Ένα ιδιαίτερο δίλημμα αντιμετωπίζουν οι
γερμανικές Αρχές μετά την καταστροφική πυρκαγιά που ξέσπασε τον περασμένο μήνα στο περίφημο ορεινό καταφύγιο του
Αδόλφου Χίτλερ, γνωστό ως «Αετοφωλιά», στις Βαυαρικές Άλπεις. Θα πρέπει το ιστορικό κτίριο να ανοικοδομηθεί ή να αφεθεί στην εγκατάλειψη, με την ελπίδα ότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του ναζιστικού καθεστώτος θα ξεχαστεί με την πάροδο του χρόνου;
Το Kehlsteinhaus, όπως είναι η επίσημη ονομασία του, βρίσκεται σε υψόμετρο 1.834 μέτρων, κοντά στα σύνορα Γερμανίας και Αυστρίας. Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου, ο Χίτλερ χρησιμοποιούσε το εντυπωσιακό κτίριο για να υποδέχεται ξένους αξιωματούχους και υψηλούς προσκεκλημένους.
Μετά τον
Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε ως εγκατάσταση διοίκησης των Συμμάχων, μέχρι το 1960, όταν επιστράφηκε στο κρατίδιο της Βαυαρίας ως ιστορικό μνημείο. Έκτοτε εξελίχθηκε σε σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο, προσελκύοντας έως και 350.000 επισκέπτες ετησίως, σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης.
Ο εμπρησμός και οι ζημιές εκατομμυρίων
Η πυρκαγιά εκδηλώθηκε στις 23 Οκτωβρίου, όταν το συγκρότημα ήταν κλειστό για το κοινό. Κανείς δεν τραυματίστηκε, ωστόσο οι ζημιές υπολογίζονται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με την αστυνομία, ως ύποπτος για τον εμπρησμό συνελήφθη ένας
33χρονος άνδρας με ιστορικό ψυχικής νόσου, ο οποίος κρατείται σε ψυχιατρική δομή.
Ο
Νόρμπερτ Έντερ, που διαχειρίζεται εδώ και 37 χρόνια το εστιατόριο και το κατάστημα αναμνηστικών του αξιοθέατου, περιέγραψε το μέγεθος της καταστροφής λέγοντας ότι
«η συντριπτική πλειονότητα της δουλειάς μου έγινε καπνός». Το κτίριο, το οποίο βρίσκεται στο ιστορικό συγκρότημα Όμπερζαλτσμπεργκ, κοντά στο Μπερχτεσγκάντεν, έχει πλέον αποκλειστεί, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για το αν και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να αποκατασταθεί.
Οι Αρχές ανησυχούν για το ενδεχόμενο
καταλήψεων, βανδαλισμών ή
επισκέψεων από νεοναζιστικές ομάδες. Για τον λόγο αυτό σχεδιάζουν να μεταφέρουν με ελικόπτερο προστατευτικά κιγκλιδώματα και σκαλωσιές στην κορυφή του βουνού, μόλις το επιτρέψουν οι καιρικές συνθήκες, ώστε να προστατευθούν τα ερείπια μέχρι να ληφθεί οριστική απόφαση.
Να ξαναχτιστεί ή να παραμείνει ερείπιο;
Ο υπουργός Εσωτερικών της Βαυαρίας,
Γιόαχιμ Χέρμαν, τάχθηκε υπέρ της ανοικοδόμησης, υποστηρίζοντας ότι «δύσκολα μπορούμε να αφήσουμε τα ερείπια να στέκονται εκεί». Αντίθετη άποψη διατύπωσε ο Σβεν Κέλερ, διευθυντής του Κέντρου Τεκμηρίωσης του Όμπερζαλτσμπεργκ, ο οποίος θεωρεί ότι η πλήρης ανακατασκευή του κτιρίου αποκλείεται, δεδομένης της έκτασης των ζημιών.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την αποκατάσταση ενός ιστορικού κτιρίου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη Γερμανία διαχειρίζεται την κληρονομιά της εποχής του ναζισμού. Η λεγόμενη Erinnerungskultur, δηλαδή η γερμανική «κουλτούρα της μνήμης», βασίζεται στην αναγνώριση των εγκλημάτων του ναζιστικού καθεστώτος και στην προσπάθεια αποτροπής της επανάληψής τους μέσω της ιστορικής εκπαίδευσης.
Ο Γενς-Κρίστιαν Βάγκνερ, διευθυντής του μνημείου του πρώην στρατοπέδου συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ, δήλωσε στην Telegraph ότι τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της ναζιστικής περιόδου δεν αποτελούν απλώς ιστορικά κτίσματα, αλλά και τεκμήρια. «Χάνουν την αποδεικτική τους αξία όταν δεν διατηρούνται στην αρχική τους μορφή, αλλά ανακατασκευάζονται. Για αυτό δεν πρέπει να δημιουργούνται αντίγραφα, καθώς θα αποτελούσαν, κατά κάποιον τρόπο, ψεύτικη ιστορία», εξήγησε.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η πυρκαγιά προσφέρει μια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού του χώρου και προτείνει τη διοργάνωση διαγωνισμού ιδεών για την αξιοποίησή του με τρόπο που θα σέβεται την ιστορική του σημασία.
Οι φόβοι για τους νεοναζί και η οικονομική διάσταση
Πριν από την πυρκαγιά, το καταφύγιο προσέλκυε μεγάλο αριθμό επισκεπτών, ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, αποφέροντας στην τοπική οικονομία περίπου 1,2 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Μέχρι την καταστροφή του αποτελούσε το καλύτερα διατηρημένο τμήμα του συγκροτήματος Όμπερζαλτσμπεργκ.
Σε κοντινή απόσταση βρίσκονται και τα απομεινάρια του Μπέργκχοφ, της προσωπικής κατοικίας του Χίτλερ, η οποία καταστράφηκε από βρετανικό αεροπορικό βομβαρδισμό στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1952 τα ερείπια καλύφθηκαν με βλάστηση, ώστε να αποτραπεί η μετατροπή τους σε σημείο συγκέντρωσης νοσταλγών του ναζισμού.
Η Μέρι Φούλμπρουκ, καθηγήτρια Γερμανικής Ιστορίας στο University College London, επισημαίνει ότι η ανοικοδόμηση της «Αετοφωλιάς» εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.
Όπως εξηγεί, η ανακατασκευή ενός χώρου τόσο στενά συνδεδεμένου με τον Χίτλερ θα μπορούσε να προσελκύσει ακροδεξιούς υποστηρικτές της ναζιστικής ιδεολογίας και να αναβιώσει τον εντυπωσιασμό που προκαλούσε η μεγαλοπρεπής αρχιτεκτονική του δικτάτορα.
Από την άλλη πλευρά, θεωρεί ότι η διατήρηση των ερειπίων, με την κατάλληλη ιστορική τεκμηρίωση, θα μπορούσε να εμπλουτίσει το δίκτυο μνημείων μνήμης της Γερμανίας και ταυτόχρονα να διατηρήσει τον τουριστικό χαρακτήρα της περιοχής.
Η ίδια υπογραμμίζει, πάντως, ότι η ανάδειξη χώρων που συνδέονται με την ηγεσία του ναζιστικού καθεστώτος δεν πρέπει να επισκιάζει τη συμμετοχή αναρίθμητων άλλων προσώπων στη λειτουργία του.