Αττίλας, 52 χρόνια μετά: Πώς παρέδωσε ο Κίσινγκερ την Κύπρο στους Τούρκους
Το νέο βιβλίο των δημοσιογράφων Μιχάλη Ιγνατίου και Κώστα Βενιζέλου αποκαλύπτει τον σκοτεινό ρόλο του γκουρού της αμερικανικής διπλωματίας και καταγράφει λεπτό προς λεπτό το διπλωματικό παρασκήνιο που προηγήθηκε της εισβολής του Αττίλα
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Νέα ντοκουμέντα από την έρευνα στα αμερικανικά αρχεία και μαρτυρίες πρωταγωνιστών, που αποκαλύπτουν πέραν πάσης αμφιβολίας τον ρόλο των ΗΠΑ, και συγκεκριμένα του τότε υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερστην κυπριακή τραγωδία, φέρνουν στη δημοσιότητα οι δημοσιογράφοι Μιχάλης Ιγνατίου και Κώστας Βενιζέλος στο νέο βιβλίο τους με τίτλο «Ενοχος: Η εντολή του Κίσινγκερ, η εκτέλεση του πραξικοπήματος από τον Ιωαννίδη και η εισβολή των Τούρκων το 1974», το οποίο κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Ρίζες.
Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά το πρώτο τους βιβλίο με τίτλο «Τα μυστικά αρχεία του Κίσιντζερ: Η απόφαση για τη διχοτόμηση», το οποίο αποκάλυψε τον σκοτεινό ρόλο του γκουρού της αμερικανικής διπλωματίας στην τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου, οι Μιχάλης Ιγνατίου και Κώστας Βενιζέλος, στο νέο, επικαιροποιημένο βιβλίο τους, με νέες αποκαλύψεις και εξαιρετικά αφηγηματικό λόγο, καταγράφουν λεπτό προς λεπτό το διπλωματικό παρασκήνιο που προηγήθηκε, το πώς στρώθηκε ο δρόμος για το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, τον ολέθριο ρόλο του επικεφαλής της χούντας Δημήτρη Ιωαννίδη και το πώς οι ΗΠΑ δεν επιχείρησαν να αποτρέψουν την τουρκική εισβολή.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο βιβλίο προχωρούν ακόμη περισσότερο. Η έρευνα των δύο δημοσιογράφων δεν ξετυλίγει μόνο το νήμα που οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου, αλλά προχωρεί και φωτίζει περαιτέρω όλες τις σκοτεινές πτυχές της πλεκτάνης που είχε στηθεί εις βάρος της Κύπρου, ώστε, μέσα στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου, το νησί να βρεθεί υπό τον πλήρη και ασφυκτικό έλεγχο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Το «εμπόδιο» Μακάριος έπρεπε να βγει από τη μέση και ο πανίσχυρος Κίσινγκερ δεν είχε καμία αναστολή να εξαλείψει αυτό το εμπόδιο, σε συνεννόηση με τη χούντα των Αθηνών.
Οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν επιχείρησαν να αποτρέψουν τους Τούρκους από την εισβολή, αλλά, αντιθέτως, με άνωθεν εντολές περιόρισαν και εμπόδισαν τις έσχατες προσπάθειες να αποτραπεί η τουρκική εισβολή από πρόσωπα που κατείχαν θέσεις ευθύνης και έβλεπαν ότι επίκειται μια καταστροφική σύγκρουση.
Ξεχωριστό σημείο του νέου βιβλίου αποτελεί η περιγραφή του Αμερικανού διπλωμάτη Τζέιμς Σπέιν, ο οποίος υπηρετούσε τότε στην Αγκυρα, για το τι εμπόδισε να παραδοθεί στον Μπουλέντ Ετσεβίτ, την παραμονή της εισβολής, επιστολή του Αμερικανού προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, με την οποία όχι μόνο ζητούσε από την Τουρκία να μην παρέμβει στρατιωτικά, αλλά την απειλούσε ακόμη και με τη λήψη μέτρων, αν προχωρούσε στην εισβολή.
Στο βιβλίο των Μιχάλη Ιγνατίου και Κώστα Βενιζέλου περιγράφεται η τηλεφωνική συνομιλία που ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών έδωσε ουσιαστικά το πράσινο φως στον Τούρκο πρωθυπουργό για την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο
Κλείσιμο
Ενορχηστρωτής σε αυτό το μεγάλο παιχνίδι που παίχτηκε με θύμα την Κύπρο ήταν ο Χένρι Κίσινγκερ, ενώ, σύμφωνα με μαρτυρίες που παραχώρησαν στους συγγραφείς, αποκαλύπτεται και ο κρίσιμος ρόλος του Ελληνοαμερικανού στελέχους της CIA στην Αθήνα, Γκαστ Αβράκωτου. Ο τελευταίος φέρεται να μετέφερε τα μηνύματα στον αρχηγό της χούντας, Δημήτρη Ιωαννίδη, ο οποίος πήρε το πράσινο φως για την εκτέλεση του πραξικοπήματος εναντίον του Μακαρίου, το οποίο ήταν το πρόσχημα για την τουρκική στρατιωτική επέμβαση.
Μια αφήγηση πρακτόρων προς τον Μιχάλη Ιγνατίου επιβεβαιώνει το σκοτεινό παρασκήνιο. Οι συνομιλητές του -κάποιοι εκ των οποίων έδωσαν συνέντευξη υπό καθεστώς απόλυτης ανωνυμίας- ήταν πεπεισμένοι πως ο Αβράκωτος δεν μετάνιωσε για την πράξη του, διότι θεωρούσε, λανθασμένα, όπως και ο Ιωαννίδης, ότι ο τότε Αρχιεπίσκοπος και Πρόεδρος της Κύπρου θα παρέδιδε την Κύπρο στη Σοβιετική Ενωση (ΕΣΣΔ).
Ο Αβράκωτος ήταν ένας νεαρός τότε πράκτορας που στη CIA είχε τη φήμη του μάγκα και ήταν ίσως ένας από τους ελάχιστους που δρούσαν ως αρχηγοί από την ημέρα που ο Θωμάς Καραμεσίνης, ο οποίος είχε εκτελέσει το πραξικόπημα στη Χιλή, τον είχε προσλάβει στην υπηρεσία.
Παρά το γεγονός ότι τότε ήταν ο τέταρτος στην ιεραρχία του κλιμακίου της αμερικανικής υπηρεσίας, ο Αβράκωτος, επειδή ήταν Ελληνοαμερικανός, έβλεπε τον Ιωαννίδη όποτε ήθελε. Ο ίδιος έλεγε συχνά στο ξενοδοχείο «Hilton» της Αθήνας και στο μπαρ «17» στο Κολωνάκι, όπου ξημεροβραδιαζόταν και μπεκρόπινε με τους Σοβιετικούς πράκτορες της KGB, πως κυβερνούσε την Ελλάδα.
Το απόσπασμα με τη μαρτυρία
Στο βιβλίο καταγράφεται η μαρτυρία του Αμερικανού διπλωμάτη Τζέιμς Σπέιν. Το απόσπασμα έχει ως εξής: «Στο πλαίσιο της καταγραφής της Ιστορίας της Αμερικανικής Διπλωματίας, την 31η Οκτωβρίου 1995, ο πρέσβης Τζέιμς Σπέιν, δεύτερος στην αμερικανική πρεσβεία στην Αγκυρα, κάθισε απέναντι και συνομίλησε με τον Τσαρλς Στιούαρτ Κένεντι, ο οποίος, σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, βρέθηκε στην Αθήνα από το 1970 μέχρι το 1974 ως γενικός πρόξενος.
[...] Στο πλαίσιο αυτής της συνομιλίας, ο Σπέιν έκανε μια μεγάλη αποκάλυψη, στην οποία, δυστυχώς, δεν δόθηκε καμία σημασία.
Οσοι ασχοληθήκαμε με την έρευνα με στόχο να φτάσουμε μέχρι το τέλος και να πληροφορηθούμε την αλήθεια για το διπλό έγκλημα του προδοτικού πραξικοπήματος της χούντας των Αθηνών εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και της άνανδρης τουρκικής εισβολής, αναρωτηθήκαμε γιατί η Ουάσινγκτον δεν σταμάτησε τον Μπουλέντ Ετσεβίτ.
Οι Αμερικανοί είχαν τα εργαλεία για να αποτρέψουν την τουρκική εισβολή. Το κατάφεραν το 1964 με μία επιστολή του τότε Προέδρου Λίντον Τζόνσον και με μία αποστολή του υπουργού Εξωτερικών, Σάιρους Βανς το 1967. Οι Τούρκοι, και στις δύο περιπτώσεις, απλά δεν τόλμησαν, κάτι που το έφεραν βαρέως μέχρι το 1974. Τη θεωρούσαν, και στην πραγματικότητα ήταν, τεράστια διπλωματική προσβολή.
Στη διάρκεια της έρευνας ακούσαμε αλλά δεν πιστέψαμε -και ομολογούμε ότι δεν ερευνήσαμε επαρκώς- την πληροφορία ότι ο τότε Πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον, αν και ήταν πεσμένος κυριολεκτικά στο έδαφος καθώς έβλεπε να έρχεται το πολιτικό του τέλος, επιχείρησε ο ίδιος προσωπικά να σταματήσει τους Τούρκους στο πρότυπο του προκατόχου του, Λίντον Τζόνσον. Επικοινωνήσαμε με πρόσωπα που ανήκαν στο στενό περιβάλλον του Κίσινγκερ, οι οποίοι δήλωσαν άγνοια. Μπορεί να μην έλεγαν την αλήθεια, καθώς οι επαφές του Σπέιν περιέχονται σε απόρρητα τηλεγραφήματα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που σίγουρα είχαν διαβάσει, καθώς στους παραλήπτες περιλαμβάνονται και οι διευθύνσεις στις οποίες υπηρετούσαν.
Ο Σπέιν αποκάλυψε ότι την Παρασκευή 19 Ιουλίου 1974, την παραμονή της τουρκικής εισβολής, έφτασε στην Αγκυρα, όπου υπηρετούσε από τη θέση του νούμερο 2 της αμερικανικής πρεσβείας, επιστολή του τότε Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος βρισκόταν στο Σαν Κλεμέντε της Καλιφόρνιας.
Ο Σπέιν περιέγραψε την επιστολή ως χειρότερη από αυτήν που έστειλε ο Λίντον Τζόνσον στον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού στις 5 Ιουνίου του 1964. Περιείχε και απειλές στην περίπτωση που η Τουρκία δεν συμμορφωνόταν με την αμερικανική εντολή.
Ο Σπέιν, που συνόδευσε τον Αμερικανό τότε πρέσβη Γουίλιαμ Β. Μακόμπερ Τζούνιορ στο γραφείο του Ετσεβίτ, κρατούσε ο ίδιος στα χέρια του την επιστολή του Νίξον. Οταν εισήλθαν στο γραφείο του Ετσεβίτ, αυτός μιλούσε με τον Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος εκείνες τις ημέρες έπαιζε σε δέκα ταμπλό. Το πλέον σοβαρό ζήτημα για τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, το οποίο συζητούσε με τους Τούρκους, ήταν μία περιορισμένη εισβολή στην Κύπρο, η οποία όμως δεν θα οδηγούσε την Ελλάδα σε πόλεμο με την Τουρκία, τους δύο συμμάχους της Ουάσινγκτον στη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Σ’ αυτό το θέμα αφορούσε η τηλεφωνική του συνομιλία με τον τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας, ο οποίος φερόταν δουλικά στον Κίσινγκερ από την εποχή που παρακολουθούσε τα μαθήματα διπλωματίας που έδινε σε ξένους κυρίως φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.
Ο Σπέιν με τον πρέσβη Μακόμπερ παρέμειναν στην αίθουσα μετά από προτροπή του Ετσεβίτ και άκουσαν το μεγαλύτερο μέρος της συνομιλίας.
Ο Σπέιν περιγράφει όσα έζησε, επειδή τότε είχε ξεκινήσει να γράφει το βιβλίο του με τίτλο “In Those Days, A Diplomat Remembers” (έκδοση του Πανεπιστημίου Kent State University Press, Οχάιο, 1998), και τα γεγονότα ήταν πολύ φρέσκα στο μυαλό του.
[...] Και συνεχίζει ο Σπέιν αποκαλύπτοντας την πιο εντυπωσιακή στιγμή που οδήγησε στην εισβολή, διότι ο ίδιος και ο τότε Αμερικανός πρέσβης δεν υλοποίησαν τις εντολές που έλαβαν κατευθείαν προφανώς από τον Λευκό Οίκο, όχι από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ του Κίσινγκερ, αν και αναφερόταν και το όνομα του υπουργού.
Ακολουθεί η σχετική αναφορά:
“Εκεί υπάρχει ένα από τα πιο περίεργα μικρά κομμάτια διπλωματικής ιστορίας που έχω συναντήσει ποτέ. Ο Τζο Σίσκο, σε ένα γεμάτο αεροπλάνο με τον Μπομπ Ντίλον (σ.σ.: συνεργάτη του Κίσινγκερ) και άλλους, εμφανίστηκε περίπου τρεις ημέρες πριν από την εισβολή (σ.σ.: στην Αγκυρα). Ηρθε για να μιλήσει με τον Ετσεβίτ και έφυγε πεπεισμένος ότι οι Τούρκοι επρόκειτο να εισβάλουν.
Μέχρι τότε όλοι ήμασταν (σ.σ.: πεπεισμένοι). Η ομάδα πήγε στην Αθήνα με την πολύ λογική πρόθεση να προσπαθήσει να αποτρέψει έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Την επόμενη μέρα έρχεται μια επιστολή από τον Πρόεδρο Νίξον προς τον Πρωθυπουργό Ετσεβίτ. Είναι ισχυρότερη και πιο σκληρή από την επιστολή του Τζόνσον του 1964.
‘Γνωρίζετε το πλαίσιο της επιστολής Τζόνσον’, λέει στον συνομιλητή του.
‘Σχετικά με την Κύπρο;’ ερωτά ο Κένεντι.
‘Ναι, το 1964 οι Τούρκοι επρόκειτο να εισβάλουν στην Κύπρο’, απαντά ο Σπέιν και συνεχίζει:
‘Ο Τζόνσον τους έγραψε μια επιστολή λέγοντας ότι αν εισβάλετε και οι Ρώσοι σας “πηδήξουν” (“jump you”) εξαιτίας αυτού, μη νομίζετε ότι το ΝΑΤΟ θα σας προστατεύσει. Οι Τούρκοι δεν τον ξέχασαν ούτε τον συγχώρεσαν ποτέ.
Αλλά αυτή η επιστολή του Νίξον ήταν ακόμη πιο ισχυρή. Δεν θυμάμαι την ακριβή διατύπωση, αλλά έλεγε ότι δεν πρέπει να το κάνετε αυτό και αν το κάνετε θα τιμωρηθείτε. Στις 12:30 το πρωί ο Μακόμπερ και εγώ ξεκινήσαμε να παραδώσουμε την επιστολή. Νομίσαμε ότι ήταν λάθος, αλλά έγραφε ‘Από τον Υπουργό’ (σ.σ.: Κίσινγκερ) και ήταν υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο (σ.σ.: Νίξον).
Επρεπε να μπούμε στο γραφείο του (σ.σ.: Τούρκου) πρωθυπουργού από την πίσω πόρτα επειδή ένα πλήθος μπροστά φώναζε ζητώντας ελληνικό αίμα.
Ανεβήκαμε τις σκάλες προς το γραφείο του πρωθυπουργού (σ.σ.: Ετσεβίτ). Ενας βοηθός άνοιξε την πόρτα και μας οδήγησε μέσα.
Σταματήσαμε στην είσοδο επειδή (σ.σ.: ο Τούρκος πρωθυπουργός) μιλούσε στο τηλέφωνο. Αρχίσαμε να κάνουμε πίσω και μας είπε να καθίσουμε.
‘Λοιπόν, χαίρομαι που καταλαβαίνεις, Χένρι’, νομίζω, είναι η πρώτη φράση που ακούμε. Ηταν προφανές ότι ο Χένρι Κίσινγκερ ήταν στη γραμμή. Ο Ετσεβίτ ήταν ένας από τους τύπους που είχε ο Κίσινγκερ σε ένα από τα σεμινάρια του Χάρβαρντ. Ακούσαμε μόνο τη μισή συζήτηση, αλλά ήταν αρκετά σαφές ότι ο Χένρι έλεγε: ‘Μπουλέντ, γέρο μου, δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Θα προσπαθήσουμε να σε βοηθήσουμε αλλιώς, αλλά δεν πρέπει να ξεκινήσεις αυτόν τον πόλεμο’ (σ.σ.: εννοούσε με την Ελλάδα).
Ο Ετσεβίτ απάντησε: ‘Καταλαβαίνω τη θέση σου, αλλά με τη βοήθεια του Θεού δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Σε διαβεβαιώνω ότι δεν προσπαθούμε να κατακτήσουμε την Κύπρο, απλώς να δημιουργήσουμε ένα προγεφύρωμα (σ.σ.: λέξη-κλειδί καθώς την είχε χρησιμοποιήσει και ο Ιωαννίδης πριν την εισβολή) από το οποίο μπορούμε να διαπραγματευτούμε μια διευθέτηση’. Στο τέλος σχολίασε: ‘Ναι, καταλαβαίνω. Φυσικά, ξέρω ότι πρέπει να μας πεις όχι, Χένρι, αλλά χαίρομαι που καταλαβαίνεις τη θέση μας’.
Εμείς εδώ κρατάμε αυτή την επιστολή με την υπογραφή ‘Νίξον’ που λέει ότι αν το κάνεις θα σε χτυπήσουμε (σ.σ.: we will smite you). Ο Μακόμπερ με κοιτάζει και τον κοιτάζω. Μου κάνει νόημα να κρατήσω την επιστολή στην τσέπη μου. Οταν ο Ετσεβίτ έκλεισε το τηλέφωνο, ρώτησε: ‘Tι μπορώ να κάνω για εσάς, κύριοι;’. Δεν είπαμε τίποτα συγκεκριμένο. Είχαμε μόλις έρθει για να δούμε πώς έχουν τα πράγματα (σ.σ.: είπαν στον Τούρκο πρωθυπουργό).
«Θα πάμε αύριο»
Μας είπε: ‘Λοιπόν, όπως έλεγα στον Χένρι, θα πάμε αύριο το πρωί (σ.σ.: εννοούσε, θα εισβάλουν στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου), αλλά εσείς οι Αμερικανοί δεν έχετε κανέναν λόγο να ανησυχείτε γι’ αυτό’.
Επιστρέψαμε στην Πρεσβεία. Ο Μπιλ Μακόμπερ τηλεφώνησε στην Αθήνα για να προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τον Σίσκο (σ.σ.: τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο). Η δουλειά μου ήταν να επικοινωνήσω με το Κέντρο Επιχειρήσεων (σ.σ.: Operations Center) του Υπουργείου Εξωτερικών και να τους ενημερώσω ότι δεν το είχαμε παραδώσει και δεν επρόκειτο να το κάνουμε εκτός αν μας δοθούν νέες οδηγίες.
Ο Γουέλς Στέιμπλερ, αναπληρωτής βοηθός υπουργός στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, διηύθυνε την Ομάδα Εργασίας της Ουάσινγκτον (σ.σ.: ήταν τσιράκι του Κίσινγκερ). Μου είπε: ‘Αυτό το τηλεγράφημα το έδωσε ο ίδιος ο Υπουργός. Το υπέγραψε κιόλας. Είστε σίγουροι;’.
Απάντησα ότι ήμασταν σίγουροι και θα λέγαμε το γιατί (σ.σ.: εννοεί τους λόγους που δεν το έδωσαν στον Ετσεβίτ) σε ένα απόρρητο τηλεγράφημα.
Οπως ήταν κατανοητό, έμεινε άναυδος ο Στέιμπλερ. ‘Εντάξει, τώρα θα το ξεκαθαρίσω. Λέτε ότι ο πρέσβης Μακόμπερ δεν θα παραδώσει την επιστολή εκτός αν λάβει περαιτέρω οδηγίες να το κάνει’. ‘Ναι, σωστά’ (σ.σ.: απάντησε ο Σπέιν).
Φυσικά, το επόμενο πρωί οι Τούρκοι όρμησαν στην Κύπρο. Για τρεις μέρες δεν ακούσαμε λέξη (σ.σ.: εννοεί για την επιστολή του Νίξον στον Ετσεβίτ). Τότε έπεσα πάνω σε ένα συνηθισμένο τηλεγράφημα ‘μόνο για επίσημη χρήση’. ‘Παραπομπή DepTel’ (τηλεγράφημα του Υπουργείου) [όποιος κι αν ήταν ο αριθμός], (σ.σ.: έλεγε) ‘αγνοήστε’ (σ.σ.: εννοούσε να μην παραδοθεί η επιστολή του Νίξον)”.
Ο αριθμός του τηλεγραφήματος με το οποίο απορρίφθηκε η παράδοση της επιστολής του Νίξον στον Ετσεβίτ ήταν: 1212345. Ελεγε νέτα σκέτα “Disregard State 1212345” (σ.σ.: “Παραβλέψετε το [τηλεγράφημα] από το Στέιτ με αριθμό 1212345”)».
Από τους ασπροπίνακες, στα μαθητικά lockers και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των αιθουσών διδασκαλίας: Tο πρόσωπο της εκπαίδευσης αλλάζει και μία ελληνική εταιρεία πρωτοπορεί.
Η SEAJETS ανακοινώνει την έναρξη των καλοκαιρινών δρομολογίων προσφέροντας υψηλό επίπεδο άνεσης και σύγχρονη αισθητική και ειδικά διαμορφωμένες υποδομές για άτομα με Ειδικές Ανάγκες
Είτε είστε φανατικοί του camping είτε σκέφτεστε να το δοκιμάσετε για πρώτη φορά, το Simos Camping προσφέρει τις ιδανικές συνθήκες για να ανακαλύψετε έναν διαφορετικό τρόπο διακοπών. Με σύγχρονες εγκαταστάσεις, υψηλό επίπεδο οργάνωσης και όλες τις απαραίτητες παροχές.