Ποιος ήταν ο θρύλος του '70 Μίλτον Βιέρα: Η «βίδα» από την Ουρουγουάη, ο πρώτος ξένος παίκτης στην Ελλάδα που είχε αγωνιστεί σε Παγκόσμιο Κύπελλο
Σε ηλικία 80 ετών άφησε την τελευταία του πνοή, έχοντας διαγράψει σπουδαία καριέρα - Πήρε 5 πρωταθλήματα με Ολυμπιακό και ΑΕΚ, συμπαίκτης των Πελέ, Κρόιφ, Μπεκενμπάουερ στη Μεικτή Κόσμου
Το Μέλο είναι μια μικρή πόλη στο βορειοανατολικό άκρο της Ουρουγουάης, πολύ κοντά (περίπου 40 χιλιόμετρα) από τα σύνορα με τη Βραζιλία. Κι οι περίπου 50.000 κάτοικοι της δηλώνουν περήφανοι για την Χουάνα Ντε Αμέρικα (διάσημη ποιήτρια η οποία απεβίωσε το 1979), αλλά και για το καμάρι της πόλης, τον Μίλτον Βιέρα.
Τον θρύλο του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης, ο οποίος άφησε το βράδυ της Δευτέρας (21/9) την τελευταία του πνοή σε ηλικία 80 ετών σκορπίζοντας τη θλίψη και στους Έλληνες ποδοσφαιρόφιλους καθώς τη δεκαετία του ‘70 βρέθηκε στη χώρα μας αγωνιζόμενος διαδοχικά σε Ολυμπιακό και ΑΕΚ πανηγυρίζοντας συνολικά πέντε πρωταθλήματα!
Δεν ήταν ο πιο τεχνίτης ποδοσφαιριστής που είχε έρθει στα μέρη μας από τη Λατινική Αμερική, αλλά ήταν ένας από τους πιο ουσιαστικούς και… aggressive που έπαιζε πάντα στα όρια και δεν δίσταζε να βάζει τα πόδια του στη φωτιά.
Είτε εν ώρα αγώνα, είτε όταν προέκυπταν συμπλοκές (κάτι συνηθισμένο εκείνη την εποχή) κατά τη διάρκεια ή το τέλος κάποιου αγώνα.
Ο Tornillo που προκάλεσε… εμφύλιο
Στη γειτονιά που μεγάλωσε στο Μέλο αυτός και τα έξι αδέλφια του το ποδόσφαιρο ήταν το μοναδικό που τους ενδιέφερε με τον μικρό (αλλά υψηλόσωμο) Βιέρα να κερδίζει την… εκτίμηση όλων.
Στην ίδια γειτονιά υπήρχε κι ένας περίεργος τύπος, ο οποίος πάντα είχε τις τσέπες του γεμάτες πέτρες, τις οποίες έριχνε στον δρόμο και όλοι τον αποκαλούσαν «Tornillo» (Βίδα). Αυτήν την συνήθεια είχε και ο Βιέρα με αποτέλεσμα όταν ο περίεργος αυτός τύπος μετακόμισε από τη γειτονιά, όλη η παρέα άρχισε να τον αποκαλεί «μικρό Tornillo».
Ένα παρατσούκλι που έγινε το σήμα κατατεθέν του σε όλη την καριέρα του περιελάμβανε τις δύο μεγάλες ομάδες της πατρίδας του Νασιονάλ, Πενιαρόλ (με απίθανη ιστορία που θα αναφέρουμε παρακάτω το πως κατέληξε από τη μία στην άλλη), την Μπόκα Τζούνιορς, αλλά και τους Ολυμπιακό, ΑΕΚ στην Ελλάδα, ενώ όχι απλά ήταν διεθνής με την Εθνική ομάδα της χώρας του αλλά ήταν και ο νεότερος που αγωνίστηκε ως βασικός στην «σελέστε» στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 στην Αγγλία.
Κλείσιμο
Ο Βιέρα από τα 14 του είχε αρχίσει να δημιουργεί έναν μύθο γύρω από το όνομα με την Πενιαρόλ να καταφέρνει να τον πείσει να έρθει στο Μοντεβιδέο καθώς κινήθηκε πολύ πιο γρήγορα από τη Νασιονάλ.
Όταν όμως έφτασε στο Μοντεβιδέο, ο πρόεδρος της Πενιαρόλ άλλαξε τους οικονομικούς όρους της συμφωνίας με τον πιτσιρικά Βιέρα να μην αποδέχεται τη νέα πρόταση και την επόμενη μέρα να βρίσκεται στα γραφεία της Νασιονάλ στην οποία και υπέγραψε.
Το μεγάλο του πρόβλημα όμως δεν ήταν η βεντέτα που άνοιξε με τους «αουρινέγκρος» (οι κιτρινόμαυροι) επιλέγοντας να αγωνιστεί στους «Bolsilludos» (οι τσεπάτοι), αλλά το γεγονός ότι ήταν μακριά από την οικογένεια του…
Σε συνεντεύξεις που είχε δώσει στο παρελθόν είχε παραδεχθεί ότι τους πρώτους μήνες στην πρωτεύουσα, αυτός που έτρεμαν όλοι στο γήπεδο, έκλαιγε και ήθελε να φύγει. Μια κατάσταση που συνεχίστηκε μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε στην πρώτη ομάδα και άλλαξαν όλα...
Για μια πενταετία αγωνίστηκε εκεί και καθιερώθηκε στην Εθνική ομάδα της χώρας του όντας βασικός σε ηλικία 20 ετών όταν αγωνίστηκε στο Μουντιάλ της Αγγλίας. Ήταν ο νεότερος ποδοσφαιριστής της αποστολής, της οποίας προπονητής ήταν ο Οντίνο Βιέρα και έπαιξε βασικός σε τρεις αγώνες...
Η μεταγραφή στη Μπόκα
Μετά τη Νατιονάλ αποφάσισε να μετακομίσει στην Αργεντινή για τη Μπόκα Τζούνιορς αλλά τα πράγματα στο Μπουένος Άιρες εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά απ’ ότι θα περίμενε…
Έπαιξε μόλις τέσσερα ματς και παρόλο που η έλευση του τεράστιου Αλφρέδο Ντι Στέφανο σε ρόλο προπονητή φαινόταν ότι θα άλλαζε τις συνθήκες ο ίδιος επέλεξε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Μόνο που αντί για τη Νατιονάλ πήγε με επτά χρόνια καθυστέρηση στην Πενιαρόλ προκαλώντας νέες αναταράξεις στο εσωτερικό της χώρας!
Μάλιστα είχε και δικαστική κόντρα με την πρώην του ομάδα που τον οδήγησε να διακόψει κάθε δεσμό μαζί της δηλώνοντας πλέον οπαδός της Πενιαρόλ...
«Έγινα οπαδός και όλα τα παιδιά μου είναι Πενιαρόλ. Ήταν διαφορετικά πράγματα, διαφορετικές εποχές και άλλαξα λίγο. Τώρα έχω μεγάλο σεβασμό και αγάπη για τη Νασιονάλ ως θεσμό», παραδέχθηκε σε συνέντευξη του πριν από λίγα χρόνια.
Το ταξίδι στην Ελλάδα
Έχοντας συμπληρώσει μια δεκαετία στη μεγάλη κατηγορία της Ουρουγουάης ο Βιέρα έψαχνε μια διέξοδο, μία νέα πρόκληση και από συγκυρίες προέκυψε η Ελλάδα.
Εκείνη την εποχή επιτρεπόταν έως δύο ξένοι το πολύ στα εθνικά πρωταθλήματα και με τις αγορές της Ισπανίας και της Ιταλίας (που ήταν οι πρώτες του επιλογές) να έχουν κλείσει εμφανίστηκε η προοπτική της Ελλάδας.
Ο Νίκος Σκλαβούνος (προπονητής, ερασιτέχνης μάνατζερ, αλλά κυρίως στενός συνεργάτης του τότε ηγέτη του Ολυμπιακού Νίκου Γουλανδρή) ενημερώθηκε ότι ο Βιέρα θέλει να παίξει στην Ευρώπη και οι ερυθρόλευκοι έδωσαν το 1972 το ποσό των 2.5 εκατομμυρίων ευρώ για να τον φέρουν στον Πειραιά. Όντας ο πρώτος ξένος ποδοσφαιριστής που έπαιξε στο ελληνικό πρωτάθλημα, έχοντας αγωνιστεί σε Παγκόσμιο Κύπελλο!
Η προσαρμογή στην Ελλάδα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, στην αρχή είχε πολλά προβλήματα κυρίως λόγω της γλώσσας, ωστόσο όχι μόνο δεν τα παράτησε αλλά έχοντας και τη βοήθεια του συμπατριώτη του Χούλιο Λοσάδα (είχαν έρθει μαζί) έμαθε να μιλάει ελληνικά και στη χώρα μας γεννήθηκε ο Μαξιμιλιάνο, ένας από τους τρεις γιους του.
Βιέρα (αριστερά) και Λοσάδα πριν από το φιλικό ματς του Ολυμπιακού με τον ΠΑΟΚ το καλοκαίρι του 1972.
Ο Βιέρα με τον Βραζιλιάνο Νέτο Γκουερίνο του ΠΑΟΚ.
Στα πέντε χρόνια που φόρεσε τη φανέλα του Ολυμπιακού κατέκτησε τρεις φορές τον τίτλο του πρωταθλητή (1973, 1974 και 1975) και δύο Κύπελλα (1973 και 1975) ενώ κλήθηκε και στη Μεικτή Κόσμου όντας συμπαίκτης των Πελέ, Κρόιφ, Μπεκενμπάουερ, αλλά και του επίσης ερυθρόλευκου Γιώργου Δεληκάρη.
Ωστόσο το 1977 το ιατρικό τιμ του Ολυμπιακού έκρινε ότι ο τραυματισμός στο γόνατο δεν θα του επέτρεψε να συνεχίσει την καριέρα του με τη διοίκηση να τον αποδεσμεύει…
Πληγώθηκε, αλλά και πάλι δεν το έβαλε κάτω με την ΑΕΚ να τον κάνει δικό της και να της το… ξεπληρώνει πανηγυρίζοντας δύο διαδοχικά πρωταθλήματα (1978 και 1979) και το Κύπελλο το 1978.
Στα 33 του επέστρεψε τελικά στην Ουρουγουάη και την Πενιαρόλ, ωστόσο ένας τραυματισμός στη λεκάνη τον οδήγησε στο να κρεμάσει τα παπούτσια του και παρόλο που πήρε το δίπλωμα προπονητή, επέλεξε να παραμείνει στο ποδόσφαιρο ως ατζέντης παικτών.
«Αν έπαιζα ποδόσφαιρο ώρα θα ήμουν δισεκατομμυριούχος», είχε δηλώσει σε μια από τις τελευταία του συνεντεύξεις συμπληρώνοντας ότι τα λεφτά που δίνονται είναι παράλογα και αδικαιολόγητα.
Το «καλά, καλά» και το «αέρα-αέρα έρχεται ο Βιέρα»
Στην πατρίδα του όλοι τον αποκαλούσαν «βίδα» ωστόσο στην Ελλάδα της δεκαετίας του ‘70 δεν ήταν και πολύ εύηχο… Κι αυτό που του είχαν κολλήσει ως παρατσούκλι ήταν ο «καλά-καλά» καθώς τον πρώτο καιρό που δεν ήξερε καλά ελληνικά, όταν τον ρωτούσαν τα πιο απλά πράγματα, «πώς είσαι;», «τι κάνεις;», «τι γίνεται;» απαντούσε με το «καλά, καλά».
Το δε σύνθημα που συνόδευσε την ερυθρόλευκη κυρίως καριέρα του ήταν το περίφημο: «αέρα-αέρα έρχεται ο Βιέρα».
Με πάνω από 30 χρόνια συνεχή και συνεπή παρουσία στην εκπαίδευση, το IdEF φέρνει την ακαδημαϊκή εμπειρία ενός δημόσιου γαλλικού πανεπιστημίου στην Ελλάδα, χωρίς να χρειάζεται κανείς να μετακομίσει στο εξωτερικό.
Η JYSK ανακοινώνει την είσοδό της στην κυπριακή αγορά, με τα πρώτα καταστήματα να προγραμματίζεται να ανοίξουν τον Απρίλιο του 2027, σηματοδοτώντας ένα ακόμη σημαντικό βήμα στην αναπτυξιακή πορεία της εταιρείας.