Δύο καθυστερημένα τιμητικά βραβεία και μια ταινία που πραγματεύεται μία μέχρι πρότινος κρυφή πτυχή της ζωής της ήταν οι λόγοι που υποχρέωσαν την αλλοτινή σταρ του Χόλιγουντ να βγει από την απομόνωσή της και να θυμηθεί πώς είναι να σε λούζουν τα φώτα
Η Κιμ Νόβακ είναι η μεγαλύτερη σταρ του χρυσού Χόλιγουντ. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, η τελευταία επιζήσασα από μια λαμπερή λίστα που περιλάμβανε τις πιο θρυλικές ντίβες των πρώτων δεκαετιών του ομιλούντος κινηματογράφου - από τη Ρίτα Χέιγουορθ, τη Λάνα Τέρνερ και τη Μέριλιν Μονρόε μέχρι την Αβα Γκάρντνερ, τη Λιζ Τέιλορ και την Γκρέτα Γκάρμπο. Η τελευταία ήταν και το μεγάλο ίνδαλμα της Νόβακ και στα δικά της χνάρια ήταν που πάτησε χρόνια αργότερα, όταν αποφάσισε και εκείνη να αποσυρθεί στη σκιά, έχοντας κουραστεί από την καταπίεση των μεγάλων στούντιο και ίσως φοβούμενη ότι αν δεν εγκατέλειπε πρώτη το Χόλιγουντ, θα την εγκατέλειπε σύντομα εκείνο. Τουλάχιστον έφυγε με ψηλά το κεφάλι και τον μύθο της άθικτο.
Με τη Χρυσή Σφαίρα ως πιο ελπιδοφόρα πρωτοεμφανιζόμενη (1955)
Σήμερα, στα 92 της, επανέρχεται στην επικαιρότητα εξαιτίας δύο τιμητικών βραβείων και μιας ταινίας που ρίχνει φως σε μία μέχρι πρότινος σκοτεινή ερωτική της ιστορία. Η αρχή έγινε στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας που επέλεξε τη Νόβακ ως την αποδέκτρια του Χρυσού Λέοντα για τη συνολική προσφορά της, ενός τιμητικού βραβείου που κατέληξε στα χέρια της κυριολεκτικά στη δύση της ζωής της. Αφορμής δοθείσης μάλιστα, παρουσιάστηκε σε επίσημη πρώτη το ντοκιμαντέρ «Kim Novak’s Vertigo», ένα οδοιπορικό στη ζωή της και στις καλύτερες στιγμές της καριέρας της -με ειδική μνεία στο χιτσκοκικό αριστούργημα «Ο δεσμώτης του ίλιγγου», ήτοι «Vertigo»- με την ευγενική χορηγία της ίδιας και σε σκηνοθεσία του Ελβετού Αλεξάντερ Ο. Φιλίπ.
Στο απόγειο της λάμψης της (50s)
Μπροστά στην αφίσα της ταινίας της «Jeanne Eagels» (1957)
Εξι μέρες αργότερα, στις 7 Σεπτεμβρίου, η Νόβακ ταξίδεψε κάμποσα χιλιόμετρα μακριά, επί γαλλικού πάντα εδάφους, στην Ντοβίλ, για να παραλάβει το βραβείο «Icon» από το Αμερικανικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Η παλαίμαχη σταρ αποδέχτηκε την τιμή με έναν συγκινητικό ευχαριστήριο λόγο τον οποίο συνόδεψε με την εξομολογητική φράση: «Νιώθω ότι πλησιάζω στο τέλος της ζωής μου». Ηταν, λοιπόν, καιρός τα έγκριτα φεστιβάλ να αναγνωρίσουν επιτέλους το έργο της -αν και, για να είμαστε δίκαιοι, το Φεστιβάλ του Βερολίνου την είχε τιμήσει με τη Χρυσή Αρκτο για το σύνολο της καριέρας της 25 χρόνια πριν. Απλώς οι υπόλοιποι ακολούθησαν με χρονοκαθυστέρηση.
Με τον Τζέιμς Στιούαρτ στο «Vertigo» (1958)
Η Μέριλιν Πολίν Νόβακ γεννήθηκε στο Σικάγο τον Φεβρουάριο του 1933. Λάτρις της τέχνης από μικρή, κατάφερε να κερδίσει δύο υποτροφίες στο φημισμένο School of the Art Institute of Chicago. Το όνειρό της ήταν να γίνει ζωγράφος ή ποιήτρια. Πάντως, σε καμία περίπτωση σταρ του Χόλιγουντ. Στις διακοπές πριν από το τελευταίο ακαδημαϊκό εξάμηνο, το σωτήριο έτος 1953, η 20χρονη Μέριλιν άρπαξε την περιπέτεια από τα μαλλιά και εργάστηκε ως μοντέλο στην προωθητική περιοδεία μιας εταιρείας ψυγείων. Ο τελευταίος σταθμός ήταν το Σαν Φρανσίσκο. Η Μέριλιν θα μπορούσε να πάρει το επόμενο λεωφορείο για το Σικάγο και να επιστρέψει στην καθημερινότητά της. Εκείνη όμως προτίμησε να παρατείνει την περιπέτεια ταξιδεύοντας μέχρι το Λος Αντζελες μαζί με άλλα δύο μοντέλα για να γνωρίσουν από κοντά το άντρο της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η τύχη τα έφερε έτσι που τα τρία κορίτσια επιλέχθηκαν ως κομπάρσοι στις ταινίες «Son of Sinbad» και «The French Line».
Με τη Ρίτα Χέιγουορθ και τον Φρανκ Σινάτρα στο «Pal Joey» (1957)
Στα πρώτα της βήματα (1954)
Ηταν ζήτημα ημερών για τη Νόβακ να ανακαλυφθεί από έναν ατζέντη, ο οποίος έσπευσε να της κλείσει συμβόλαιο με την Columbia Pictures. Και επειδή δύο Μέριλιν δεν χωρούσαν στο σινεμά -είχε προηγηθεί η Μονρόε, που ωστόσο είχε βαφτιστεί Νόρμα Τζιν-, της δόθηκε το όνομα Κιμ, αλλά τουλάχιστον κράτησε το Νόβακ. Από αυτό το σημείο και μετά τα πράγματα πήραν με ταχύτατους ρυθμούς τον δρόμο τους. «Είναι αστείο, αλλά τη μέρα που οι γονείς μου με αποχαιρετούσαν στον σταθμό του τρένου καθώς έφευγα για την περιοδεία κανείς μας δεν φανταζόταν ότι την επόμενη φορά που θα επέστρεφα στο Σικάγο θα ήμουν κινηματογραφική σταρ. Και η αλήθεια είναι ότι όλα έγιναν μέσα σε ελάχιστους μήνες», θα θυμόταν η ίδια σε μία από τις συνεντεύξεις που έδωσε πριν από λίγες εβδομάδες στη Βενετία.
Στο Φεστιβάλ της Βενετίας (2025)
Η Νόβακ βίωσε το Χόλιγουντ στη χρυσή εποχή του. Τότε που οι σταρ ήταν όντως «μεγαλύτεροι από τη ζωή», απρόσιτοι θεοί στο λαμπερό μικροσύμπαν τους, μακριά από τους κοινούς θνητούς που μπορούσαν μόνο να τους θαυμάζουν στις ταινίες τους και να τους χαζεύουν στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους. Ηταν όμως και δέσμιοι των συμβολαίων τους και ακριβοπληρωμένοι σκλάβοι των στούντιο. Οι παραγωγοί ήταν εκείνοι που αποφάσιζαν με ποιο καλλιτεχνικό όνομα θα έκαναν καριέρα τα ταλέντα τους, σε ποιες ταινίες θα έπαιζαν, ποιο θα ήταν το προφίλ που θα παρουσίαζαν στον κόσμο, σε ποια κοσμικά events θα παρευρίσκονταν και με ποιον συνοδό. Και φυσικά, είχαν απόλυτη ισχύ στην προσωπική τους ζωή.
Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ και Φρανκ Σινάτρα (1955)
Με τον πρώτο της σύζυγο Ρίτσαρντ Τζόνσον (1965)
Αυτό μας φέρνει στον τρίτο λόγο που η Νόβακ επανήλθε ξαφνικά στην επικαιρότητα: την επερχόμενη ταινία «Scandalous!», με σκηνοθέτη τον Κόλμαν Ντομίνγκο, πρωταγωνιστές τη Σίντνεϊ Σουίνι και τον Ντέιβιντ Τζόνσον και αντικείμενο μελέτης την ερωτική ιστορία της σταρ με τον Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ. Μια ιστορία που είχε κρατηθεί για δεκαετίες στο σκοτάδι και βγήκε τελικά στο φως μόλις το 2023 μέσα από τις σελίδες του βιβλίου «Hitchcock’s Blondes» του Λόρενς Λέμερ, το οποίο έκανε αποκαλύψεις για οχτώ πρωταγωνίστριες του θρυλικού Αλφρεντ Χίτσκοκ. Ετσι, μάθαμε ότι η Νόβακ και ο Ντέιβις γνωρίστηκαν το 1956 ως καλεσμένοι του «The Steve Allen Show». Εκείνος ήταν μέλος του περίφημου Rat Pack, ηθοποιός, μουσικός, χορευτής και τραγουδιστής και εκείνη τη χρονιά έκανε την πρεμιέρα του στο Μπρόντγουεϊ. Εκείνη ήταν ήδη σταρ και σύμβολο του σεξ - μέσα σε μια τριετία είχε προλάβει να παίξει σε μισή ντουζίνα ταινίες, όπως «Pushover», «Εγκλημα στο Ρένο» «Picnic» και «Ο άνθρωπος με το χρυσό χέρι», όπου συμπρωταγωνιστούσε με τον στενό φίλο και συνεργάτη του Ντέιβις, τον Φρανκ Σινάτρα.
Σύμφωνα με τον Λέμερ, ο Αφροαμερικανός καλλιτέχνης ήταν «έντονα γοητευμένος» από την 23χρονη ενζενί. Την επόμενη χρονιά, η Νόβακ έκανε γυρίσματα για την ταινία του Χίτσκοκ «Δεσμώτης του ιλίγγου» και ο Ντέιβις κανόνισε να βρεθεί μια μέρα στο σετ για να τραβήξει φωτογραφίες - παρότι δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του φωτογράφος. Το ψέμα του ξεσκεπάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Την ώρα που δήθεν έκανε στη Νόβακ κάποιες κοντινές λήψεις, εκείνη σχολίασε: «Μήπως θα ήταν καλύτερα να έβγαζες το καπάκι από τον φακό;».
Σταθερά ανερχόμενη και περιζήτητη (1955)
Η Νόβακ θα έλεγε αργότερα ότι «ο Σάμι είχε μια αγορίστικη γοητεία και με είχε ερωτευτεί. Περνούσαμε ωραία μαζί». Κατά τον Λέμερ, πάντως, το αρχικό κίνητρο του Ντέιβις ήταν να μπει στη μύτη των ρατσιστών. «Οι ταπεινώσεις, οι αδικίες, η αγένεια και οι φυλετικές κακοποιήσεις με είχαν φέρει σε τέτοιο σημείο που ήθελα να βρω το πιο λευκό και πιο διάσημο κορίτσι στον κόσμο για να τους εκδικηθώ». Και το βρήκε. Αλλά τελικά το ερωτεύτηκε. Ωστόσο, οι ρατσιστές κατάφεραν στο τέλος να μπουν στη δική του μύτη. Οταν ο παραγωγός Χάρι Κον, το Νο1 της Columbia Pictures, έμαθε για τον δεσμό της Νόβακ και του Ντέιβις της απαγόρευσε να τον ξαναδεί. Η σταρ του δεν τον άκουσε.
«Η επαναστάτρια μέσα μου αρνιόταν να το δεχτεί. Δεν ήταν δική τους δουλειά ποιον θα ερωτευόμουν», θα δήλωνε αργότερα εκείνη. Σε πείσμα του στούντιο, το ζευγάρι συνέχισε τη σχέση του για έναν χρόνο ακόμα. Οταν όμως απειλήθηκε η ζωή του Ντέιβις και των συγγενών του, αποφάσισαν αμφότεροι να υποκύψουν στις πιέσεις. Εννέα μέρες μετά τον χωρισμό τους εκείνος παντρεύτηκε μια μαύρη ηθοποιό -σε τρεις ταινίες έπαιξε όλες κι όλες-, τη Λοράι Ουάιτ. Πάντως, κατά τη Νόβακ ο τίτλος της ταινίας που καταγράφει την ερωτική τους ιστορία, «Scandalous!» δηλαδή, δεν είναι καθόλου ακριβής. «Τίποτα σκανδαλώδες δεν υπήρχε σε αυτή τη σχέση», διευκρίνισε.
Η Νόβακ συνέχισε να λάμπει στο κινηματογραφικό στερέωμα για μερικά χρόνια ακόμα. Πρωταγωνίστησε σε ταινίες όπως «Middle of the Night», «Φίλα με, κουτέ» και «Η μυστηριώδης κυρία με τα μαύρα» και κέρδισε τη δική της θέση στο κινηματογραφικό πάνθεον. Το 1965, ενόσω γύριζε την ταινία «Eye of the Devil», ένιωσε πιεσμένη και ενοχλημένη από τις συνθήκες. Ενας σοβαρός τραυματισμός από ατύχημα με άλογο που την υποχρέωσε σε μακρά περίοδο ανάρρωσης έδωσε την ευκαιρία στους παραγωγούς της ταινίας να την απολύσουν και να την αντικαταστήσουν με την Ντέμπορα Κερ.
Στα τέλη του 1966 η Νόβακ είχε φτάσει πλέον στα όριά της με τις απαιτήσεις των στούντιο και την αδιάκοπη προσπάθειά της να κρατάει το επίπεδο των ταινιών της υψηλό.
Με τον δεύτερο σύζυγό της Ρόμπερτ Μαλόι (1981)
Ηταν 33 ετών όταν αποφάσισε να αποσυρθεί, στο απόγειο της λάμψης της. Και παρότι στα επόμενα χρόνια έκανε κάποιες σποραδικές εμφανίσεις στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη -η τελευταία ταινία στην οποία συμμετείχε ήταν το «Liebestraum», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μάικ Φίγκις, το 1992-, αυτά που εκείνη παρουσίαζε πλέον ως βασικές δραστηριότητές της ήταν η ζωγραφική και η εκτροφή αλόγων. Οσον αφορά την προσωπική της ζωή, παντρεύτηκε δύο φορές: τον Βρετανό ηθοποιό Ρίτσαρντ Τζόνσον από τον Μάρτιο του 1965 έως τον Μάιο του 1966 και τον κτηνίατρο αλόγων Ρόμπερτ Μαλόι από το 1976 μέχρι τον θάνατό του το 2020. Η Νόβακ επέλεξε να ζήσει τη ζωή της με τον τρόπο που ήθελε η ίδια. Γιατί πολύ απλά, όπως ξεκαθάρισε και σε πρόσφατη συνέντευξή της, «στα χρόνια του Χόλιγουντ ζούσα μέσα στη λάμψη, αλλά επειδή μου το επέβαλαν. Εγώ ποτέ δεν το ήθελα. Για μένα πάντα ήμουν η Μέριλιν Νόβακ και ποτέ η Κιμ Νόβακ».