατικών με τη μικρότερη θητεία αποτελεί ηχηρή διάψευση αυτής της υπόσχεσης.
Οι πρώτες κρίσεις και η απώλεια εμπιστοσύνης
Η δημοτικότητά του δέχθηκε γρήγορα πλήγμα εξαιτίας της αντιπαράθεσης για δωρεές ενδυμάτων και εισιτηρίων εκδηλώσεων. Ωστόσο, δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά μετά την απόφασή του να περικόψει το επίδομα θέρμανσης των συνταξιούχων.
Η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για τη μετανάστευση, τις δημόσιες υπηρεσίες και την οικονομία επιβάρυνε περαιτέρω τη θέση του, ενώ αντιδράσεις (οι οποίες εντάθηκαν λόγω
Επστάιν) προκάλεσε και ο διορισμός του λόρδου Πίτερ Μάντελσον στη θέση του πρεσβευτή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ουάσιγκτον.
Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι, παρά τις εξαγγελίες για «
ορόσημα», «
αποστολές» και «
θεμέλια αλλαγής», ο
Στάρμερ ουδέποτε παρουσίασε ένα σαφές και πειστικό κυβερνητικό σχέδιο.
Ο καθηγητής Πολιτικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης,
Μπεν Άνσελ, εκτιμά ότι η πτώση του οφείλεται
«πρωτίστως σε αποτυχία ηγεσίας» και στην απροθυμία του να αναλάβει
«μεγάλα πολιτικά ρίσκα» σε ζητήματα όπως η φορολογία, η μετανάστευση και η κοινωνική πρόνοια.
«Δεν χρειάζεται να είσαι ο Ζοχράν Μαμντάνι», σημείωσε στους
Financial Times, αναφερόμενος στον δήμαρχο της Νέας Υόρκης που επικράτησε πολιτικά πέρυσι.
«Οι επιτυχημένοι ηγέτες της κεντροαριστεράς σε όλο τον κόσμο έχουν διαφορετικές πολιτικές. Όλοι όμως μπορούν να επικοινωνήσουν ένα όραμα και να εξηγήσουν γιατί το ακολουθούν. Ο Στάρμερ δεν κατάφερε να το κάνει».
Η υπεράσπιση των υποστηρικτών του
Οι υποστηρικτές του αντιτείνουν ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα πλέγμα προβλημάτων που ελάχιστοι ηγέτες θα μπορούσαν να διαχειριστούν. Δύο δεκαετίες στασιμότητας στα εισοδήματα, πιεσμένες δημόσιες υπηρεσίες, υψηλά φορολογικά βάρη και αυξημένο δημόσιο χρέος περιόριζαν δραστικά τα περιθώρια κινήσεων. Όλα αυτά συνέβαιναν σε ένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον και απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα με ολοένα μικρότερη υπομονή.
Πλέον, το βάρος περνά στον διάδοχό του - σχεδόν βέβαιο θεωρείται ότι θα είναι ο
Άντι Μπέρναμ - ο οποίος θα πρέπει να πείσει τους πολίτες ότι οι
Εργατικοί διαθέτουν ένα συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης.