Ο Νίκος Παπανδρέου έκανε μυθιστόρημα τους έρωτες του Ανδρέα με πρωταγωνιστρια την «άγνωστη» Χρύσα

Ο Νίκος Παπανδρέου έκανε μυθιστόρημα τους έρωτες του Ανδρέα με πρωταγωνιστρια την «άγνωστη» Χρύσα

Η ιστορία των Παπανδρέου, η γοητεία που ασκούσε ο πατέρας του στις γυναίκες και ο παράνομος δεσμός με μια νεαρή, μέλος του κόμματος, που προκάλεσε ρήξη στην οικογένεια και πλήγωσε ανεπανόρθωτα τη  Μαργαρίτα

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
nikos_papandreou_vivlio
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, η Μαργαρίτα, η Αγγέλα και η Καλλιόπη Μπουρδάρα, η Κάκια Γεννηματά αλλά και ο Γιώργος Κατσιφάρας, όλα, δηλαδή, σχεδόν τα πρόσωπα που συνδέθηκαν άμεσα με τις πιο καίριες, πρώτες στιγμές του Ανδρέα Παπανδρέου στο ΠΑΣΟΚ, παρελαύνουν στο συναρπαστικό νέο βιβλίο του Νίκου Παπανδρέου με τίτλο «Ερωτες στο παρασκήνιο» από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αφηγείται μια σειρά από έρωτες που συντάραξαν την οικογένεια Παπανδρέου, με κορυφαία την παράνομη σχέση του πρωταγωνιστή του βιβλίου, Ανδρέα Παπανδρέου, με την άγνωστη Χρύσα, προκαλώντας, έτσι, την πρώτη σοβαρή ρήξη στις σχέσεις γιου και πατέρα, αλλά και δίνοντας αφορμή στον συγγραφέα να σκιαγραφήσει τον τρόπο που ορίζονταν οι ερωτικές και πολιτικές σχέσεις στην Ελλάδα τον καιρό της εδραίωσης του ΠΑΣΟΚ.

Με τρόπο τρυφερό αλλά και νοσταλγικό, ο Νίκος Παπανδρέου όχι μόνο ανατέμνει μυθιστορηματικά το προφίλ του πατέρα του, αλλά ουσιαστικά αποτίει έναν ξεχωριστό φόρο τιμής στις γυναίκες, άγνωστες ή μη, και ουσιαστικά στη μητέρα του, καθώς στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκονται η Μαργαρίτα και οι αγώνες της όχι μόνο να ξεπεράσει τις απιστίες του άνδρα της, αλλά και να διαμορφώσει το πρώτο γυναικείο κίνημα που άλλαξε τις σχέσεις των φύλων και τον τρόπο που επιβάλλονταν οι γυναίκες. Ως εκ τούτου το βιβλίο «Ερωτες στο παρασκήνιο» είναι ένας φόρος τιμής στις γυναίκες αλλά και το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που έχει ως αφετηρία τη Μεταπολίτευση και καταλήγει στο σήμερα.
f3_0536799_1
Το εξώφυλλο του νέου βιβλίου του Νίκου Παπανδρέου

Ομορφες και οι ελάσσονες ιστορίες που καταγράφονται στο βιβλίο, όπως τα τζιτζίκια που ηχογραφούσε ο φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, Αντώνης Τρίτσης, και του τα έστελνε σε κασέτες επί χούντας για να μην ξεχνάει τη χώρα του ή το ωραίο ζεϊμπέκικο του Ανδρέα Παπανδρέου στο «Χάραμα» του Τσιτσάνη!

Παρότι πρόκειται για μια χειρουργικού τύπου επισκόπηση όλων όσα συντάραξαν την οικογένεια Παπανδρέου και τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ο Νίκος, στο προλογικό του σημείωμα επιμένει πως στόχος του ήταν να γράψει πρωτίστως ένα μυθιστόρημα και όχι μια βιογραφία. Ωστόσο όλα τα κύρια ονόματα των πολιτικών πρωταγωνιστών βρίσκονται εκεί χωρίς να έχουν παραλλαχθεί, από τον Ανδρέα Παπανδρέου και τη Μαργαρίτα έως τα τέσσερα παιδιά τους και τα κύρια στελέχη του ΠΑΣΟΚ.

Οπως αναφέρει πάντως ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηριστικά στο βιβλίο, πρόκειται για «μια ιστορία έρωτα και πολιτικής, και μαζί μια ιστορία έρωτα για την πολιτική, με πρωταγωνιστές γυναίκες και άνδρες με πάθος και όραμα, που συνεργάστηκαν για να αλλάξουν τη χώρα τους και τον κόσμο γύρω τους, και μοιραία άλλαξαν και την ίδια τη ζωή τους. Πιθανόν να θεωρηθεί ότι όσα αφηγούμαι εδώ είναι όλα αληθινά, μια ακριβής καταγραφή πραγματικών προσώπων, σχέσεων και συμβάντων. Δεν είναι. Δεν πρόκειται για μια προσωπική εξιστόρηση - κάτι που μπορεί να σε εγκλωβίσει σε έναν περιορισμένο κύκλο γεγονότων».

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, όμως, είναι αυτός που ξέρουμε και φανταζόμαστε: ένας γοητευτικός πολιτικός που ξεκινώντας από το φιλήσυχο Μπέρκλεϊ, όπως περιγράφεται αναλυτικά στην αρχή του βιβλίου, δεν αρκέστηκε στην πανεπιστημιακή καριέρα, αλλά θέλησε να συνταράξει την Ελλάδα φτιάχνοντας αρχικά το ΠΑΚ και κατόπιν το ΠΑΣΟΚ, με ένα ελευθεριακό πνεύμα που δεν είχε γνωρίσει ξανά η χώρα.

Ο συγγραφέας περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την άναρχη ταυτότητα του Κινήματος τα πρώτα χρόνια, ότι «ορισμένοι έβλεπαν το ΠΑΣΟΚ σαν το νέο ΚΚΕ, άλλοι σαν συνέχεια του παλιού κόμματος του πατέρα του, ενώ άλλοι αναζητούσαν κάτι καινούργιο, κάτι που δεν θα έμοιαζε με τίποτα από το παρελθόν» ως το μυστικό της επιτυχίας του. «Στα χολ και στους διαδρόμους άλλοι σε έλεγαν “κύριε”, άλλοι “σύντροφε”, άλλοι ακόμη “ρε φίλε”. Στα τοπικά γραφεία θα έβρισκες αφίσες του Βελουχιώτη, του Μαρξ και του Τσε Γκεβάρα, και σε άλλα του Βενιζέλου και του Γεωργίου Παπανδρέου».

Συστατικό στοιχείο της επιτυχίας ήταν επίσης τα ευρηματικά συνθήματα όπως «Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες», αλλά κυρίως το γοητευτικό προφίλ του ίδιου του Ανδρέα, ο οποίος μάγευε τους πάντες «σαν να έριχνε σε όλους μια μαγική χρυσόσκονη που τους θάμπωνε και έμεναν με το εκθαμβωτικό του φως στα μάτια». Ο θαυμασμός του γιου προς τον πατέρα είναι προφανής, ενώ είναι άκρως τρυφερά τα ενσταντανέ όπου βρίσκονται οι δυο τους και μιλούν για την πολιτική, το μέλλον και τη λογοτεχνία.
f2_44883
Ο Νίκος Παπανδρέου στο νέο του βιβλίο περιγράφει τα της οικογένειας Παπανδρέου πέρα από την πολιτική

Η πρώτη ρήξη πατέρα - γιου

Κλείσιμο
Πάντως, ακόμα και αν είναι άκρως μυθιστορηματικά τα περιστατικά που περιγράφονται στο βιβλίο, δεν μπορείς παρά να μη θεωρήσεις απίστευτες τις συμπτώσεις της ταύτισης προσώπων, χρονικών συγκυριών και πραγμάτων. Ο τρόπος περιγραφής είναι άκρως γλαφυρός: η Μαργαρίτα, μαθαίνοντας τον παράνομο δεσμό του άνδρα της με την περίφημη Χρύσα, η οποία είχε κάνει σπουδές στο LSE και είχε εντυπωσιάσει τον Ανδρέα, θορυβήθηκε, αλλά θεώρησε ότι πρόκειται για μία ακόμα περιπέτεια, στο πλαίσιο της πάντοτε φιλοπερίεργης και άκρως περιπετειώδους, όπως περιγράφεται, φύσης του Ανδρέα.

Οταν, όμως, τα πράγματα έδειξαν να γίνονται σοβαρά, «...η Μαργαρίτα τελικά κατέφυγε στη συνδρομή του τρίτου της παιδιού, του Νίκου, που σπούδαζε στον Καναδά» όπως γράφεται χαρακτηριστικά στο βιβλίο, γιατί «… πίστευε ότι ίσως η παρουσία του θα επηρέαζε τον Ανδρέα. Αν του το ζητούσε εκείνη, ο Νίκος δεν θα δίσταζε να του τα πει χύμα, γιατί ήταν στον χαρακτήρα του, και μετά πλήρωνε βέβαια την αδυναμία του αυτή. Απερισκεψία, τάση ηρωισμού, αυθορμητισμός, ό,τι κι αν ήταν, κινούνταν με οδηγό το συναίσθημα. Εβαζε τον εαυτό του σε δεύτερη μοίρα. Κι έτσι του ζήτησε να έρθει από τον Καναδά και να μιλήσει με τον πατέρα του.

Οταν έμαθε ο Νίκος -από το τηλεφώνημα της μητέρας του- για την εξωσυζυγική σχέση, πάγωσε με το ακουστικό στο χέρι. Τον κατέκλυσε μια αίσθηση ήττας, σαν να άδειασε από δύναμη.

Πρώτο ρήγμα στην τεράστια πανοπλία του πατέρα του, που τον έβλεπε σαν αρχαίο ήρωα που πάλευε με τη Λερναία Υδρα. Τον είχε δει στη φυλακή στα έντεκά του, τον είχε δει να δίνει ομιλίες, είχε δει το πάθος των οπαδών του. Μαζί είχαν οδηγήσει για έναν μήνα σχεδόν, ένα καλοκαίρι, με την παλιά Mercedes, σε τόσες Πολιτείες και σε τόσες πόλεις της Αμερικής για να μιλήσει κατά της χούντας. Ενα είδος πολιτικού road trip, όπου πρώτη φορά ήταν μαζί για τόσες ώρες. Στο Συρακιούς, στο Ιθακα, στο Ωλμπανυ, οι φοιτητές τον χειροκροτούσαν όρθιοι σαν να είχε έρθει ο ίδιος ο Τσε Γκεβάρα, τόσο ενθουσιάζονταν και συμφωνούσαν με τον επαναστατικό του λόγο», αλλά τώρα προφανώς αποκαλυπτόταν η ανθρώπινη πλευρά του.

Ο Νίκος Παπανδρέου επισκέπτεται την Ελλάδα όχι μόνο για να παρέμβει σε ένα οικογενειακό πρόβλημα αλλά και για να παρατηρήσει σε βάθος το διαφορετικό κοινωνικό υπόστρωμα, τον τρόπο που αντιδρούσαν οι γυναίκες, τη διαφορά αμερικανικής και ελληνικής νοοτροπίας και κυρίως τον βαθύ σεβασμό -και αυτό επισημαίνεται σε διαφορετικά σημεία- του Ανδρέα για τον καθημερινό πολίτη, τον μεροκαματιάρη και τον εργάτη.

Είναι, για παράδειγμα, συγκλονιστικός ο τρόπος που ο Ανδρέας Παπανδρέου συμβουλεύει τον γιο του να ακούει τα λόγια των εργατών για να μαθαίνει την πραγματική ουσία της γλώσσας, όπως άλλωστε έκανε ο πατέρας του Γεώργιος, και του έμαθε να κάνει και ο ίδιος, κρατώντας σημειώσεις από τις κουβέντες ανάμεσα στους λαξευτές που έρχονταν να φτιάξουν τον τοίχο στη Βίλα Γαλήνη.

Και κάπως έτσι προφανώς ο Νίκος Παπανδρέου εξηγεί με τον δικό του τρόπο πώς κατέληξε, όπως ο πατέρας του, να αγαπήσει τον λαό και τη γλώσσα του και να γίνει συγγραφέας. «Ο λόγος είναι μέγιστος των αυτοκρατόρων», του έλεγε ο πατέρας του σε ένα από τα πιο όμορφα αποσπάσματα του βιβλίου. «Επιτελεί θεϊκές ενέργειες: μεταδίδει τον φόβο, μουδιάζει τον οίκτο, διευρύνει την ευτυχία, προκαλεί πάθη, χαρίζει γαλήνη ακλόνητη». «… Μη διστάζεις να σκύψεις πάνω στο λεξιλόγιο των εργατών, να μαθαίνεις πώς μιλάνε.

Από αυτά μαθαίνεις πολλά. Δεμένα τα κεφάλια τους με μαντίλια για τον ιδρώτα και τον ήλιο, οι εργάτες κουβάλαγαν πέτρες με γαϊδούρια. Αντί για τσιμέντο έβαζαν λάσπη να δέσουν τις μεγάλες πέτρες και έχωναν μικρές στα κενά. Με ξύλο και σκοινί έφτιαχναν αυτοσχέδιες τροχαλίες - δηλαδή εσύ τα λες βίντσι και γερανό, αλλά αυτά ήταν πρωτόγονα, με ουσιαστικό συστατικό την εμπειρία και τον ανθρώπινο νου».

Ακόμα κι έτσι, οι συγκρούσεις που περιγράφονται ανάμεσα στον Ανδρέα Παπανδρέου και την υπόλοιπη οικογένεια εξαιτίας των εξωσυζυγικών σχέσεων κατέληγαν να απορροφούνται από τις ίδιες τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που ήταν τόσο μεγάλες που δεν επέτρεπαν άλλα περιθώρια. Και μέσα σε όλα αυτά, η Μαργαρίτα επέμενε να μάθει στις γυναίκες από τις ΕΓΕ, γνωστές και άγνωστες, αυτό που φοβόντουσαν πάντα: να είναι ο εαυτός τους.

Ο παράνομος δεσμός

Τι, όμως, συνέβη τελικά με τον παράνομο δεσμό του Ανδρέα Παπανδρέου με τη Χρύσα που τόσο αναστάτωσε την οικογένεια και πώς αυτή κατέληξε να γίνει στέλεχος του ΠΑΣΟΚ; Ποιος είναι ο ρόλος του Σωτήρη, ενός από τους πιο αμφισβητούμενους ήρωες του βιβλίου, από αυτούς που στηριζόταν ο Ανδρέας για να μπορεί να έχει πρόσβαση στον κόσμο; Οι περιγραφές του Νίκου Παπανδρέου είναι παραστατικότατες: «Τώρα είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Ο Σωτήρης καθόταν έξω από το γραφείο του Ανδρέα και κουνιόταν μπρος πίσω με εμφανή νευρικότητα. Ως και η Αγγέλα τον λυπήθηκε. “Ελα Σωτήρη, μην κάνεις έτσι! Δεν φταις εσύ”. Στο γραφείο της Αγγέλας η φωτοτυπία ενός μικρού σχολίου σε ένα από τα έντυπα του εκδότη που είχε συναντήσει. “Ποιος αρχηγός νεοπαγούς πολιτικού κόμματος κάνει νυχτερινές επισκέψεις που δεν σχετίζονται με την πολιτική”. Και ακολουθούσαν δυο τρεις σειρές που φωτογράφιζαν τον Ανδρέα χωρίς να λένε το όνομά του. Ηταν ανυπόγραφο.

Ο Σωτήρης τα είχε παίξει όλα για όλα. Ή θα του έβγαινε όπως ήθελε, ή θα τον διαολόστελνε ο Ανδρέας μια και καλή. Στη δεύτερη περίπτωση θα του έδινε κάναν τιμητικό ρόλο στο κόμμα, όπου θα μαράζωνε σε κάποιο γραφείο με διάφορους ιδεολόγους. Κουνούσε τα πόδια του ανυπόμονα σαν παιδί που περιμένει τιμωρία από τον διευθυντή του σχολείου. Κατέβασε σχεδόν μονορούφι τον καφέ του και προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να συγκεντρωθεί στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων στο τραπεζάκι κοντά του.

Ο Ανδρέας, μέσα στο γραφείο του, ούτε να τον δει δεν ήθελε. Μόλις την προηγούμενη βδομάδα είχε μπει και η Χρύσα στο Εκτελεστικό Γραφείο του Κινήματος αφού εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή. Δεν χρειάστηκε καν να δώσει το παρασύνθημα σε κανέναν. Η γκρίνια είχε ξεκινήσει την επόμενη μέρα. Ακολούθησαν υπόκωφοι ψίθυροι του τύπου “από πού ξεφύτρωσε αυτή;”, “τι ανταγωνιστικές περγαμηνές έχει;” και τα συναφή. Οσο όλα αυτά έμεναν εντός των τειχών, δεν ανησυχούσε. Είχε γεμίσει την εβδομάδα με ένα μπαράζ κεραυνοβόλων κινήσεων, ανακοινώσεων και οργανωτικών επιτροπών και όταν την όρισε υπεύθυνη του οικονομικού προγράμματος όπου είχε συμμετάσχει ο ίδιος, έμοιαζε σαν μια ακόμα οργανωτική αναδιάρθρωση με τη ματιά στο μέλλον. Εσωκομματικά το ζήτημα είχε κλείσει πριν καλά καλά ανοίξει.
f4_00560073
O Aνδρέας Παπανδρέου με τη σύζυγό του Μαργαρίτα

Ομως τώρα το θέμα είχε ξεφύγει, είχε γίνει άλλου είδους αναφορά στον Τύπο - και αυτό μόλις σήμερα το πρωί. Ποιος πολιτικός αρχηγός μένει πολλά βράδια εκτός οικίας; Το κάνει για να βρίσκεται κοντά στα γραφεία του κόμματος που απέχουν από την κατοικία του ή είναι κάτι άλλο; Και πώς σχετίζεται νεαρή κοπέλα που σημειώνει ταχεία άνοδο στην ιεραρχία πολιτικού κόμματος; Η Αγγέλα, με τα μαύρα μαλλιά της μαζεμένα πίσω σε κοτσίδα και με αρκετά λιγότερα- είχε ήδη αρχίσει να βλέπει τον Χρήστο Παπαθανασίου, μεσαίο στέλεχος με δυνατό μαχητικό στυλ-, κοιτούσε αλλού όταν του έδωσε τον πάκο με όλες τις πρωινές εφημερίδες.

Σίγουρα μετά από αυτό το φαρμακερό σχόλιο όλο το Καστρί βούιζε με κρυφό αίσθημα εκδίκησης: “Σʼ τα λέγαμε, Ανδρέα! Να τώρα!” Ισως και η Μαργαρίτα θα του έλεγε, “I told you so, Andreas! At least be more careful!”. Ποιος όμως είχε τολμήσει να το γράψει αυτό; Γιατί ήταν ανυπόγραφο. Τι παιχνίδι έπαιζε ο εκδότης; Ο Ανδρέας γνώριζε το ήθος των πολιτικών του αντιπάλων, τον Καραμανλή, τον Μαύρο και τον Φλωράκη - δεν ήταν κανείς από αυτούς. Επαιζαν μόνο σε πολιτικό επίπεδο, ποτέ δεν θα έφταναν σε προσωπικό, δεν ήταν τέτοια η σχέση τους.

Οχι, τούτες οι τρεις σειρές προήλθαν από πονηρό εσωτερικό εχθρό που μάλλον συνεργαζόταν με τον εκδότη. Κάποιος που δεν είδε με καλό μάτι τη συμμετοχή της στο Εκτελεστικό Γραφείο. Ισως τελικά είχε κάνει λάθος να την προωθήσει τόσο γρήγορα. Αλλά ήταν ιδρυτικό μέλος και με πολύ στέρεο θεωρητικό έργο πίσω της για τον ρόλο των μικρομεσαίων στην Ελλάδα, θέμα πολύ κοντά στις δικές του σκέψεις. Γιατί να αδικηθεί, όπως του είχε πει, μόνο και μόνο επειδή υπήρχε αυτή η ιδιαιτερότητα μεταξύ τους;


Το ανοιχτό φλερτ και η πίκρα της Μαργαρίτας

Ξεχωριστό είναι το κεφάλαιο 2,1 όπου περιγράφεται η συνάντηση του Ανδρέα με τις εκπροσώπους από τις ΕΓΕ και η γοητευτική επίδραση που ασκούσε στις γυναίκες: «Ορισμένες φορές ο Ανδρέας καλούσε την ομάδα γυναικών στο Καστρί. Εν αναμονή του δείπνου γεννιόταν μια ιδιαίτερη ενέργεια. Ολες αισθάνονταν έναν ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα και οι συζητήσεις πριν το δείπνο έπαιρναν άλλο χρώμα, ήταν σαν πρόβα.

Το βράδυ εκείνο, με τον Ανδρέα ανάμεσά τους, έπιασαν τα προβλήματα των Παλαιστινίων και των Κούρδων, τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών, την ανάγκη για παιδικούς σταθμούς και την επιμόρφωση ενηλίκων. Με το μάτι του να κινείται αδιάκοπα εδώ κι εκεί, ήταν πάντα έτοιμος να αρπάξει την όποια σκέψη και να την πάει σε ένα άλλο επίπεδο, σαν έλικας που όλο ανέβαινε και ανέβαινε. Και σχεδόν όλες έμεναν λίγο αποσβολωμένες από την ικανότητά του να συνδέει το ένα με το άλλο, κι ας μην το ομολογούσαν ούτε στους εαυτούς τους.
f6_00560059
«O τρόπος που ο Ανδρέας κέρδιζε την προσοχή των γυναικών ήταν μοναδικός», υποστηρίζει ο γιος του Νίκος στο βιβλίο του

“Ακούστε, για να κλείσουμε ένα από τα κεφάλαια που ανοίξαμε απόψε. Οταν έρθουμε στα πράγματα, θα ήθελα το σαράντα τοις εκατό των γενικών γραμματέων να είναι γυναίκες και να δημιουργήσουμε μια Γραμματεία Ισότητας που θα παρακολουθεί και εν ανάγκη θα κρίνει το έργο μας”.

Με αυτά τα λίγα λόγια οι γυναίκες ξέσπασαν σε χειροκρότημα. Σήκωσαν τα ποτήρια τους και τσούγκρισαν δυνατά. Την αρχή έκανε η Μαρίνα, που ως συνήθως ήταν η πιο σικάτη, με σκουλαρίκια δάκρυ, μίντι φούστα και μια εφαρμοστή μεταξωτή μπλούζα. Μόνο η Εφη, δέκα χρόνια μεγαλύτερη, μπορούσε να συναγωνιστεί μαζί της στο θέμα της ομορφιάς. Η Μαργαρίτα είχε ντυθεί πιο σεμνά, είχε σταματήσει να ελπίζει ότι μπορούσε να ξαναφέρει κοντά της τον άνδρα της με την εμφάνισή της.

Ηταν άλλωστε ένας ανταγωνισμός ταπεινωτικός, να μπει σε ένα μπρα-ντε-φερ με μια γυναίκα είκοσι χρόνια μικρότερη. Την είχε δει σε μια μεγάλη κομματική συγκέντρωση και δεν τη βρήκε καθόλου ελκυστική, όμως πού να καταλάβει κανείς τα γούστα των ανδρών. Αλλά προσπαθούσε να μην την κακολογεί. Η Καλλιόπη την πληροφόρησε ότι η μικρή ήταν ένας θηλυκός Μακιαβέλι, ενώ από αλλού είχε ακούσει ότι είχαν ερωτευθεί κεραυνοβόλα στο Λονδίνο. Δεν ήξερε ποια από τις δύο εκδοχές προτιμούσε. Ποια ήταν η πιο επικίνδυνη.

Η Μαρίνα θυμήθηκε το γραφείο όπου εργαζόταν στην οδό Σουηδίας πριν τη χούντα, η Κάκια περιέγραψε πώς γνώρισε τον Γεννηματά, η Μαργαρίτα επέμενε στη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, η Αλίκη σκεφτόταν πώς θα λύσσαγε ο άνδρας της που της είχε πει να μην πηγαίνει τόσο πολύ στη Μαργαρίτα, και η Καλλιόπη, ανακατώστρα, μονοπώλησε για ένα τέταρτο την κουβέντα, την ίδια στιγμή που, άθελά της, φλέρταρε ανοιχτά με τον Ανδρέα. Ο ίδιος έκανε τον κόπο να απευθυνθεί σε όλες μαζί και σε καθεμιά έθεσε μια συγκεκριμένη και εύστοχη ερώτηση. “Μη μου λες”, απαντούσε, σαν να άκουγε έκπληκτος τη βαρύτητα της σκέψης της.

Και όταν σηκώθηκαν από το τραπέζι, μετά τις δώδεκα, έφυγαν όλες με την ικανοποίηση ότι δεν είχαν τσακωθεί, δεν είχαν υψώσει τις φωνές τους, δεν είχαν μπλέξει σε σύνθετα ιδεολογικά μονοπάτια, αλλά είχαν ανανεώσει την πίστη τους πως κάποια μέρα, σε κάποια χρόνια, όλοι μαζί θα έκαναν κάτι γι' αυτή τη χώρα».


Κακός σύμβουλος ο θυμός

Αχ, αυτή η “ιδιαιτερότητα”, όπως το έλεγε εκείνη κομψά για να μην πει τίποτα παραπάνω. Μόλις προχθές το πρωί, όταν έφυγε, το σώμα του σαν να μην είχε βαρύτητα. Μαζί της αισθανόταν ότι έκλεινε απ’ έξω το βουητό της ζωής του και ησύχαζε σε βαθμό που δεν είχε ξαναγνωρίσει. Και χθες το πρωί, που φαίνονταν μόνο τα πλούσια μαύρα μαλλιά της έξω απ’ τα λευκά σεντόνια, σαν η επιθυμία του να την είχε εξαφανίσει, έπαυε για λίγο να είναι πολιτικό ον.

Ο Σωτήρης είχε αποτύχει στην αποστολή του. Ας περιμένει έξω από το γραφείο πριν μέσα για εκτέλεση. Αλλά η εικόνα των μαλλιών της Χρύσας να χύνονται στο σεντόνι σαν ρυάκι τον έκανε να κοντοσταθεί. Επρεπε πριν φέρει μέσα τον Σωτήρη να ησυχάσει. Επρεπε, σαν αρχηγός του Κινήματος πια, να μάθει να δαμάζει τον θυμό του - έναν θυμό που, αντί να κοπάζει με την ηλικία, συνέχιζε ολοένα να φουντώνει.
f5_1080044_a_lifo_pasok_4
To ιστορικό ζεϊμπέκικο του Ανδρέα Παπανδρέου στο «Χάραμα» του Βασίλη Τσιτσάνη

Γνώριζε πως ο θυμός ήταν κακός σύμβουλος, όπως ήταν και η ευσπλαχνία. Ετσι έπαιρνε αυθόρμητα αποφάσεις για τις οποίες στη συνέχεια μετάνιωνε. Οπως τότε που είχε τιμωρήσει τον Γιώργο όταν έπεσε η μια σεκόγια από τις δυο στο κήπο επειδή πίστευε ότι το τεράστιο αυτό δέντρο το είχε πριονίσει εκείνος! Μόνο όταν ήρθαν από τον δήμο και του έδειξαν την κουφάλα στο εσωτερικό του κορμού κατάλαβε το λάθος του και απελευθέρωσε τον Γιώργο από το δωμάτιό του και του πήρε και δώρο.

Ηθελε να μην ξαναδεί ποτέ τον Σωτήρη ή να τον φέρει στο γραφείο του και να τον ταπεινώσει, να βγάλει όλο τον θυμό στο πρόσωπό του. Ηξερε ότι ο Σωτήρης τον κατέκρινε, όπως και η Μαργαρίτα και τα τέσσερα παιδιά του, και η Αγγέλα και ο Κατσιφάρας, και ποιος ήξερε πόσοι ακόμη. Πού η τυφλή εμπιστοσύνη που του άξιζε γιατί δεν τον ακολουθούσαν χωρίς τόσες αντιρρήσεις;

Ομως ήξερε καλά επίσης ότι αυτή η αδυναμία του να είναι ανοιχτός στον καθέναν και να τον ακούει σαν να έλεγε τις πιο σπάνιες σοφίες του κόσμου, ήταν και η πηγή της δύναμής του. Αφήνοντας να περάσουν όλα τα μηνύματα αφιλτράριστα, χωρίς να κάνει δεύτερες σκέψεις για το άτομο που τα έλεγε, ακούγοντας τα πάντα χωρίς ταξικές διακρίσεις και επικρίσεις, κρατούσε τη μέγιστη επαφή με τον λαό, έπιανε τα μηνύματα που εξέπεμπαν όλοι τους μαζί.

Στη συνέχεια αυτά έβγαιναν αυθόρμητα από μέσα του, είτε σε συζήτηση είτε στον πολιτικό λόγο, και μεταφράζονταν σε ένα κομματικό πρόγραμμα που ανταποκρινόταν στην πραγματική θέληση του λαού. Τις κακές του μέρες, όπως σήμερα, αισθανόταν ότι έμοιαζε με ένα μαξιλαράκι για καρφίτσες, όπου ο καθένας κάρφωνε τις προτροπές και τις συμβουλές του στο σώμα του.

“Μια ακόμα συμβουλή, πρόεδρε”. “Μια ακόμα πρόταση, πρόεδρε”. “Να κάνουμε αυτό, πρόεδρε”. “Να πεις εκείνο, πρόεδρε”. Λίγο ακόμη και θα κάρφωνε ο ίδιος τα καρφιά στον άλλον».

Ειδήσεις σήμερα:

Νέα τιμολόγια ρεύματος για τον Αύγουστο - Στα 15-17 λεπτά η τιμή της μεγαβατώρας μετά τις επιδοτήσεις


Μαίνεται η φωτιά στη Δαδιά - Ο άνεμος δυσκολεύει τις επιχειρήσεις

Καιρός - Φωτιές στην Ελλάδα: Επικίνδυνο «κοκτέιλ» με ανυπόφορη ζέστη, ανέμους και υψηλό κίνδυνο πυρκαγιών
Κλείσιμο
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

BEST OF NETWORK

Δείτε Επίσης