Η ανανέωση των γενεών στον πρωτογενή τομέα είναι η μεγάλη πρόκληση
Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια από τις πιο καθοριστικές προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας: την ανανέωση των γενεών στον πρωτογενή τομέα
Δεν πρόκειται για ένα στενά αγροτικό ζήτημα, αλλά για μια εθνική πρόκληση που αφορά την παραγωγή, τη δημογραφική συνοχή της περιφέρειας και τη δυνατότητα της χώρας να συνδέσει την ανάπτυξη με τη γη, την τροφή και την τοπική οικονομία.
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν γιατί η συζήτηση αυτή είναι τόσο κρίσιμη. Σύμφωνα με τη Eurostat, στην Ελλάδα μόλις το 7,2% των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων ήταν κάτω των 40 ετών, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 11,9%, δηλαδή σχεδόν 40% απόκλιση. Την ίδια στιγμή, μόνο το 0,7% διέθετε πλήρη αγροτική εκπαίδευση, ενώ το 94,1% βασιζόταν κυρίως στην πρακτική εμπειρία. Αυτά τα δεδομένα αποτυπώνουν με σαφήνεια ότι η ανανέωση των γενεών δεν αφορά μόνο την είσοδο νέων ανθρώπων, αλλά και τη γνώση, την κατάρτιση και την ικανότητα προσαρμογής σε ένα όλο και πιο απαιτητικό παγκόσμιο παραγωγικό περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν δει κανείς το αποτύπωμα του πρωτογενούς τομέα στην οικονομία. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στο τελευταίο τρίμηνο του 2024 η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία απασχολούσαν 454,5 χιλιάδες ανθρώπους, δηλαδή το 10,6% του συνόλου των απασχολουμένων. Παράλληλα, οι Οικονομικοί Λογαριασμοί Γεωργίας της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024 καταγράφουν ακαθάριστη αξία παραγωγής 16,214 δισ. ευρώ και ακαθάριστη προστιθέμενη αξία 7,961 δισ. ευρώ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στήριξη των νέων αγροτών δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια πρώτη ενίσχυση εγκατάστασης. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον που να προσφέρει πρόσβαση στη χρηματοδότηση, στη γη, στην τεχνολογία, στην επανεκπαίδευση και επανακατάρτιση, στη συμβουλευτική και στις συνεργασίες. Χρειάζεται, επίσης, ένα παραγωγικό μοντέλο που να επιβραβεύει την ποιότητα, την εξωστρέφεια, τη μεταποίηση και την καινοτομία. Για έναν νέο άνθρωπο που αποφασίζει σήμερα να επενδύσει στην ύπαιθρο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα ξεκινήσει, αλλά πώς θα παραμείνει, θα εξελιχθεί και θα μπορέσει να χτίσει μια βιώσιμη επαγγελματική διαδρομή.
Η πολιτεία οφείλει να δώσει πειστικές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα. Όπως ανακοίνωσε πρόσφατα το ΥΠΑΑΤ, πάνω από 1 δισ. ευρώ έχουν διατεθεί την τελευταία πενταετία για τη στήριξη των νέων αγροτών. Ειδικότερα, το πρόγραμμα που ενεργοποιήθηκε το 2021 κινητοποίησε 598 εκατ. ευρώ δημόσιας δαπάνης και έδωσε τη δυνατότητα σε 15.900 νέους ανθρώπους να ξεκινήσουν επαγγελματικά στον πρωτογενή τομέα. Παράλληλα, η πρόσκληση του 2024 έχει πόρους 410 εκατ. ευρώ, με ενισχύσεις που φτάνουν έως τα 44.000 ευρώ ανά δικαιούχο.
Όμως η πραγματική επιτυχία αυτών των παρεμβάσεων δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό εντάξεων και την απορροφητικότητα πόρων. Θα κριθεί από το αν οι νέοι που μπαίνουν στον πρωτογενή τομέα θα αποκτήσουν πρόσβαση σε σύγχρονες δεξιότητες, σε λειτουργικά σχήματα συνεργασίας και σε πραγματικές δυνατότητες επένδυσης και εξωστρέφειας. Θα κριθεί από το αν η ελληνική ύπαιθρος θα μπορέσει να γίνει τόπος δημιουργίας, προόδου και προοπτικής για τη νέα γενιά.
Η ανανέωση των γενεών δεν είναι μια δευτερεύουσα παράμετρος της αγροτικής πολιτικής. Είναι όρος ζωής για την ελληνική ύπαιθρο. Από αυτήν θα εξαρτηθεί αν ο πρωτογενής τομέας θα παραμείνει ισχυρός, αν οι τοπικές κοινωνίες θα κρατήσουν τη ζωντάνια τους και αν η χώρα θα μπορέσει να επενδύσει με αυτοπεποίθηση σε ένα πιο παραγωγικό και ανθεκτικό μέλλον.
* Ο Σπύρος Πρωτοψάλτης είναι Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν γιατί η συζήτηση αυτή είναι τόσο κρίσιμη. Σύμφωνα με τη Eurostat, στην Ελλάδα μόλις το 7,2% των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων ήταν κάτω των 40 ετών, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 11,9%, δηλαδή σχεδόν 40% απόκλιση. Την ίδια στιγμή, μόνο το 0,7% διέθετε πλήρη αγροτική εκπαίδευση, ενώ το 94,1% βασιζόταν κυρίως στην πρακτική εμπειρία. Αυτά τα δεδομένα αποτυπώνουν με σαφήνεια ότι η ανανέωση των γενεών δεν αφορά μόνο την είσοδο νέων ανθρώπων, αλλά και τη γνώση, την κατάρτιση και την ικανότητα προσαρμογής σε ένα όλο και πιο απαιτητικό παγκόσμιο παραγωγικό περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν δει κανείς το αποτύπωμα του πρωτογενούς τομέα στην οικονομία. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στο τελευταίο τρίμηνο του 2024 η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία απασχολούσαν 454,5 χιλιάδες ανθρώπους, δηλαδή το 10,6% του συνόλου των απασχολουμένων. Παράλληλα, οι Οικονομικοί Λογαριασμοί Γεωργίας της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024 καταγράφουν ακαθάριστη αξία παραγωγής 16,214 δισ. ευρώ και ακαθάριστη προστιθέμενη αξία 7,961 δισ. ευρώ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στήριξη των νέων αγροτών δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια πρώτη ενίσχυση εγκατάστασης. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον που να προσφέρει πρόσβαση στη χρηματοδότηση, στη γη, στην τεχνολογία, στην επανεκπαίδευση και επανακατάρτιση, στη συμβουλευτική και στις συνεργασίες. Χρειάζεται, επίσης, ένα παραγωγικό μοντέλο που να επιβραβεύει την ποιότητα, την εξωστρέφεια, τη μεταποίηση και την καινοτομία. Για έναν νέο άνθρωπο που αποφασίζει σήμερα να επενδύσει στην ύπαιθρο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα ξεκινήσει, αλλά πώς θα παραμείνει, θα εξελιχθεί και θα μπορέσει να χτίσει μια βιώσιμη επαγγελματική διαδρομή.
Η πολιτεία οφείλει να δώσει πειστικές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα. Όπως ανακοίνωσε πρόσφατα το ΥΠΑΑΤ, πάνω από 1 δισ. ευρώ έχουν διατεθεί την τελευταία πενταετία για τη στήριξη των νέων αγροτών. Ειδικότερα, το πρόγραμμα που ενεργοποιήθηκε το 2021 κινητοποίησε 598 εκατ. ευρώ δημόσιας δαπάνης και έδωσε τη δυνατότητα σε 15.900 νέους ανθρώπους να ξεκινήσουν επαγγελματικά στον πρωτογενή τομέα. Παράλληλα, η πρόσκληση του 2024 έχει πόρους 410 εκατ. ευρώ, με ενισχύσεις που φτάνουν έως τα 44.000 ευρώ ανά δικαιούχο.
Όμως η πραγματική επιτυχία αυτών των παρεμβάσεων δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό εντάξεων και την απορροφητικότητα πόρων. Θα κριθεί από το αν οι νέοι που μπαίνουν στον πρωτογενή τομέα θα αποκτήσουν πρόσβαση σε σύγχρονες δεξιότητες, σε λειτουργικά σχήματα συνεργασίας και σε πραγματικές δυνατότητες επένδυσης και εξωστρέφειας. Θα κριθεί από το αν η ελληνική ύπαιθρος θα μπορέσει να γίνει τόπος δημιουργίας, προόδου και προοπτικής για τη νέα γενιά.
Η ανανέωση των γενεών δεν είναι μια δευτερεύουσα παράμετρος της αγροτικής πολιτικής. Είναι όρος ζωής για την ελληνική ύπαιθρο. Από αυτήν θα εξαρτηθεί αν ο πρωτογενής τομέας θα παραμείνει ισχυρός, αν οι τοπικές κοινωνίες θα κρατήσουν τη ζωντάνια τους και αν η χώρα θα μπορέσει να επενδύσει με αυτοπεποίθηση σε ένα πιο παραγωγικό και ανθεκτικό μέλλον.
* Ο Σπύρος Πρωτοψάλτης είναι Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα