Viva torero - Τάσος Αποστόλου
Viva  torero - Τάσος Αποστόλου

Viva torero - Τάσος Αποστόλου

Η γιγάντια φωνή του δεν χρειάζεται μικρόφωνο ούτε ηχεία για να καθηλώσει 1.400 θεατές στη Λυρική Σκηνή. Οι χαμηλοί τόνοι του καταξιωμένου Ελληνα βαθύφωνου ξετυλίγονται πάνω στη σκηνή και εκτείνονται και στον τρόπο που μιλάει για τους αμέτρητους ρόλους της ζωής του

Μπορεί η όπερα να ονομάζεται «Κάρμεν», όμως ο ταυρομάχος Εσκαμίγιο είναι ο homme fatale που κλέβει την καρδιά της ηρωίδας με θανάσιμες συνέπειες. Στις παραστάσεις της Λυρικής Σκηνής, την περασμένη άνοιξη, ο Εσκαμίγιο του βαθύφωνου Τάσου Αποστόλου έκλεψε τις δικές μας καρδιές με το παράστημα, τη γοητεία και τη γιγάντια φωνή του. Γνωρίζοντάς τον όμως από κοντά ανακάλυψα περισσότερα επίπεδα. Πρωταγωνιστεί εδώ και δεκαετίες στη Λυρική Σκηνή, έχει συνεργαστεί με σπουδαία μουσικά θέατρα της Ευρώπης, τραγουδάει σε συναυλίες με ρεπερτόριο από άριες μέχρι Θεοδωράκη, έχει πίσω του μια καριέρα στην υποκριτική σε θέατρο και κινηματογράφο και πλέον εργάζεται και ως ψυχοθεραπευτής. Στις 3 Αυγούστου θα τραγουδήσει στην Αίγινα και για τη νέα σεζόν ετοιμάζει «Τόσκα», «Οθέλλο» και «Μίσα Σολέμνις» στην Ελλάδα και «Ντον Κάρλο» στο εξωτερικό.


GALA: Τι σημαίνει βαθύφωνος; Σε τι διαφέρει από έναν τενόρο;

ΤΑΣΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ: Οι βαθύφωνοι τραγουδούν σε πιο χαμηλούς τόνους. Λίγο πιο ψηλά είναι οι βαρύτονοι, πιο πάνω οι τενόροι και τέλος οι κόντρα τενόροι με την πιο λεπτή φωνή. Οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι στις όπερες είναι συνήθως γραμμένοι για τενόρους, όμως σε όλες υπάρχει ένας βασικός ρόλος για βαθύφωνο. Πριν από αιώνες οι ψιλές φωνές ήταν πιο πολύ στη μόδα. Οσο όμως περνάνε τα χρόνια, εκτιμώνται περισσότερο οι βαθιές. «Ο Πύργος του Κυανοπώγωνα» του Μπέλα Μπάρτοκ είναι μία όπερα του 20ού αιώνα με βαθύφωνο πρωταγωνιστή. Τον έπαιξα για δύο χρόνια στη Λυρική Σκηνή και ήταν ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει, γιατί έπρεπε να μάθω όλο το έργο στα ουγγρικά.

G.: Ποιος αποφασίζει σε ποια κατηγορία ανήκει κάθε φωνή; Μπορεί να διαλέξει ο τραγουδιστής;

Τ.ΑΠ.: Οχι, αυτό καθορίζεται από τη φύση της φωνής. Εξαρτάται από το σε ποια έκταση έχει περισσότερη δύναμη. Σίγουρα μπορεί να τραγουδήσει κι άλλους τόνους, χαμηλότερους ή ψηλότερους, αλλά κατηγοριοποιείται ανάλογα με την περιοχή στην οποία αναδεικνύεται το χρώμα της.

G.: Πώς ξεκίνησες με την όπερα;

Τ.ΑΠ.: Δεν ξεκίνησα από την όπερα, δεν μου άρεσε καν και έβρισκα αστείο τον τρόπο που παιζόταν τότε στη Λυρική. Ξεκίνησα από το θέατρο, ως φοιτητής στη δραματική σχολή Βεάκη. Εχω παίξει στην Επίδαυρο με τον Βολανάκη και τον Βουτσινά, στο «Αμόρε», στο «Θέατρο Τέχνης», στο Εθνικό, στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» του Αγγελόπουλου, στα «Ψάθινα καπέλα» της ΕΡΤ και πολλά άλλα. Στη σχολή αλλά και αργότερα έπαιρνα μαθήματα τραγουδιού και ο δάσκαλός μου Φραγκίσκος Βουτσίνος επέμενε ότι έπρεπε να κάνω όπερα. Επειδή ένιωθα ότι είχα ήδη δουλέψει με τους πιο μεγάλους σκηνοθέτες και είχα πάρει όσα πράγματα ήταν να πάρω από το θέατρο, θέλησα να σπουδάσω και την όπερα για να συνεχίσω να εξελίσσομαι.



Ετσι διεκδίκησα μια υποτροφία του ιδρύματος Ωνάση για Τραγούδι στο Μιλάνο και έφυγα για τρία χρόνια. Ηξερα ήδη μουσική, γιατί όταν ήμουν μικρός έκανα μαθήματα πιάνου με τον θείο μου, τον συνθέτη Γιώργο Κουρουπό.

G.: Επειτα από τρία χρόνια στο Μιλάνο, εκεί όπου χτυπάει η καρδιά της όπερας, πώς αποφάσισες να επιστρέψεις;

Τ.ΑΠ.: Εφυγα για την Ιταλία όταν ήμουν ήδη 30 χρόνων. Είχα στήσει τη ζωή μου στην Αθήνα, είχα το σπίτι μου, τους φίλους μου, ήθελα να γυρίσω. Επίσης, άρχισα να έχω προτάσεις από την Ελλάδα, οπότε δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος να μείνω στο Μιλάνο. Και αργότερα, όταν μου πρότειναν συμβόλαια με όπερες του εξωτερικού όπου θα έπρεπε να μείνω για δύο τρία χρόνια, πάλι δεν δέχτηκα. Από τη στιγμή που η δουλειά μου στην Ελλάδα διαρκώς εξελισσόταν δεν σκέφτηκα να φύγω. Πηγαίνω βέβαια κάθε χρόνο στο εξωτερικό για παραστάσεις, αλλά μένω δύο ή τρεις μήνες και γυρίζω.

G.: Θέτεις στόχους για συγκεκριμένους ρόλους ή μεγάλα θέατρα στα οποία θέλεις να παίξεις;

Τ.ΑΠ.: Οχι, δεν έχω τέτοια απωθημένα. Μ’ ενδιαφέρει να περνάω καλά και να έχω συνεργάτες που συνεννοούμαστε. Εχω πάρει μέρος σε μικρές παραγωγές σε μικρά θέατρα, που άξιζαν πολύ περισσότερο από τις φημισμένες σκηνές. Θέλω να συμμετέχω σε μια ομάδα ανθρώπων που έχουν έναν κοινό σκοπό, όχι να κοιτάζει ο καθένας πώς θα ξεχωρίσει και θα επισκιάσει τους άλλους.

G.: Υπάρχουν κάποια έργα που τα αγαπάς περισσότερο από τα άλλα;

Τ.ΑΠ.: Ναι, βέβαια. Τον «Κυανωπώγωνα» τον λάτρεψα, παρόλο που με δυσκόλεψε. Ο Φίλιππος στο «Ντον Κάρλο» είναι αγαπημένος μου ρόλος. Και τον Εσκαμίγιο στην «Κάρμεν» που τραγούδησα φέτος για πρώτη φορά στη Λυρική Σκηνή τον απόλαυσα. Παρόλο που είναι μικρός σε έκταση, είναι σπουδαίος καλλιτεχνικά. Και η συγκεκριμένη όπερα μου αρέσει πολύ. Της προσάπτουν ότι δεν είναι αρκετά βαθυστόχαστη, όμως έτσι είναι τα περισσότερα έργα. Εχουν ένα απλό έως απλοϊκό κείμενο γιατί η όπερα ξεκίνησε ως λαϊκό είδος. Η κυριότερη λειτουργία της είναι η απόλαυση του ζωντανού ήχου. Η ζωντανή παραγωγή μουσικής χωρίς καμία μεσολάβηση από τεχνολογία, χωρίς μικρόφωνα, χωρίς ηχεία, παρά μόνο από τα όργανα και τους ανθρώπους, είναι ένα προνόμιο που δεν μπορεί να το αντιγράψει κανένα ΑΙ. Για πολλά χρόνια ακόμα θα είναι αναντικατάστατη.

G.: Πώς γίνεται να έχεις σπουδάσει Οπερα και να τραγουδάς ελληνική μουσική;

Τ.ΑΠ.: Η φωνή είναι ένα όργανο. Αν μάθεις πιάνο και μπορείς να παίξεις Μπαχ, τότε θα μπορείς να παίξεις και Χατζιδάκι. Εφόσον ξέρεις να το χειρίζεσαι, διαλέγεις τι και πώς θα ερμηνεύσεις. Προφανώς η όπερα απαιτεί παραπάνω εξειδίκευση, αλλά το 80% της τεχνικής είναι το ίδιο και στα δύο είδη. Μου αρέσει πολύ να τραγουδάω ελληνική μουσική και ειδικά το καλοκαίρι στις συναυλίες περνάω αξέχαστα. Εχω συνεργαστεί με όλους τους σημαντικούς συνθέτες - με τον Χατζιδάκι, τον Ξυδάκη, με τον Μαρκόπουλο και πολλούς ακόμα. Με τον Θεοδωράκη έχουμε κάνει τον «Επιτάφιο» στο Μέγαρο Μουσικής, το «Μαουτχάουζεν» και τη «Ραψωδία».



G.: Στην Ψυχολογία πώς βρέθηκες;

Τ.ΑΠ.: Ηθελα πάντα να γίνω ψυχολόγος και το πήρα απόφαση μετά τα σαράντα. Φοίτησα σ’ ένα κολέγιο για τέσσερα χρόνια, μελέτησα με πάρα πολύ κόπο γιατί η δουλειά μου απαιτεί πολύωρες πρόβες και ταξίδια, πήρα το πτυχίο μου και τώρα κάνω συνεδρίες ψυχοθεραπείας σε έναν μικρό αριθμό θεραπευομένων. Με συναρπάζει αυτό το αντικείμενο, διαβάζω και βελτιώνομαι διαρκώς. Τα κυριότερα μαθήματα όμως τα παίρνω από τους ασθενείς μου. Οι συνεδρίες έχουν πολλές στιγμές αποκάλυψης που με κάνουν κάθε φορά να συνειδητοποιώ καινούρια πράγματα για τον εαυτό μου. Τα συναισθήματα που αποκομίζω δεν θα μπορούσα να τα βιώσω με άλλον τρόπο. Μπορεί να λένε ότι η δουλειά του ψυχοθεραπευτή είναι κυρίως εγκεφαλική, όμως πιστεύω ότι η θεραπευτική της δράση οφείλεται κατά βάση στο συναίσθημα.

G.: Δεν μπορώ να φανταστώ τι σχέση έχει η ψυχοθεραπεία με το τραγούδι.

T.AΠ.: Ο ήχος που παράγει το ανθρώπινο σώμα σχεδόν ταυτίζεται με την ψυχή. Οι φωνητικές χορδές, ο αέρας που εισπνέουμε και οι χώροι που υπάρχουν μέσα μας για να περάσει η φωνή καθορίζονται από την ψυχική διάθεση. Οταν ένα τραύμα ή ένα πρόβλημα διαταράσσει τη ροή της ενέργειας, κάποιοι χώροι μπορεί να κλείνουν ή να περιοριστεί ο αέρας που εισπνέουμε. Το μάθημα τραγουδιού συνήθως προϋποθέτει ένα είδος ψυχοθεραπείας, γιατί για να καταφέρει ο δάσκαλος να κάνει τη φωνή του μαθητή να ανοίξει, ο μαθητής χρειάζεται να ανοιχτεί και ψυχικά. Πρέπει να μιλήσει για προσωπικά του θέματα και ο δάσκαλος να τον ακούσει. Η σχέση του ανθρώπινου ήχου με την ψυχολογία είναι άμεση. Σκέψου πώς καταλαβαίνεις την προσωπικότητα και την ιστορία ενός ανθρώπου από τη φωνή του: ένας σκυμμένος, συρρικνωμένος άνθρωπος με αδύναμη φωνή σε σύγκριση με έναν γίγαντα με βροντερή φωνή.


G.: Σε προσωπικό επίπεδο, πώς έχεις βιώσει τη σύνδεση της ψυχής με τη φωνή;

Τ.ΑΠ.: Δεν είχα τη φωνή που έχω τώρα όταν ξεκίνησα το τραγούδι. Σιγά-σιγά άνοιγα, ανακάλυπτα χώρους μέσα μου που ήταν κλειστοί και ακόμα ψάχνω και εξελίσσομαι. Σε αυτό με βοήθησε πάρα πολύ η ψυχοθεραπεία, όπως και στο πώς θα προσεγγίσω και θα ερμηνεύσω κάθε ρόλο. Αυτό που κυρίως αγάπησα στην όπερα είναι το ταξίδι του ήχου, το πώς δονείται το σώμα την ώρα που τραγουδάω. Το θέαμα αυτό καθαυτό επίσης το αγάπησα, όμως δεν είναι αυτό που επιλέγω πάντα για τη διασκέδασή μου. Επίσης, δεν ακούω πολλή μουσική, γιατί από την ώρα που ξυπνάω μέχρι την ώρα που κοιμάμαι, αλλά ακόμη και στη διάρκεια του ύπνου μου, σκέφτομαι νότες. Αν το δίλημμά μου είναι να πάω σε μια συναυλία ή σε ένα κουτουκάκι με φίλους, συχνά θα διαλέξω το δεύτερο. Η σιωπή είναι ο πιο παραγωγικός μου χρόνος. Τα διαστήματα της σιωπής και της ρουτίνας είναι οι πιο χρήσιμες ώρες μου ◆
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης