«Ζαΐρα»: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό κινηματογράφο της λεωφόρου Γαλατσίου όπου μεγάλωσαν γενιές Αθηναίων

«Ζαΐρα»: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό κινηματογράφο της λεωφόρου Γαλατσίου όπου μεγάλωσαν γενιές Αθηναίων

Το εμβληματικό σινεμά στη λεωφόρο Γαλατσίου ξαναζωντανεύει μέσα από το λεύκωμα του Χρύσανθου Πανά, που αναβιώνει τη μεταπολεμική Ιστορία της πρωτεύουσας και διαφυλάσσει τη συλλογική μνήμη

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
«Ζαΐρα»: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό κινηματογράφο της λεωφόρου Γαλατσίου όπου μεγάλωσαν γενιές Αθηναίων
Αν υπάρχει ένα συστατικό στοιχείο που διαμόρφωσε τον μύθο του καλοκαιριού στην πόλη είναι αναμφίβολα το θερινό σινεμά: λίγο πριν σκοτεινιάσει, όταν η ζέστη της ημέρας αρχίζει να υποχωρεί και ο ουρανός δοξάζει την μπλε του ώρα, οι θερινοί κινηματογράφοι μεταμορφώνονται σε κάτι περισσότερο από χώρους προβολής.

Για πολλές γενιές Αθηναίων, οι θερινοί κινηματογράφοι δεν ήταν απλώς μια μορφή ψυχαγωγίας αλλά ο τρόπος με τον οποίο ζούσαν το καλοκαίρι τους, ερωτεύονταν, μεγάλωναν, διασκέδαζαν -και εξακολουθεί να είναι ακόμα και σήμερα.
«Ζαΐρα»: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό κινηματογράφο της λεωφόρου Γαλατσίου όπου μεγάλωσαν γενιές Αθηναίων
Το κινηματοθέατρο «Ζαΐρα» τη δεκαετία του ’60

Ανάμεσα σε αυτούς τους χώρους, η «Ζαΐρα» κατέχει μια ξεχωριστή θέση. Οχι μόνο γιατί υπήρξε ένας από τους ιστορικούς θερινούς κινηματογράφους της πρωτεύουσας, αλλά γιατί η διαδρομή της συμπυκνώνει, σχεδόν συμβολικά, την ιστορία μιας οικογένειας, μιας γειτονιάς και της ίδιας της Αθήνας. Πίσω από την οθόνη όπου προβάλλονταν ελληνικές και ξένες ταινίες, πίσω από τις καλοκαιρινές βραδιές που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη, κρύβεται μια αφήγηση που αρχίζει πολύ πριν από την πρώτη προβολή.

Η ιστορία της «Ζαΐρας» ξεκινά μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, τότε που ο Σπυρίδων Πανάς αγοράζει μια μεγάλη έκταση στη λεωφόρο Γαλατσίου, σε μια περιοχή που βρισκόταν ακόμη στα όρια της αναπτυσσόμενης Αθήνας. Δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη επένδυση, αφού λίγοι μπορούσαν να φανταστούν ότι η περιοχή όπου οι Αθηναίοι διατηρούσαν τα εξοχικά τους θα μπορούσε να εξελιχθεί σε συμβολικό τοπόσημο.

Οπως προκύπτει από τα οικογενειακά αρχεία, ο χώρος αποκτήθηκε πρωτίστως για να προσφέρει ασφάλεια στην οικογένεια σε μια εποχή γενικευμένης αβεβαιότητας και κανείς, από τα μέλη της, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι λίγα χρόνια αργότερα, στο ίδιο οικόπεδο, θα δημιουργούνταν ένας χώρος που θα συνδεόταν όσο λίγοι με την κοινωνική ζωή της Κυπριάδου, των Πατησίων και του Γαλατσίου.

Κι αυτό συνδέεται άμεσα με το μεγαλόπνοο όραμα που ανέκαθεν έτρεφε η οικογένεια Πανά, η οποία, μάλιστα, διαθέτει και οικόσημο, το οποίο έχει αποτυπωθεί και υπάρχει ως εραλδικό μνημείο στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Πρόκειται για την ιστορία μιας από τις λίγες, πραγματικά, αστικές οικογένειες με τις ρίζες της να χάνονται βαθιά στον χρόνο, με αφετηρία την Καταλονία και στη συνέχεια στα Επτάνησα, προτού εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα.

Κλείσιμο
Είναι η διαδρομή μιας οικογένειας που ακολουθεί σχεδόν παράλληλα την πορεία της ίδιας της νεότερης Ελλάδας: ανθρώπων που δραστηριοποιήθηκαν στην Ιατρική, στην Αρχιτεκτονική, στις επιχειρήσεις, στις τέχνες και την κοινωνική ζωή, αφήνοντας το δικό τους αποτύπωμα σε διαφορετικές εποχές.

Ωστόσο, η ιστορία παρέμενε μέχρι σήμερα άγνωστη μέχρι ο Χρύσανθος Πανάς καταφέρνει να συλλέξει τα δεδομένα και να την ξεδιπλώσει ανάγλυφα σε ένα ολοκληρωμένο, δίγλωσσο λεύκωμα με τον τίτλο «Ζαΐρα/Zaira» (από τις εκδόσεις Καστανιώτη), όπως την εντόπισε διασκορπισμένη σε οικογενειακές αφηγήσεις, κιβώτια γεμάτα φωτογραφίες, συμβόλαια, αρχιτεκτονικά σχέδια, άδειες λειτουργίας, επιστολές και αποκόμματα εφημερίδων.

«Η ιδέα αυτού του βιβλίου δεν γεννήθηκε από την ανάγκη να κάνω μια παύση από την επιχειρηματική μου δραστηριότητα, αλλά από την ανάγκη να διασώσω μια ιστορία. Μεγαλώνοντας μέσα σε αυτήν την οικογένεια, άκουγα αφηγήσεις για ανθρώπους, τόπους και γεγονότα που δεν υπήρχαν πουθενά καταγεγραμμένα. Ενιωσα ότι είχα χρέος να καταγράψω αυτή την πορεία με σεβασμό και ειλικρίνεια», σχολιάζει σχετικά, μιλώντας στο «ΘΕΜΑ» ο Χρύσανθος Πανάς.
«Ζαΐρα»: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό κινηματογράφο της λεωφόρου Γαλατσίου όπου μεγάλωσαν γενιές Αθηναίων

Καλλιτεχνικό αποτύπωμα

Το ενδιαφέρον είναι ότι πολύ γρήγορα η έρευνα έπαψε να αφορά αποκλειστικά την οικογένεια. Οσο περισσότερο ξεδιπλώνονταν τα αρχεία τόσο πιο καθαρά φαινόταν ότι η ιστορία της «Ζαΐρας» ήταν άρρηκτα δεμένη με την εξέλιξη της ίδιας της πόλης.

Οταν ο Σπυρίδων Πανάς αποφασίζει να αξιοποιήσει την έκταση που απέκτησε, η Κυπριάδου αποτελεί μία από τις πιο σύγχρονες οικιστικές επεκτάσεις της Αθήνας. Η ιδέα της κηπούπολης, με τους ανοιχτούς χώρους, τους κήπους και τη χαμηλή δόμηση, υπόσχεται μια διαφορετική ποιότητα ζωής από εκείνη του πυκνού κέντρου. Είναι μια γειτονιά που, ωστόσο, αναζητά ακόμη τον χαρακτήρα της και εδώ ακριβώς, σε αυτή τη νέα Αθήνα γεννιέται η «Ζαΐρα».
«Ζαΐρα»: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό κινηματογράφο της λεωφόρου Γαλατσίου όπου μεγάλωσαν γενιές Αθηναίων
Η Ζαΐρα Πανά, προς τιμήν της οποίας πήρε το όνομά του ο κινηματογράφος

Από την πρώτη στιγμή ο παππούς του Χρύσανθου Πανά οραματίστηκε έναν πολυχώρο αναψυχής, έναν τόπο όπου ο κινηματογράφος θα συνυπήρχε με την κοινωνική ζωή της γειτονιάς -μια επιλογή που μόνο αυτονόητη δεν ήταν. Τη δεκαετία του 1950, η Αθήνα βρισκόταν ακόμη σε μια μεταβατική περίοδο, με την πόλη να απλώνει τα όριά της προς τα βόρεια και με νέες οικογένειες να εγκαθίσταντο στα σύνορα που χώριζαν το Γαλάτσι από τα Πατήσια -ακόμα μπορεί κανείς να δει τα κατάλοιπα αυτής της εποχής με τα εμβληματικά νεοκλασικά, ενώ ο κινηματογράφος αναδεικνυόταν στη μεγάλη λαϊκή τέχνη της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Από τότε που πρωτοάνοιξε επίσημα η «Ζαΐρα» τις πύλες της, το 1957, και μέχρι που έκλεισε οριστικά, το 1993, επειδή, όπως αναφέρει ο Πανάς, οι γείτονες διαμαρτύρονταν για τον θόρυβο, δεν έπαψε να είναι ένας από τους σημαντικότερους τόπους συνάντησης της περιοχής. Εκεί έκλειναν τα πρώτα ραντεβού οι νέοι της γειτονιάς, εκεί συγκεντρώνονταν οικογένειες τα κυριακάτικα βράδια, εκεί μεγάλωσαν παιδιά που αργότερα έφεραν τα δικά τους παιδιά στις ίδιες καρέκλες.

«Το “Ζαΐρα” με τους υπόλοιπους χώρους γύρω του ήταν κάτι περισσότερο από ένας χώρος ψυχαγωγίας. Ηταν ένα σημείο συνάντησης για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης», θυμάται χαρακτηριστικά ο Χρύσανθος Πανάς - και πράγματι όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια δύσκολα μιλούν μόνο για τις ταινίες, αλλά για τις παρέες και, κυρίως, την αίσθηση ότι κάθε προβολή ήταν ένα μικρό κοινωνικό γεγονός.
«Ζαΐρα»: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό κινηματογράφο της λεωφόρου Γαλατσίου όπου μεγάλωσαν γενιές Αθηναίων
Η οικογένεια Πανά, το 1948, φωτογραφίζεται σε ένα αεροπλάνο

Στην πρωτοπορία

Η επιτυχία της «Ζαΐρας» οφειλόταν και σε μια ακόμη πρωτοποριακή επιλογή αφού, εκτός από τον κύριο χώρο των προβολών, στο ίδιο συγκρότημα λειτούργησε κινηματογραφικό στούντιο, μια δραστηριότητα σχεδόν άγνωστη ακόμη και στους παλαιότερους κατοίκους της περιοχής.

Εκεί πραγματοποιήθηκαν γυρίσματα για ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές, ανάμεσά τους σκηνές από τους περίφημους «Απάχηδες των Αθηνών», γεγονός που συνδέει τη «Ζαΐρα» όχι μόνο με την προβολή αλλά και με την ίδια την παραγωγή της ελληνικής κινηματογραφίας. Είναι μια ψηφίδα της Ιστορίας που είχε σχεδόν λησμονηθεί και επανέρχεται σήμερα μέσα από τα αρχειακά τεκμήρια της οικογένειας. Από όλα αυτά διαφαίνεται ότι η ονομασία «Ζαΐρα» δεν προερχόταν από το γνωστό τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη, αλλά από τη Ζαΐρα Πανά, κόρη του ιδρυτή του κινηματογράφου και μία από τις πρώτες γυναίκες αρχιτέκτονες της Ελλάδας.

«Αυτή η ανακρίβεια ήταν και η αφορμή για να ξεκινήσω τη συγγραφή του βιβλίου, με στόχο να διασώσω όχι μόνο την ιστορία του κινηματογράφου αλλά και την αλήθεια που τη συνοδεύει. Θεωρώ σημαντικό να αποκαθίστανται τέτοιες ιστορικές ανακρίβειες γιατί οι χώροι αυτοί δεν αποτελούν μόνο κτίρια, αλλά φορείς μνήμης, πολιτισμού και της ταυτότητας μιας ολόκληρης περιοχής», μας εξηγεί, επισημαίνονας αυτή την παραγνώριση.

Η συγκεκριμένη ανακάλυψη λειτούργησε ως αφετηρία για μια πολύ ευρύτερη ιστορική έρευνα, καθώς όσο περισσότερο ξεκαθάριζε η ιστορία της «Ζαΐρας» τόσο περισσότερο αναδεικνυόταν μια άλλη, εξίσου ενδιαφέρουσα ιστορία: εκείνη της ίδιας της οικογένειας Πανά. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη συμβολή του Χρύσανθου Πανά ως ιστοριοδίφη.

Δεν αρκέστηκε να συγκεντρώσει τα τεκμήρια αλλά τα αντιμετώπισε όπως θα τα αντιμετώπιζε ένας ιστορικός: διασταυρώνοντας πληροφορίες, αναζητώντας τις πρωτογενείς πηγές, ελέγχοντας ακόμη και τις πιο μικρές λεπτομέρειες. Αυτή η επιμονή είναι που επιτρέπει σήμερα να ξαναδιαβαστεί η ιστορία της «Ζαΐρας» όχι ως οικογενειακό χρονικό αλλά ως ένα αξιόπιστο κεφάλαιο της Νεότερης Ιστορίας της πόλης, καθώς αναζητήθηκαν πολύτιμα στοιχεία σε δημόσιες υπηρεσίες, πολεοδομικούς φακέλους, εφημερίδες της εποχής, ιδιωτικές συλλογές και προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη «Ζαΐρα» από διαφορετικές θέσεις: ως θεατές, ως συνεργάτες, ως γείτονες.

«Ενιωσα ότι είχα χρέος να καταγράψω αυτή την πορεία με σεβασμό και ειλικρίνεια», λέει ο ίδιος. Και διαβάζοντας το σύνολο της έρευνας αντιλαμβάνεται κανείς ότι η λέξη «χρέος» δεν χρησιμοποιείται ρητορικά, αλλά συνιστά την κινητήρια δύναμη μιας προσπάθειας που κράτησε χρόνια και που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας οικογενειακής καταγραφής.

Κάθε μέλος της οικογένειας, άλλωστε, έχει μια ιστορία που μοιάζει μυθιστορηματική. Ο ιδρυτής του κινηματογράφου «Ζαΐρα» Σπύρος και η Χρυσάνθη Πανά έκαναν έξι παιδιά: τη Ζαΐρα, στην οποία αφιερώνεται το βιβλίο, τον Βαγγέλη, τον Διονύση, τον Δημήτρη, του οποίου η αυτοκτονία τραυμάτισε την οικογένεια, την Αθηνά και τον Γιάννη. Πατέρας του Χρύσανθου ήταν ο Διονύσης «ένας πανέξυπνος και καλόκαρδος», όπως ο ίδιος αναφέρει στο βιβλίο, «άνθρωπος που είχε φιλοσοφήσει τη σημασία της καθημερινότητας και είχε κάπως απαξιώσει τη σπουδαιότητα του πλουτισμού, γιατί είχε βιώσει και τη μεγάλη άνοδο και την πτώση της οικογένειάς του».

Λάτρης της τέχνης ο πατέρας του, όπως και ο θείος του Βαγγέλης, που έκανε παρέα με τον βραβευμένο με Οσκαρ Βασίλη Φωτόπουλο, έδωσαν την καλλιτεχνική σφραγίδα που διευρύνθηκε από μια παρέα, όπως αυτή του πεφωτισμένου ποιητή, εικαστικού και συγγραφέα Αλέξανδρου Ισαρη, που ήταν ξάδελφος της μητέρας του Χρύσανθου και οικογενειακός φίλος. Ταλαντούχα πιανίστα ήταν επίσης η θεία του Χρύσανθου, Αθηνά, ενώ η Ηβη Πανά, συγγενής της Αθηνάς, του πατέρα και των αδελφών του, ήταν καθηγήτρια πιάνου της Μαρία Κάλλας!

Η ιστορία μιας άλλης Αθήνας

Για όλους αυτούς τους λόγους, η ιστορία της «Ζαΐρας» θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα: πώς θυμάται μια πόλη τον εαυτό της και πώς ανασυστήνεται η προσωπική και συλλογική μνήμη; Ενδεχομένως, η περίπτωση της «Ζαΐρας» δείχνει ότι οι δύο αυτές ιστορίες δεν μπορούν να διαχωριστούν, αφού η πολιτιστική ιστορία μιας πόλης δεν γράφεται μόνο στα μουσεία και στα μεγάλα θέατρα αλλά -κυρίως- στις αυλές των θερινών κινηματογράφων, στις μικρές συνοικιακές επιχειρήσεις, στους ανθρώπους που χωρίς να το γνωρίζουν δημιουργούν τόπους μνήμης.

Και γι’ αυτό η διάσωση της ιστορίας της «Ζαΐρας» δεν αφορά αποκλειστικά την οικογένεια Πανά αλλά την ίδια την Αθήνα. Γιατί κάθε φορά που χάνεται η ιστορία ενός τέτοιου χώρου, η πόλη χάνει ένα μικρό κομμάτι της βιογραφίας της. Εξ ου και ότι η ιστορία που επιλέγει να αφηγηθεί ο ίδιος δεν είναι γραμμική ούτε εξιδανικευμένη: μέσα στις σελίδες της συναντά κανείς επιτυχίες και απώλειες, ανθρώπους που άφησαν ισχυρό αποτύπωμα και άλλους που χάθηκαν πρόωρα, επαγγελματικές διαδρομές που ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους, αλλά και μια σταθερή επιθυμία να διατηρηθεί ζωντανή η σχέση της οικογένειας με τον πολιτισμό και τον δημόσιο χώρο: από τον Σπυρίδωνα Πανά, που οραματίστηκε έναν χώρο ψυχαγωγίας σε μια γειτονιά που μόλις γεννιόταν, μέχρι τη Ζαΐρα Πανά, η οποία ακολούθησε ένα από τα πιο απαιτητικά επαγγέλματα της εποχής της, και από τις επόμενες γενιές έως τον επιχειρηματία και δημιουργό σημείων μνήμης Χρύσανθο Πανά, διακρίνει κανείς ένα συνεχές νήμα ευθύνης απέναντι στη μνήμη.

Η παρουσίαση του βιβλίου

Ολα αυτά αποτυπώθηκαν ως συγκινητικές αναμνήσεις αλλά και ως ανάγκες επαναπροσδιορισμού ενός ιστορικού ονόματος σε μια ιδιαίτερα συγκινητική βραδιά που πραγματοποιήθηκε στο νέο τοπόσημο της Αθήνας, που περιλαμβάνει και τον θερινό ιστορικό κινηματογράφο «Ζαΐρα», επί της λεωφόρου Γαλατσίου 75.
«Ζαΐρα»: Η ιστορία πίσω από τον εμβληματικό κινηματογράφο της λεωφόρου Γαλατσίου όπου μεγάλωσαν γενιές Αθηναίων
O συγγραφέας του λευκώματος Χρύσανθος Πανάς

Σε αυτόν τον κατάμεστο χώρο έλαβε χώρα η εκδήλωση που άνοιξαν με χαιρετισμούς ο υπουργός Υγείας Αδωνις Γεωργιάδης, ο περιφερειάρχης Αττικής Νίκος Χαρδαλιάς και ο δήμαρχος Γαλατσίου Γιώργος Μαρκόπουλος, οι οποίοι ευχαρίστησαν την οικογένεια Πανά για την παραχώρηση του ακινήτου στον δήμο σε απολύτως συμβολικό τίμημα, προκειμένου ο χώρος να αποτελέσει έναν πνεύμονα πρασίνου και ένα πολιτιστικό σημείο συνάντησης πολιτισμού για τους κατοίκους της περιοχής. Στην παρουσίαση του βιβλίου συμμετείχαν η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Στεφανία Γουλιώτη, ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος και η Ντόρα Βυζοβίτου.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, επίσης, προβλήθηκε ειδικά διαμορφωμένο οπτικοακουστικό υλικό, σε σκηνοθεσία του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, το οποίο ταξίδεψε το κοινό στην ιστορία της «Ζαΐρας».

Σήμερα, σε μια εποχή όπου η συζήτηση για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, η ιστορία της «Ζαΐρας» λειτουργεί και ως υπενθύμιση για την ανάγκη διατήρησης της μνήμης της Αθήνας, που αποκαλύπτει πώς ένας θερινός κινηματογράφος μπορεί να γίνει, με το πέρασμα του χρόνου, ένα μικρό αλλά πολύτιμο ιστορικό μνημείο και η ιστορία μιας οικογένειας μέρος της ευρύτερης, σπουδαίας ιστορίας της πόλης.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης