Μελέτη ΟΟΣΑ: «Ανασκόπηση της Εκπαιδευτικής Πολιτικής: Βελτίωση των Μαθησιακών Αποτελεσμάτων στην Ελλάδα»
Ως πλεονεκτήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αναγνωρίζονται η υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, οι μεταρρυθμίσεις για την αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών και η ψηφιακή μετάβαση
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η εισαγωγή εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης των σχολικών μονάδων, η ενίσχυση του ρόλου και του επαγγέλματος των εκπαιδευτικών μέσω νέων ευθυνών και ηγετικών ρόλων, καθώς και οι ουσιαστικές επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Παρά τους οικονομικούς περιορισμούς του παρελθόντος, οι πρωτοβουλίες αυτές αναδεικνύουν ισχυρή δέσμευση για τη βελτίωση της ποιότητας και της ισότητας στην εκπαίδευση.
Η ανασκόπηση τονίζει ότι η επιτυχής εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων προϋποθέτει συνεκτική ευθυγράμμιση όλων των δράσεων και συστήματα διακυβέρνησης που συνδυάζουν σαφήνεια, συνεκτικότητα και ικανότητα εφαρμογής.
Κεντρικό στοιχείο είναι η ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, καθώς και των σχολικών διευθυντών, οι οποίοι αναγνωρίζονται ως παιδαγωγικοί ηγέτες με ευθύνη για την προαγωγή της συνεχούς επαγγελματικής βελτίωσης.
Η προσέγγιση αυτή θέτει σε πρώτο πλάνο την παιδαγωγική διάσταση της εκπαίδευσης και αξιοποιεί την ανατροφοδότηση και τη βελτίωση από τη βάση.
Ως πλεονεκτήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αναγνωρίζονται η υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, οι μεταρρυθμίσεις για την αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών και η ψηφιακή μετάβαση.
Επισημαίνεται, επίσης, η επικαιροποίηση του αναλυτικού προγράμματος σπουδών με έμφαση στην κριτική σκέψη και την επίλυση προβλημάτων, η υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση από 4 ετών που ενισχύει την προσβασιμότητα, οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και πλατφόρμες που υποστηρίζουν τη διδασκαλία και τη μάθηση, καθώς και η εισαγωγή των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων και της πρώιμης εκμάθησης ξένων γλωσσών, που ενισχύουν τις διαθεματικές δεξιότητες.
Ωστόσο, παρατηρούνται διακυμάνσεις στις επιδόσεις των μαθητών, ιδίως στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου, ενώ οι κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές ανισότητες εξακολουθούν να επηρεάζουν τα μαθησιακά αποτελέσματα.
Κλείσιμο
Η συγκεντρωτική διακυβέρνηση σε κεντρικό επίπεδο πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή, ώστε να μην περιορίζει την προσαρμοστικότητα των σχολικών μονάδων στις τοπικές ανάγκες και έτσι να παρατηρείται ανομοιογένεια στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων μεταξύ περιφερειών.
Παράλληλα, η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή διδασκαλία χρήζει παραμένει περιορισμένη.
Ο ΟΟΣΑ συστήνει τη σταδιακή ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, σε συνδυασμό με διασφάλιση εθνικής συνοχής και ισότητας, την ενδυνάμωση της ικανότητας εφαρμογής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ώστε οι μεταρρυθμίσεις να αποτυπώνονται σε βελτιώσεις στην τάξη, καθώς και τη σαφή αποσαφήνιση ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων διακυβέρνησης.
Υπογραμμίζεται, επιπλέον, η ανάγκη ανάπτυξης συνεκτικών πλαισίων που συνδέουν την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με την επαγγελματική μάθηση και σταδιοδρομία, τη βελτίωση της πρόσβασης και της ποιότητας της προσχολικής εκπαίδευσης, ιδίως για τα παιδιά κάτω των 4 ετών, και τη διασφάλιση ουσιαστικής ενσωμάτωσης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των ψηφιακών πρωτοβουλιών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Στρατηγικό Σχέδιο 2025–2027 του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, το οποίο αναδεικνύει τον προγραμματισμό για την υλοποίηση των προτάσεων του ΟΟΣΑ και, γενικότερα, την ενίσχυση της εκπαίδευσης σε επίπεδο ισότητας, ποιότητας και καινοτομίας.
Αναλυτικά η ομιλία της υπουργού Παιδείας, Σοφίας Ζαχαράκη:
«Εξοχότατοι,
κ. Schleicher,
κ. Παπαδημητρίου,
Αξιότιμοι συνάδελφοι,
Κυρίες και κύριοι,
Θα ήθελα, καταρχάς, να ευχαριστήσω θερμά τον ΟΟΣΑ για την παρούσα Έκθεση, αλλά και για τη συνεχή, ουσιαστική συνεργασία και τον γόνιμο διάλογο που έχουμε αναπτύξει μέσα στα χρόνια.
Έναν διάλογο που τροφοδοτεί ουσιαστικά τη διαμόρφωση εκπαιδευτικών πολιτικών βασισμένων σε δεδομένα, διεθνή εμπειρία και τεκμηριωμένη ανάλυση.
Ζητήσαμε αυτή την Έκθεση όχι ως ένα ακόμη κείμενο αποτίμησης.
Τη ζητήσαμε ως εργαλείο: για να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεών μας, να κατανοήσουμε τι λειτουργεί, τι όχι, και πού απαιτείται επιπλέον προσπάθεια.
Η Έκθεση αναγνωρίζει τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών: τα νέα προγράμματα σπουδών, την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, τις αλλαγές στη διακυβέρνηση, τον ψηφιακό μετασχηματισμό της εκπαίδευσης, αλλά και τις παρεμβάσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση της συνοχής του εκπαιδευτικού συστήματος, παράλληλα με την έμφαση στην ποιότητα και τη λογοδοσία.
Ταυτόχρονα, επισημαίνει με σαφήνεια τις συνεχιζόμενες προκλήσεις: τα άνισα μαθησιακά αποτελέσματα, τις κοινωνικές ανισότητες και το χάσμα μεταξύ σχεδιασμού πολιτικής και πραγματικού αντίκτυπου στη μάθηση.
Την αξιολόγηση αυτή τη λαμβάνουμε σοβαρά και με αίσθημα ευθύνης.
Ο στόχος μου σήμερα είναι διπλός:
αφενός, να μιλήσω για όσα έχουμε καταφέρει έως σήμερα·
και, αφετέρου, να αναδείξω τις πρωτοβουλίες και τις στοχευμένες παρεμβάσεις που στηρίζουν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην πράξη.
Πρωτοβουλίες όπως το eParents, EduPlan, EduQuality και EduContact δεν αποτελούν απλώς ψηφιακά εργαλεία.
Είναι κρίσιμοι μηχανισμοί του εκπαιδευτικού συστήματος: ενισχύουν την ουσιαστική επικοινωνία με τις οικογένειες, υποστηρίζουν τον προγραμματισμό και τη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο σχολικής μονάδας, ενδυναμώνουν τη διασφάλιση ποιότητας και ενισχύουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία σε ολόκληρο το σύστημα.
Οι μεταρρυθμιστικές αυτές πρωτοβουλίες, μαζί με την Εθνική μας Στρατηγική για την Παιδεία, απαντούν άμεσα στις πιο κρίσιμες προκλήσεις της εποχής μας: τη δημογραφική αλλαγή, τον ανασχεδιασμό του εκπαιδευτικού χάρτη και τη μεταρρύθμιση της σχολικής διακυβέρνησης με περισσότερη αυτονομία και λογοδοσία.
Από το 2019 – από τότε που ήμουν Υφυπουργός Παιδείας έως και την τωρινή μου θητεία ως Υπουργός – η Ελλάδα ακολουθεί μια συνεκτική μεταρρυθμιστική πορεία: με νέα προγράμματα σπουδών, ψηφιακό μετασχηματισμό, αξιολόγηση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, και ενίσχυση των δομών διακυβέρνησης, ώστε να αποφεύγεται ο κατακερματισμός και να διασφαλίζεται η συνοχή του συστήματος.
Η συνοχή αυτή, όμως, δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα στην εκπαίδευση.
Απαιτεί συνεργασία σε ολόκληρο το κυβερνητικό επίπεδο.
Γι’ αυτό και οι μεταρρυθμίσεις μας υποστηρίζονται μέσω στενής συνεργασίας με άλλα Υπουργεία, όπως το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ώστε να υπάρχει συντονισμός στη χρηματοδότηση, στις ψηφιακές υποδομές, στην ιεράρχηση των αναγκών και, όπου χρειάζεται, στη χάραξη κοινών πολιτικών.
Αυτή η οριζόντια κυβερνητική προσέγγιση ενισχύει τη διαλειτουργικότητα, επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό και στηρίζει τη βιώσιμη εφαρμογή των πολιτικών — συμπεριλαμβανομένων πρωτοβουλιών για την παροχή γρήγορου διαδικτύου σε απομακρυσμένα και νησιωτικά σχολεία, μέσα από συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα.
Τα νέα προγράμματα σπουδών δίνουν έμφαση στην κατάκτηση καίριων δεξιοτήτων: τον βασικό γραμματισμό, τα μαθηματικά, την κριτική σκέψη και την ψηφιακή επάρκεια.
Μέσα από τη διαθεματικότητα και τα Εργαστήρια Δεξιοτήτων, που καλλιεργούν τη δημιουργικότητα, τη συνεργασία, την επίλυση προβλημάτων και την ενεργό πολιτειότητα από τις πρώτες τάξεις, τα παιδιά θωρακίζονται με δεξιότητες που θα τα καταστήσουν πολίτες του μέλλοντος.
Το πολλαπλό βιβλίο δίνει περισσότερες επιλογές στους εκπαιδευτικούς, χωρίς να χάνεται η ενιαία κατεύθυνση του συστήματος.
Με κοινά μαθησιακά αποτελέσματα για όλους, η παιδαγωγική ελευθερία επιτρέπει στον εκπαιδευτικό να επιλέγει τον τρόπο που ταιριάζει καλύτερα στους μαθητές του.
Όπως υπογραμμίζει η Έκθεση του ΟΟΣΑ, ο αποτελεσματικός σχεδιασμός πολιτικής από μόνος του δεν αρκεί: η επιτυχία εξαρτάται από το αν αποτυπώνεται στην τάξη και στη μάθηση.
Οι διεθνείς αξιολογήσεις, όπως η PISA, ανέδειξαν αδυναμίες στον βασικό γραμματισμό και στα μαθηματικά.
Τα δεδομένα αυτά τροφοδότησαν άμεσα τις αλλαγές που φέρνουμε και την έμφαση που δίνουμε στην πρώιμη παρέμβαση, στα νέα προγράμματα σπουδών και στην εφαρμογή τους στο επίπεδο της τάξης.
Η δέσμευσή μας στην εφαρμογή των παρεμβάσεων αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην ψηφιακή εκπαίδευση.
Σήμερα, σχεδόν όλες οι σχολικές αίθουσες διαθέτουν διαδραστικούς πίνακες. Πάνω από 36.000 συστήματα έχουν ήδη εγκατασταθεί σε περίπου 7.000 σχολεία, ενώ οι υπόλοιπες αίθουσες θα εξοπλιστούν σύντομα.
Η τεχνολογία, βέβαια, δεν είναι αυτοσκοπός.
Είναι εργαλείο, ώστε να εφαρμόζονται με συνέπεια τα νέα προγράμματα σπουδών και οι σύγχρονες παιδαγωγικές μέθοδοι μέσα σε κάθε τάξη.
Η ισότιμη πρόσβαση ενισχύεται επίσης μέσω συνεργασιών που διασφαλίζουν τη συνδεσιμότητα σε απομακρυσμένες και νησιωτικές περιοχές, επιτρέποντας την πλήρη συμμετοχή όλων των μαθητών και μαθητριών στην ψηφιακή μάθηση.
Η Έκθεση του ΟΟΣΑ καταδεικνύει ότι οι ανισότητες στα μαθησιακά αποτελέσματα εμφανίζονται νωρίς και παραμένουν, αν δεν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση.
Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει την επιλογή μας να δώσουμε προτεραιότητα στην προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Στην Ελλάδα, δεν αντιμετωπίζουμε πλέον την προσχολική εκπαίδευση ως προπαρασκευαστικό στάδιο.
Τη θεωρούμε θεμέλιο της ισότητας, της ποιότητας και των μακροπρόθεσμων μαθησιακών αποτελεσμάτων – και τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες πριν διευρυνθούν.
Οι πολιτικές μας εστιάζουν στη σχολική ετοιμότητα, στην πρώιμη παρέμβαση και στη συνέχεια μεταξύ προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, αναγνωρίζοντας ότι οι αποσπασματικές εμπειρίες στην αρχή της εκπαιδευτικής διαδρομής επηρεάζουν αρνητικά τη μετέπειτα πορεία.
Δίνουμε έμφαση στον πρώιμο γραμματισμό, την ανάπτυξη της γλώσσας και τις βασικές δεξιότητες, με προγράμματα σπουδών κατάλληλα για την ηλικία και αποφυγή της υπερφόρτωσης περιεχομένου.
Στόχος μας δεν είναι η πρόωρη μαθησιακή πίεση, αλλά η καλλιέργεια μαθητών με αυτοπεποίθηση, ικανών να προοδεύουν και να επιτυγχάνουν.
Στο πλαίσιο αυτό, η εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική καλλιέργειας του γραμματισμού: πρόκειται για ουσιαστική ενίσχυση της επικοινωνίας, της αυτοπεποίθησης και της εξωστρέφειας – ιδιαίτερα για παιδιά που δεν έχουν ανάλογες ευκαιρίες εκτός σχολείου.
Η Έκθεση μάς υπενθυμίζει ότι η ισότητα δεν επιτυγχάνεται μόνο με οριζόντιες παροχές, αλλά μέσα από στοχευμένη υποστήριξη εκεί όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες.
Οι πολιτικές μας για τη σχολική ζωή, την πρόληψη του εκφοβισμού, την ψυχοκοινωνική υποστήριξη και τη συμμετοχή των μαθητών στοχεύουν στη μείωση των «αόρατων» εμποδίων που επηρεάζουν τα μαθησιακά αποτελέσματα πολύ πριν τις εξετάσεις.
Με την ενίσχυση της πρώιμης παρέμβασης και της κατάκτησης βασικών δεξιοτήτων, επιδιώκουμε να καταστήσουμε την ισότητα μετρήσιμη και να μειώσουμε την επίδραση του κοινωνικού υπόβαθρου στην επιτυχία των μαθητών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το Ψηφιακό Φροντιστήριο: μια πλατφόρμα που συνδυάζει τη ζωντανή διδασκαλία με την ασύγχρονη μάθηση και διασφαλίζει τη συνέχεια της μάθησης, ιδιαίτερα για μαθητές και μαθήτριες απομακρυσμένων περιοχών, σε κρίσιμες στιγμές της σχολικής τους διαδρομής, πριν από τις εισαγωγικές εξετάσεις.
Κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της, η πλατφόρμα παρείχε 3.500 ζωντανά διαδικτυακά μαθήματα διάρκειας 45 λεπτών, πλήρως προσβάσιμα με ταυτόχρονο υποτιτλισμό μέσω τεχνητής νοημοσύνης και διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα.
Περισσότεροι από 146.000 μαθητές από την Ελλάδα, την Κύπρο και την ελληνική διασπορά συμμετείχαν, βελτιώνοντας την πρόσβαση σε δομημένη ακαδημαϊκή υποστήριξη και αυξάνοντας τη συμμετοχή, ιδίως σε απομακρυσμένες περιοχές.
Φέτος, στο δεύτερο έτος λειτουργίας της, η πλατφόρμα επεκτάθηκε περαιτέρω, προσφέροντας 477 ώρες ζωντανής διδασκαλίας τον μήνα, με τη συμμετοχή 81 έμπειρων εκπαιδευτικών.
Η επισκεψιμότητα και η χρήση παραμένουν υψηλές, με 208.000 συμμετέχοντες σε ζωντανές συνεδρίες και σχεδόν 5.000 ώρες ζωντανής μετάδοσης από τον Ιανουάριο του 2025.
Αυτό αποδεικνύει ότι τα ψηφιακά εργαλεία μπορούν να μειώσουν τις ανισότητες, όταν σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές μαθησιακές ανάγκες και την προσβασιμότητα.
Παράλληλα, ενισχύουμε τον ψηφιακό εγγραμματισμό μέσω της πρωτοβουλίας «Κριτικοί Αναγνώστες», που βοηθά τους μαθητές και τις μαθήτριες Λυκείου να αξιολογούν τις πληροφορίες από τα μέσα, να αναγνωρίζουν την παραπληροφόρηση και να αλληλεπιδρούν υπεύθυνα με το ψηφιακό και δημοσιογραφικό περιεχόμενο.
Η πρωτοβουλία αυτή ενισχύει τη δημοκρατική επάρκεια και την υπεύθυνη ιδιότητα του αυριανού πολίτη στην ψηφιακή εποχή.
Ένα ακόμη βασικό μήνυμα της Έκθεσης, το οποίο συμμεριζόμαστε πλήρως, είναι ότι καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών.
Αναπτύσσουμε ένα συνεκτικό εθνικό πλαίσιο επιμόρφωσης, με στόχο την επαγγελματική αυτοπεποίθηση και όχι τον έλεγχο.
Οι εκπαιδευτικοί είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές του εκπαιδευτικού συστήματος – και οι φορείς της αλλαγής.
Επενδύουμε στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους, ώστε να λειτουργούν ως επαγγελματίες με κριτικό στοχασμό, ως παιδαγωγοί που εξελίσσονται διαρκώς και ως άνθρωποι που αναλαμβάνουν ευθύνη για την προσωπική τους επαγγελματική ανάπτυξη.
Η προσπάθεια αυτή υποστηρίζεται από εργαλεία βασισμένα σε τεκμήρια, όπως το εργαλείο αυτοαξιολόγησης για τη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών στα σχολεία, το SELFIE, στο οποίο οι Έλληνες εκπαιδευτικοί συγκαταλέγονται στους πιο ενεργούς συμμετέχοντες στην Ευρώπη.
Μέσα σε έναν μόλις μήνα, εθνικά προγράμματα επιμόρφωσης, συντονισμένα από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, έχουν φτάσει σε περισσότερους από 12.500 εκπαιδευτικούς, με στόχο τους 150.000 συμμετέχοντες.
Παράλληλα, θέτουμε τα θεμέλια για ένα πιο συνεκτικό σύστημα.
Και επειδή η επιμόρφωση πρέπει να είναι οργανωμένη και διαφανής, προχωρά η ανάπτυξη του Μητρώου Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών του ΙΕΠ, ώστε οι εκπαιδευτικοί να έχουν ένα ενιαίο σημείο για εγγραφές, portfolio και συμμετοχή σε δράσεις, με κοινά ποιοτικά κριτήρια.
Η Έκθεση του ΟΟΣΑ υπογραμμίζει επίσης τη σημασία ρυθμίσεων διακυβέρνησης που συνδυάζουν σαφήνεια, συνοχή και ικανότητα.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της προσέγγισης είναι η ενδυνάμωση των στελεχών, όπως είναι οι διευθυντές και διευθύντριες.
Στην Ελλάδα, οι διευθυντές σχολικών μονάδων αναγνωρίζονται ολοένα και περισσότερο ως παιδαγωγοί και καθοδηγητές, και όχι απλώς ως διοικητικοί διαχειριστές.
Οι πρακτικές αξιολόγησης και αποτίμησης διέπονται από σαφείς ηθικές αρχές, με έμφαση στη βελτίωση, την επαγγελματική μάθηση και τη στοχευμένη υποστήριξη – και όχι στην τιμωρία, την κατάταξη ή τον ανταγωνισμό μεταξύ σχολείων και εκπαιδευτικών.
Η σαφής κατανομή ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των επιπέδων διακυβέρνησης προσφέρει στα σχολεία κατεύθυνση, προβλεψιμότητα και στήριξη, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη συνοχή και τη λογοδοσία.
Όταν δίνουμε μεγαλύτερη αυτονομία στα σχολεία χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη, υπάρχει ο κίνδυνος να αυξηθούν οι ανισότητες.
Και όταν ενισχύουμε τις δυνατότητες χωρίς ξεκάθαρους κανόνες και ευθύνες, το σύστημα χάνει τη συνοχή του.
Γι’ αυτό ακολουθούμε μια ισορροπημένη και ρεαλιστική προσέγγιση.
Ενισχύουμε τη στήριξη και τη διάχυση καλών πρακτικών, ώστε η ποιότητα να ανεβαίνει παντού – όχι μόνο σε λίγες σχολικές μονάδες.
Στο πλαίσιο αυτό, επεκτείνουμε επίσης ένα διαφοροποιημένο δίκτυο Πρότυπων, Πειραματικών και Ωνάσειων Σχολείων, προσφέροντας ουσιαστικές επιλογές σε μαθητές και οικογένειες, ενώ ταυτόχρονα διαχέουμε την καινοτομία και τις καλές πρακτικές σε ολόκληρο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και ενισχύουμε τη σύνδεσή του με τις τοπικές κοινωνίες.
Εντός του δικτύου, υλοποιούμε πιλοτική δράση υπεύθυνης χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση, σε συνεργασία με τα Ωνάσεια Σχολεία.
Το πιλοτικό πρόγραμμα εστιάζει σε ηθικές και παιδαγωγικά τεκμηριωμένες εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης, που στηρίζουν τη διδασκαλία, τη μάθηση και τον επαγγελματικό αναστοχασμό, με πλήρη σεβασμό στην προστασία των δεδομένων και τις εκπαιδευτικές αξίες.
Η κατεύθυνση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τη μελέτη OECD Digital Education Outlook 2026, η οποία αναγνωρίζει τη συμμετοχή της Ελλάδας σε διεθνείς πρωτοβουλίες για την τεχνητή νοημοσύνη στην εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων δικτύων όπως το OpenAI – Education for Countries.
Η συμμετοχή αυτή ενισχύει τη διεθνή συνεργασία και υποστηρίζει την ανταλλαγή τεχνογνωσίας, εκπαιδευτικών εργαλείων και πολιτικών πρακτικών.
Τέλος, η παρούσα Έκθεση έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο μετάβασης.
Η Ελλάδα εισέρχεται σε έναν νέο κύκλο μεταρρυθμίσεων, μέσα από τις αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη, οι δημογραφικές εξελίξεις και η αυξανόμενη κοινωνική πολυπλοκότητα.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές εντάσσονται στο Στρατηγικό Σχέδιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης 2025–2027, το οποίο θέτει σαφείς προτεραιότητες και στόχους για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων, την ορθολογική αλληλουχία των μεταρρυθμίσεων και τη συνεχή βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, της ισότητας και της ανθεκτικότητας του συστήματος.
Αυτό προϋποθέτει θεσμική συνέχεια, πολιτικές βασισμένες σε τεκμήρια και συνεχή διάλογο, αντί για απότομες μεταβολές.
Γι’ αυτό και εγκαινιάζουμε έναν εθνικό διάλογο για την εκπαίδευση, με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων, βασισμένο σε δεδομένα, επαγγελματική γνώση και κοινωνική εμπιστοσύνη.
Η εκπαίδευση δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση.
Ανήκει στην κοινωνία και στο μέλλον.
Η Έκθεση του ΟΟΣΑ επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα προχωρά μπροστά, ενώ ταυτόχρονα υποδεικνύει με σαφήνεια πού απαιτείται περαιτέρω προσπάθεια.
Η δέσμευσή μας είναι ξεκάθαρη:
θα μετατρέψουμε τις μεταρρυθμίσεις σε πραγματικά μαθησιακά οφέλη,
θα μειώσουμε τις ανισότητες από το σημείο που γεννιούνται
και θα οικοδομήσουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που προσφέρει ποιότητα, ισότητα και καινοτομία.
Εκτιμούμε αυτή τη συνεργασία με τον ΟΟΣΑ όχι απλώς ως εξωτερική αξιολόγηση, αλλά ως μια κοινή προσπάθεια για τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων όλων των παιδιών.
Όλα όσα χρειαζόμαστε μετά από ένα βαρύ γιορτινό γεύμα τα έχει ένα φυσικώς ανθρακούχο φυσικό μεταλλικό νερό – Ισορροπία, αναζωογόνηση, φρεσκάδα σε κάθε σταγόνα.
Τα τελευταία χρόνια, οι τιμές των ακινήτων κινούνται ανοδικά, ενώ τα ενοίκια εξακολουθούν να απορροφούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών.