Για σχεδόν τρεις δεκαετίες ένα κομμάτι της σημερινής
Καλιφόρνιας δεν ανήκε ούτε στους Ισπανούς ούτε στους Μεξικανούς ούτε, φυσικά, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις απόκρημνες ακτές της σημερινής κομητείας Σονόμα, περίπου 145 χιλιόμετρα βόρεια του
Σαν Φρανσίσκο, κυμάτιζε η σημαία του
Τσάρου.
Εκεί όπου σήμερα οι περισσότεροι ταξιδιώτες βλέπουν αμπελώνες, γιγάντιες σεκόγιες και τον Ειρηνικό να χτυπά στα βράχια, υπήρχε κάποτε το νοτιότερο φυλάκιο μιας αυτοκρατορίας που είχε διασχίσει ολόκληρη την Ασία και αναζητούσε πλέον χώρο στην άλλη πλευρά του ωκεανού. Το Fort Ross, το «Φρούριο Ρος», ήταν από το 1812 η πιο προωθημένη ρωσική παρουσία στη Βόρεια Αμερική και σήμερα παραμένει ένα από τα λιγότερο γνωστά κεφάλαια της αμερικανικής ιστορίας.
Η ιστορία μοιάζει ακόμη πιο παράξενη επειδή βρίσκεται τόσο κοντά σε έναν από τους γνωστότερους δρόμους των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκατομμύρια άνθρωποι κινούνται κάθε χρόνο κατά μήκος της ακτής της Καλιφόρνιας, όμως ελάχιστοι γνωρίζουν ότι λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη διαδρομή τους σώζεται ένα ξύλινο οχυρό με κυριλλικές επιγραφές και ορθόδοξους σταυρούς.
Ακόμη και για πολλούς κατοίκους της ίδιας της Καλιφόρνιας, η ρωσική παρουσία είναι σχεδόν άγνωστη. Η Αλάσκα ως πρώην ρωσικό έδαφος έχει περάσει στη συλλογική μνήμη. Η Καλιφόρνια όμως όχι. Κι όμως, Ρώσοι εγκαταστάθηκαν εκεί δεκαετίες πριν αρχίσει η μεγάλη αμερικανική κάθοδος προς τη δυτική ακτή.
Από τη Σιβηρία στον Ειρηνικό
Η διαδρομή είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Την ώρα που οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις κινούνταν δυτικά προς την Αμερική, η Ρωσία έκανε το αντίθετο. Από τον 16ο και τον 17ο αιώνα προχωρούσε αδιάκοπα προς τα ανατολικά, διασχίζοντας τη
Σιβηρία μέχρι που, στα μέσα του 17ου αιώνα, Ρώσοι έμποροι γούνας και ένοπλοι είχαν φτάσει στις ακτές του Ειρηνικού. Ακολούθησαν τα νησιά και οι ακτές της
Αλάσκας και το 1799 ο Τσάρος Παύλος Α΄ έδωσε επίσημη μορφή στη ρωσική επέκταση, παραχωρώντας τεράστιες εξουσίες στη Ρωσοαμερικανική Εταιρεία. Το μοντέλο θύμιζε έντονα τη βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, μία ιδιωτική επιχείρηση που δεν εμπορευόταν απλώς γούνες, αλλά ουσιαστικά διοικούσε μια αποικία στο όνομα της αυτοκρατορίας.
Η επιχείρηση απέφερε πλούτη από τις γούνες της θαλάσσιας ενυδρίδας, είχε όμως ένα σοβαρό πρόβλημα. Η Αλάσκα μπορούσε να παράγει γούνες αλλά όχι αρκετή τροφή. Το κλίμα και οι συνθήκες έκαναν τη γεωργία εξαιρετικά δύσκολη και οι ρωσικοί οικισμοί βρίσκονταν συχνά αντιμέτωποι με την πείνα. Η λύση βρισκόταν νοτιότερα. Το 1806 ο Νικολάι Ρεζάνοφ, επικεφαλής της Ρωσοαμερικανικής Εταιρείας, έφτασε με το πλοίο «Juno» στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο. Το πλήρωμά του είχε χτυπηθεί από σκορβούτο και οι αποικίες στην Αλάσκα χρειάζονταν επειγόντως προμήθειες. Όταν ένας Ισπανός στρατιώτης απαίτησε να μάθει την ταυτότητα του άγνωστου πλοίου, από το κατάστρωμα ακούστηκε μία μόνο λέξη: «Ρωσία».
Ο φόβος των Ισπανών και το σχέδιο για μια ρωσική Δύση
Η εμφάνιση των Ρώσων δεν αιφνιδίασε εντελώς τους Ισπανούς. Η Μαδρίτη διεκδικούσε την Καλιφόρνια ήδη από τον 16ο αιώνα, αλλά άρχισε να εγκαθίσταται πραγματικά εκεί μόλις το 1769. Ένας από τους λόγους ήταν ακριβώς η ρωσική κάθοδος από την Αλάσκα. Η προοπτική οι Ρώσοι ή οι Βρετανοί να κινηθούν ακόμη νοτιότερα οδήγησε τους Ισπανούς στη δημιουργία μιας αλυσίδας στρατιωτικών φυλακίων και οικισμών από το Σαν Ντιέγκο μέχρι το Σαν Φρανσίσκο. Υπό αυτή την έννοια, η ρωσική πίεση συνέβαλε εμμέσως ακόμη και στη διαμόρφωση της ισπανικής Καλιφόρνιας.
Ο Ρεζάνοφ έμεινε περίπου έξι εβδομάδες στο Σαν Φρανσίσκο, κατάφερε να εξασφαλίσει τρόφιμα για τις πεινασμένες αποικίες της Αλάσκας και αρραβωνιάστηκε τη 15χρονη κόρη του Ισπανού διοικητή της περιοχής. Εκεί όμως αντιλήφθηκε και κάτι πολύ σημαντικότερο. Η βόρεια ακτή της Καλιφόρνιας ήταν ουσιαστικά αφύλακτη, με σαφώς ηπιότερο κλίμα από την Αλάσκα και τη Σιβηρία. Η ιδέα μιας ρωσικής επέκτασης προς τον νότο είχε μόλις αποκτήσει υπόσταση.
Το 1812, ύστερα από χρόνια εξερεύνησης της ακτής, 25 Ρώσοι και περίπου 80 αυτόχθονες κυνηγοί από την Αλάσκα εγκαταστάθηκαν σε ένα φυσικό ύψωμα πάνω από τον Ειρηνικό, στη σημερινή Σονόμα. Το σημείο βρισκόταν αρκετά κοντά στους πλούσιους πληθυσμούς θαλάσσιας ενυδρίδας αλλά και αρκετά βόρεια από την ασθενώς φυλασσόμενη ισπανική μεθόριο. Εκεί έχτισαν έναν οικισμό με ξυλεία από τις τεράστιες σεκόγιες της Καλιφόρνιας και ύψωσαν τον δικέφαλο αετό της τσαρικής Ρωσίας.
Το Fort Ross δεν ήταν απλώς ένα οχυρό
Στην ακμή του, το Fort Ross απείχε πολύ από την εικόνα ενός απομονωμένου στρατιωτικού φυλακίου. Μέχρι τη δεκαετία του 1830 η ευρύτερη αποικία αριθμούσε σχεδόν 400 ανθρώπους και αποτελούσε μία από τις πιο πολυεθνικές κοινότητες της τότε Καλιφόρνιας. Ρώσοι αξιωματικοί και στελέχη της εταιρείας ζούσαν μέσα στο ξύλινο οχυρό, ενώ έξω από αυτό υπήρχε ένας πολύ μεγαλύτερος οικισμός όπου συνυπήρχαν Ρώσοι, Αλεούτιοι, αυτόχθονες από την Αλάσκα, Ευρωπαίοι τεχνίτες και μέλη των τοπικών φυλών Kashaya Pomo και Coast Miwok. Δημιουργήθηκαν μικτές οικογένειες, άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής εργάζονταν μαζί και θάβονταν στο ίδιο νεκροταφείο.
Η οικονομία του οικισμού δεν περιορίστηκε στη γούνα. Στο Fort Ross κατασκευάστηκαν τα πρώτα ποντοπόρα πλοία της Καλιφόρνιας, ενώ εκεί παράγονταν επίσης τούβλα, γυαλί, μεταλλικά αντικείμενα και ανεμόμυλοι. Ξυλουργοί, βαρελοποιοί και σιδηρουργοί, κάποιοι από τους οποίους είχαν φτάσει ακόμη και από τη Φινλανδία ή τη Χαβάη, δημιούργησαν ένα από τα πρώτα βιοτεχνικά κέντρα της δυτικής ακτής. Οι Ρώσοι εμπορεύονταν τα προϊόντα τους με τους Ισπανούς και αργότερα με τους Μεξικανούς, παίρνοντας σε αντάλλαγμα τρόφιμα για την Αλάσκα. Το παράδοξο είναι ότι, προσπαθώντας να ενισχύσουν τη δική τους παρουσία, βοήθησαν ταυτόχρονα τους ανταγωνιστές τους να εδραιωθούν στην Καλιφόρνια.
Ακόμη και ο περίφημος οινικός χαρακτήρας της Σονόμα έχει μία σχεδόν ξεχασμένη ρωσική υποσημείωση. Το 1817 οι Ρώσοι φύτεψαν εκεί αμπέλια και παρήγαγαν μικρές ποσότητες κρασιού, δεκαετίες πριν η περιοχή εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες οινοπαραγωγικές ζώνες των Ηνωμένων Πολιτειών.