Το Ε΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, όπως έγινε γνωστό, στην περίπτωση του
Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, έκρινε ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της υφ’ όρον απόλυσης και ανέτρεψε το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιάγια νέα κρίση.
Οι αρεοπαγίτες έκριναν ότι με τον νέο Ποινικό Κώδικα «
ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού» το συγκεκριμένο ζήτημα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαιτείται πραγματική έκτιση 25 ετών, ακόμη και για εγκλήματα που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019.
Κομβικό σημείο της απόφασης αποτελεί η ερμηνεία των διατάξεων του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα για τους καταδίκους που εκτίουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης.
Ακόμη, ο Άρειος Πάγος
απέρριψε την επίκληση της ευμενέστερης νομολογιακής αντιμετώπισης που είχε διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Όπως αναφέρουν, η αρχή του ευμενέστερου νόμου «προϋποθέτει τη σύγκριση μεταξύ περισσότερων διατάξεων νόμων» και όχι μεταξύ μιας νομοθετικής διάταξης και μιας δικαστικής ερμηνείας που είχε καλύψει προγενέστερο νομοθετικό κενό».
Επίσης, οι αρεοπαγίτες έκρινε το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά στην αιτιολογία του «δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία» για τη διαπίστωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υφ’ όρον απόλυσης.
Κατά το βούλευμα του Αρείου Πάγου, στοιχεία όπως η συνεπής τήρηση των όρων των αδειών, η ολοκλήρωση πανεπιστημιακών σπουδών και η απουσία πρόσφατων πειθαρχικών παραπτωμάτων δεν αρκούν από μόνα τους για να θεμελιώσουν την απαιτούμενη ηθική μεταστροφή του κρατουμένου.
Αντίθετα, τα στοιχεία αυτά
«στοιχειοθετούν την έννοια της εξωτερικά καλής συμπεριφοράς και όχι της καλής διαγωγής», η οποία, κατά την κρίση του
Αρείου Πάγου, πρέπει να αντανακλά μια ουσιαστική και εσωτερική αποδοχή των κανόνων της έννομης τάξης.
Ως προς τις σπουδές του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ο Άρειος Πάγος αναγνωρίζει μεν ότι οι σπουδές του αποδεικνύουν «την προσήλωσή του στο στόχο του να παραμείνει λειτουργικός κατά τον πολυετή εγκλεισμό του». Αλλά το στοιχείο αυτό από μόνο
δεν αρκεί για να αποδειχθεί ο σωφρονισμός ή η ηθική του βελτίωση.
Παράλληλα, ελλιπής χαρακτηρίζεται, κατά τους αρεοπαγίτες και η αιτιολόγηση ως προς τις δημόσιες παρεμβάσεις του κρατουμένου, καθώς δεν εξηγείται πώς συγκεκριμένες επιστολές ή δημόσιες τοποθετήσεις του συνδέονται με μεταβολή της στάσης του απέναντι στην έννομη τάξη ή αποτελούν ένδειξη πραγματικού σωφρονισμού.
Τέλος, ειδικό βάρος αποδίδεται στο ζήτημα της μεταμέλειας, καθώς σημειώνεται ότι
δεν προκύπτει από τα στοιχεία της υπόθεσης «η ειλικρινής μετάνοιά του για τα εγκλήματα που διέπραξε και η αποκοπή του από το εγκληματικό του παρελθόν», ενώ επισημαίνεται ότι το ίδιο το βούλευμα δέχεται ότι ο καταδικασμένος «ουδέποτε αποδέχθηκε τις πράξεις του, ούτε εξέφρασε μεταμέλεια». Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, μπορεί να αξιολογηθεί ως ένδειξη ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η απαιτούμενη ηθική μεταστροφή Αλέξανδρου Γιωτόπουλου.