Μια ιστορία που περνάει μέσα από κάθε λογής επικίνδυνους τύπους, οι οποίοι ντυμένοι με τον μανδύα του υψηλόβαθμου επιχειρησιακού στελέχους φτάνουν πέρα από τα όρια για να εξυπηρετήσουν τους σκοτεινούς σκοπούς τους ως άλλοι λύκοι που δεν είναι διψασμένοι μόνο για χρήμα αλλά και για αίμα.
Το βιβλίο «5% Πιθανότητα» του Δημήτρη Σιγαλού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελκυστής, αφορά σε ένα μυθιστόρημα δράσης με φόντο το θέατρο των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα και πώς αυτές, μέσα από τους ανθρώπους που τις διοικούν, μπορεί να καταστρέψουν ανθρώπους αλλά και να βάλουν στο χέρι ολόκληρες κυβερνήσεις κρατών για να πετύχουν τον σκοπό τους που είναι το κέρδος με κάθε τρόπο.
Στο επίκεντρο της ιστορίας είναι ο Άρης Λέκας, ο οποίος μέσα από δολοπλοκίες, ίντριγκες, πακτωλούς μαύρου χρήματος, απρόσμενους έρωτες και δύσκολους γρίφους έπρεπε να φτάσει μέχρι το τέλος, μέσα σ’ ένα ποτάμι χωρίς επιστροφή από το οποίο κάποιος του πρόσφερε ένα ποτήρι που είχε νερό μέχρι τη μέση. Όταν όμως αντίκρισε το ποτήρι, δεν το είδε ούτε μισοάδειο ούτε μισογεμάτο. Το μόνο πρόβλημα που είχε ήταν να βρει αυτόν που είχε πιει το νερό…
Ο Άρης Λέκας όμως δεν ήταν από τους ανθρώπους που άλλαζαν εύκολα πορεία. Ήταν ένα τρένο που όταν άρχιζε να κινείται πάνω στις ράγες του, έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσει στον προορισμό του με κάθε κόστος και θυσία, ιδιαίτερα μάλιστα όταν βρίσκονταν σε κίνδυνο δικοί του άνθρωποι.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Άρης Λέκας δέχθηκε το τηλεφώνημα του φίλου του τού Γκροφ για βοήθεια, σε μια τεράστια κλοπή που έγινε στα Σκόπια. Χωρίς δεύτερη κουβέντα δέχθηκε να βοηθήσει αλλά δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να διανοηθεί ότι θα ξεκινούσε το ξετύλιγμα ενός απίθανα μπλεγμένου κουβαριού.
Σημείωμα του συγγραφέα
Η ιδέα του βιβλίου στο μυαλό μου είχε ξεκινήσει από το 2005, μόλις δηλαδή επέστρεψα από τα Σκόπια στην Ελλάδα. Φαινόταν όμως ότι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκεί δεν ήταν αρκετά για μια πιθανή ενδιαφέρουσα πλοκή ενός μυθιστορήματος. Έτσι, λοιπόν, ο παντοδύναμος χρόνος –που είναι και ο μόνος που αποφασίζει στο σύμπαν πότε θα συμβεί κάτι ή όχι– αποφάσισε ότι πριν από κάθε μου συγγραφική κίνηση θα έπρεπε να με στείλει πρώτα στην Ισπανία και μετά στην Αίγυπτο για να γνωρίσω από κοντά άλλες δύο ξεχωριστές κουλτούρες αλλά και ενδιαφέροντα όσο και περίεργα μέρη και ανθρώπους.
Η συγγραφή ξεκίνησε τον Αύγουστο του δύο χιλιάδες έντεκα σε μια δύσκολη συγκυρία για όλους μας και αποτέλεσε μια δικαιολογία για την απασχόληση του μυαλού από την καθημερινή πλύση εγκεφάλου που επιχειρούσαν και επιχειρούν να μας κάνουν οι επιτήδειοι. Η ολοκλήρωσή του ήρθε ύστερα από έναν περίπου χρόνο, σε μια τριλογία τριών θεματικών μερών με βάση τη χώρα στην οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα, Σκόπια-Αίγυπτο-Ισπανία, με μια γλυκιά γεύση ικανοποίησης ότι προσωπικά αποτύπωσα αυτό που ήθελα, αφήνοντας και μια υποψία συνέχειας, και από εκεί και πέρα ο αναγνώστης θα είναι αυτός που θα αποφασίσει αν έχει ενδιαφέρον ή όχι.