Σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια των πανεπιστημιακών χώρων, την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών φύλαξης και την προστασία της ακαδημαϊκής δραστηριότητας επαναφέρει η
επίθεση, που σημειώθηκε το πρωί της Τετάρτης 4 Νοεμβρίου στο Τμήμα Μαθηματικών του
Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου. Τρεις φοιτητές τραυματίστηκαν, όταν
ομάδα περίπου 40 έως 50 ατόμων, με καλυμμένα χαρακτηριστικά, εισέβαλε σε χώρο όπου βρισκόταν σε εξέλιξη φοιτητική συνέλευση, χρησιμοποιώντας, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, λοστούς, μολότοφ και άλλα αντικείμενα.
Η σοβαρότητα του περιστατικού δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των τραυματιών αλλά και στο γεγονός ότι η επίθεση εκδηλώθηκε μέσα σε πανεπιστημιακό κτίριο, κατά τη διάρκεια μιας συλλογικής διαδικασίας – οι φοιτητές είχαν συνέλευση - και είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό φοιτητών, ο ένας εκ των οποίων χρειάστηκε να εισαχθεί σε χειρουργική κλινική. Η αναφορά σε χτύπημα με τσεκούρι, η οποία αποδίδεται στον ίδιο τον τραυματία, προσθέτει μια ακόμη σοβαρή διάσταση στην υπόθεση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει δημοσιοποιηθεί επίσημο πόρισμα για τον ακριβή τρόπο πρόκλησης του τραύματος.
Η διοίκηση του ΕΚΠΑ καταδίκασε απερίφραστα την επίθεση, κάνοντας λόγο για «δολοφονική εισβολή ομάδας κουκουλοφόρων εξωπανεπιστημιακών». Το υπουργείο Παιδείας ζήτησε άμεση και έγγραφη ενημέρωση από την Πρυτανεία, εστιάζοντας όχι μόνο στις συνθήκες του περιστατικού και την κατάσταση των τραυματιών, αλλά κυρίως στον χρόνο αντίδρασης και τις ενέργειες της πανεπιστημιακής φύλαξης.
Η επόμενη ημέρα βρίσκει, επομένως, την υπόθεση σε δύο παράλληλα επίπεδα: αφενός στην αστυνομική διερεύνηση της επίθεσης και την αναζήτηση των δραστών, αφετέρου στην ανάγκη να αποσαφηνιστεί πώς ένας τόσο μεγάλος αριθμός ατόμων κατάφερε να εισβάλει σε πανεπιστημιακό χώρο και να επιτεθεί σε φοιτητές.
Το χρονικό της επίθεσης
Το περιστατικό σημειώθηκε το πρωί της Τετάρτης 4 Νοεμβρίου, στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, την ώρα που πραγματοποιούνταν φοιτητική συνέλευση στο Τμήμα Μαθηματικών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν από πανεπιστημιακές πηγές, ομάδα περίπου 40 έως 50 ατόμων, με κράνη και καλυμμένα χαρακτηριστικά, εισέβαλε στον χώρο κρατώντας λοστούς και άλλα αντικείμενα. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης εκτοξεύθηκαν βόμβες μολότοφ προς τους συγκεντρωμένους, ενώ αναφέρθηκαν επιθέσεις με αυτοσχέδια όπλα. Η συνέλευση διακόπηκα και επικράτησε αναστάτωση.
Η βιαιότητα της επίθεσης είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό τριών φοιτητών, οι οποίοι μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς».
Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσε η κατάσταση του φοιτητή που έφερε βαθύ τραύμα στον μηρό. Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, ο ίδιος ανέφερε ότι δέχθηκε χτύπημα με τσεκούρι και χρειάστηκε να εισαχθεί στη χειρουργική κλινική, όπου παρακολουθήθηκε από τους γιατρούς. Ο δεύτερος τραυματίας υπέστη εγκαύματα στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια, έπειτα από την εκτόξευση μολότοφ. Εξετάστηκε από πλαστικούς χειρουργούς, χωρίς να κριθεί απαραίτητη η εισαγωγή του για νοσηλεία. Ο τρίτος υπέστη κακώσεις και εκδορές, σύμφωνα με τις πληροφορίες από το νοσοκομείο. Η διοίκηση του ΕΚΠΑ, επικαλούμενη ενημέρωση από τους θεράποντες ιατρούς, ανακοίνωσε ότι η κατάσταση της υγείας και των τριών τραυματιών κρίνεται καλή και ότι δεν διατρέχουν κίνδυνο.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση φοιτητών έξω από το νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς», ως ένδειξη συμπαράστασης στους τραυματίες και καταδίκης της επίθεσης.
Σημειώνεται, ότι ακόμη δεν έχει διευκρινιστεί από την αστυνομική έρευνα ο ακριβής τρόπος, με τον οποίο προκλήθηκε το τραύμα στον μηρό και εκκρεμεί η σχετική επίσημη ενημέρωση.
Η παρέμβαση του υπουργείου Παιδείας: Τα τέσσερα ερωτήματα προς την Πρυτανεία
Η αντίδραση του υπουργείου Παιδείας ήταν άμεση. Με ανακοίνωσή του στις 4 Νοεμβρίου, το ΥΠΑΙΘΑ καταδίκασε απερίφραστα τα επεισόδια, επισημαίνοντας ότι η βία στους πανεπιστημιακούς χώρους προσβάλλει την ακαδημαϊκή κοινότητα, υπονομεύει την ελευθερία της έκφρασης και στρέφεται ευθέως κατά του δικαιώματος των φοιτητών να σπουδάζουν σε περιβάλλον ασφάλειας και σεβασμού.
Επιπλέον, στην ίδια ανακοίνωση περιλαμβάνονται τέσσερα συγκεκριμένα ερωτήματα που απηύθυνε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου προς την Πρυτανεία του ΕΚΠΑ.
Ειδικότερα, ζητήθηκε άμεση έγγραφη ενημέρωση:
- Για το εάν υπάρχουν επιβεβαιωμένοι τραυματισμοί και ποιος είναι ο ακριβής αριθμός των τραυματιών.
- Για το εάν παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες στους τραυματίες.
- Για το πότε ενημερώθηκε η υπηρεσία φύλαξης του Ιδρύματος και ποιες ενέργειες ακολούθησε.
- Για τα μέτρα που θα ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η ασφαλής πρόσβαση των φοιτητών στο Τμήμα Μαθηματικών, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο θα ενημερωθούν σχετικά με τη διεξαγωγή των μαθημάτων.
Όπως προκύπτει, εκτός από την αποσαφήνιση των γεγονότων, το υπουργείο επιδιώκει να αποσαφηνίσει και πώς λειτούργησαν οι μηχανισμοί, που είχαν την ευθύνη της προστασίας των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων. Πιο απλά, πότε ενημερώθηκε η φύλαξη και ποια ήταν η αντίδρασή της; Υπήρξε έγκαιρη ειδοποίηση; Ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες; Υπήρξε δυνατότητα παρέμβασης πριν από την εκδήλωση της επίθεσης ή κατά τη διάρκειά της;
Να σημειωθεί, ότι μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης δεν είχε εντοπιστεί δημοσιοποιημένη αναλυτική απάντηση της Πρυτανείας στα τέσσερα ερωτήματα.
Η θέση του ΕΚΠΑ και η αναφορά στις εκκενώσεις κατειλημμένων χώρων
Η διοίκηση του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την πλευρά της, καταδίκασε την επίθεση με ιδιαίτερα αυστηρή διατύπωση, χαρακτηρίζοντάς την «δολοφονική εισβολή ομάδας κουκουλοφόρων εξωπανεπιστημιακών».
Στην ανακοίνωσή της αναφέρει ότι βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας και εκφράζει την προσδοκία ότι οι αρμόδιες αρχές του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη θα οδηγήσουν τους υπευθύνους στη Δικαιοσύνη.
«Η βία δεν έχει θέση πουθενά και πολύ περισσότερο σε χώρους εκπαίδευσης όπως τα Πανεπιστήμια», υπογραμμίζει η διοίκηση.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις παρεμβάσεις που έχουν προηγηθεί για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων. Το ΕΚΠΑ σημειώνει ότι το τελευταίο διάστημα εκκενώθηκαν δεκάδες κατειλημμένοι χώροι του Ιδρύματος, οι οποίοι επέστρεψαν στους φοιτητές και στο προσωπικό, καλύπτοντας εκπαιδευτικές και λειτουργικές ανάγκες.
Οι αντιδράσεις των φοιτητικών παρατάξεων
Το περιστατικό προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό της φοιτητικής κοινότητας, με τις παρατάξεις να προχωρούν σε ανακοινώσεις και καταγγελίες για την ταυτότητα και τα κίνητρα των δραστών.
Η ΚΝΕ και η Πανσπουδαστική Κίνηση Συνεργασίας καταδίκασαν την επίθεση, υποστηρίζοντας ότι στόχος της ήταν μέλη των ΕΑΑΚ και αποδίδοντας την ευθύνη σε ομάδα που, σύμφωνα με τις καταγγελίες τους, δεν συνδέεται με τους φοιτητικούς συλλόγους.
Στις ανακοινώσεις τους συνδέουν, επίσης, χρονικά το περιστατικό με τις προγραμματισμένες φοιτητικές κινητοποιήσεις και την προετοιμασία για τον εορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου.
Από την πλευρά της, η ΕΑΑΚ έκανε λόγο για οργανωμένη επίθεση από άτομα που χαρακτηρίζει προβοκάτορες, υποστηρίζοντας ότι η βία στράφηκε εναντίον της φοιτητικής συνέλευσης και της δυνατότητας των φοιτητών να συμμετέχουν στις συλλογικές διαδικασίες.
Η ΠΑΣΠ, παράλληλα, προχώρησε σε κατηγορηματική διάψευση δημοσιευμάτων που τη συνέδεσαν με τα επεισόδια. Σε ανακοίνωσή της αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή μελών της, καταδικάζει τις πρακτικές βίας και εκφοβισμού και κάνει λόγο για διασπορά ανακριβών πληροφοριών.
Η αστυνομική έρευνα
Στο πεδίο της αστυνομικής έρευνας, το βασικό ζητούμενο είναι η ταυτοποίηση των ατόμων που συμμετείχαν στην επίθεση και η αποσαφήνιση των συνθηκών υπό τις οποίες οργανώθηκε και εκτελέστηκε.
Οι δράστες φέρονται να αποχώρησαν από την Πανεπιστημιούπολη μετά τα επεισόδια, ενώ στο σημείο έσπευσαν αστυνομικές δυνάμεις και ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ.
Η μέχρι στιγμής δημοσιοποιημένη ενημέρωση δεν περιλαμβάνει ανακοινώσεις για συλλήψεις ή ταυτοποιήσεις προσώπων. Δεν έχουν γίνει γνωστά στοιχεία για το εάν έχει ολοκληρωθεί η συλλογή μαρτυριών ή εάν αξιοποιείται διαθέσιμο οπτικοακουστικό υλικό από τους χώρους του Πανεπιστημίου.
Στην παρούσα φάση, οι αρμόδιες αρχές αναζητούν απαντήσεις σχετικά με το ποια ήταν η σύνθεση της ομάδας που εισέβαλε στο Τμήμα Μαθηματικών, αν υπήρξε προηγούμενη συνεννόηση ή οργανωμένος σχεδιασμός, ποια ήταν τα κίνητρα της επίθεσης. Επίσης, με ποιον τρόπο κατάφεραν τόσα άτομα να εισέλθουν στον πανεπιστημιακό χώρο, αλλά και ποια ήταν η αντίδραση της φύλαξης και των αρμόδιων υπηρεσιών. Τέλος, αν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να μπορούν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση των δραστών.
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι απαραίτητη τόσο για την απόδοση ποινικών ευθυνών όσο και για την αξιολόγηση των μέτρων ασφαλείας που εφαρμόζονται στο Πανεπιστήμιο.
Τι μέτρα εξετάζονται και τι προβλέπει το ισχύον πλαίσιο
Το περιστατικό επαναφέρει τη συζήτηση για την ασφάλεια των δημόσιων πανεπιστημίων και την εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου για την προστασία των ακαδημαϊκών εγκαταστάσεων.
Ο νόμος 4957/2022, γνωστός και ως νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ, προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη συγκρότηση και λειτουργία σχεδίων ασφάλειας και προστασίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, τα ιδρύματα έχουν ευθύνη να οργανώνουν τις υπηρεσίες και τις διαδικασίες προστασίας των εγκαταστάσεών τους, να προσδιορίζουν τις ανάγκες φύλαξης και να συνεργάζονται με τις αρμόδιες κρατικές αρχές.
Η ύπαρξη ενός σχεδίου ασφάλειας, ωστόσο, δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αποτελεσματικής προστασίας. Η εφαρμογή του, η επάρκεια του προσωπικού, η δυνατότητα έγκαιρης ειδοποίησης και η συνεργασία με την ΕΛ.ΑΣ. είναι παράγοντες που καθορίζουν την πραγματική αποτελεσματικότητα των μηχανισμών.