2024: η πιο ευοίωνη χρονιά μετά από καιρό
dimitris_p_swtiropoulos

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος

2024: η πιο ευοίωνη χρονιά μετά από καιρό

Πως ξημερώνει άραγε το 2024 για την Ελλάδα σε έναν κόσμο μεγάλης αβεβαιότητας και ρευστότητας, με τις ανατροπές να είναι πιο πιθανές από την κανονικότητα;

Θα ακουστεί παράξενο αλλά με τις πιο ευοίωνες προοπτικές. Η αισιοδοξία έχει πιθανόν πάψει να είναι της μόδας στο δημόσιο διάλογο αλλά αν παρακάμψουμε την ψυχολογική συνθήκη που τροφοδοτείται όντως από την απειλητική ατμόσφαιρα των απανωτών κρίσεων την οποία βιώνουμε την τελευταία 15ετία, οι δυνατότητες που υπάρχουν, αντικειμενικά μιλώντας, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο είναι μοναδικές. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο θα αξιοποιηθούν από το πολιτική εξουσία και την κοινωνία με τρόπο που θα οδηγήσει στην πολυπόθητη μεταμόρφωση του ελληνικού κράτους ύστερα από την λαίλαπα μιας πολυετούς οικονομικής κρίσης.

Πακτωλός κονδυλίων

Στο οικονομικό επίπεδο τα πρώτα καλά νέα ήρθαν από τον Economist την ημέρα ψήφισης του προϋπολογισμού για το 2024, ο οποίος κατατάσσει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά την Ελλάδα στην πρώτη θέση μεταξύ 35 αναπτυγμένων οικονομιών του πλανήτη. Η αξιολόγηση βασίζεται στις επιδόσεις 5 κρίσιμων οικονομικών δεικτών (συγκράτηση δομικού πληθωρισμού, εύρος πληθωρισμού, ανάπτυξη ΑΕΠ, απασχόληση, χρηματιστήριο), στους οποίους η χώρα μας κατατάσσεται πρώτη μπροστά από πολύ μεγαλύτερες και πολύ πιο εύρωστες οικονομίες, όπως πχ οι ΗΠΑ οι οποίες βρίσκονται μόλις στην τρίτη θέση. Εκείνο μάλιστα στο οποίο ξεχωρίζει η ελληνική οικονομία είναι η αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας της αγοράς κατά 43,8%, γεγονός που επιτρέπει μεγάλη αισιοδοξία στην προσέλκυση ξένων επενδυτών. Το πιο ενδιαφέρον και ίσως ελαφρώς ειρωνικό είναι παρεμπιπτόντως, ότι “πολλοί από τους "τεμπέληδες” βρίσκονται στη Βόρεια Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας, της Γερμανίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας, η οποία είναι η τελευταία στη λίστα", όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Economist. Η εποχή που η ελληνική οικονομία θεωρούνταν από τις πιο αναξιόπιστες του κόσμου είναι πλέον παρελθόν.

Η είδηση θα πρέπει να συνδυαστεί και με μια πρόσφατη συνέντευξη του επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννη Στουρνάρα (στο «OT Forum» και στον δημοσιογράφο Νίκο Φιλιππίδη). Εκεί, ο κατά τα άλλα συγκρατημένος Διοικητής της ΤτΕ αναφέρει την εκτίμηση ότι τα επόμενα χρόνια η ανάπτυξη στην Ελλάδα θα είναι της τάξεως του 2,5% “όταν η Ευρώπη θα κινείται από το 0% μέχρι 1%. Άρα θα έχουμε πραγματική σύγκλιση, δηλαδή σύγκλιση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και απ’ ό,τι φαίνεται χωρίς ουσιαστικές μακροοικονομικές ανισορροπίες”. Όπως υπολογίζει, τα επόμενα 4-5 χρόνια, θα εισρρεύσουν στην ελληνική οικονομία συνολικά 66 με 70 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκά κονδύλια, δηλαδή από το Ταμείο Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας και το ΕΣΠΑ. Αν συνδυαστεί με την ρύθμιση του χρέους και με την επενδυτική βαθμίδα που ανακτήθηκε πρόσφατα, πρόκειται για ένα ιλιγγιώδες ποσό που σπάνια έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη. Είναι σημαντικό, συνεπώς, να ληφθεί υπόψη η επισήμανση του Γ. Στουρνάρα: το θέμα είναι πως θα αξιοποιήσουμε αυτή τη μοναδική ευκαιρία. Και αυτό είναι μια καθαρά δική μας πρόκληση που θα βασιστεί σαφέστατα στην δική μας βούληση για να την εκμεταλλευτούμε.

Η βασική κριτική που είχε γίνει, άλλωστε, όλη την περίοδο των μνημονίων στην Τρόικα ήταν ότι οι μεταρρυθμίσεις επιβάλλονταν απέξω, και στο βαθμό που δεν ήταν αποτελεσματικές, οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν είχαν τις απαιτούμενες συναινέσεις στο εσωτερικό. Ιδού λοιπόν που σήμερα το ελληνικό κράτος και οι πολιτικές του ηγεσίες διαθέτουν όχι μόνο τεράστια διαθέσιμα κονδύλια αλλά και την πλήρη ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων. Έχουν δηλαδή την ελευθερία να αξιοποιήσουν όπου θεωρούν αναγκαίο τον πακτωλό αυτόν των χρημάτων.

Το πρώτο αντανακλαστικό λόγω του αμαρτωλού προ-μνημονιακού παρελθόντος μας είναι κανείς να ανησυχήσει για το πως θα διαχειριστούμε μια τέτοια απλόχερη ξένη βοήθεια. Ωστόσο, το παρελθόν του ελληνικού κράτους δεν χαρακτηρίζεται μόνο από αμαρτίες. Να θυμίσουμε μόνο ότι η επίσης ιλιγγιώδης βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ στην Ελλάδα μεταπολεμικά αποτέλεσε βασική προϋπόθεση όχι μόνο της ανασυγκρότησής της αλλά και της αναπτυξιακής της εκτόξευσης μέχρι τη δεκαετία του '70. Ήταν αυτό που αποκαλούσαν τότε ελληνικό οικονομικό θαύμα, το οποίο ήταν υπεύθυνο για την μετέπειτα ένταξη της χώρας στο κλαμπ των πιο αναπτυγμένων του πλανήτη.

Πολιτική βούληση και κοινωνικές ωριμάνσεις

Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες θεμελιώδεις προϋποθέσεις για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Η πρώτη είναι οι στιβαρές και υπεύθυνες ηγεσίες που να θέλουν να συνδέσουν το όνομά τους με αυτή την μεγάλη ιστορική ευκαιρία. Είναι δεδομένο ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη κυβερνάει σήμερα χωρίς αντίπαλο, με την αντιπολίτευση να βρίσκεται σε διαδικασία αποδυνάμωσης και κατακερματισμού αντί της ενίσχυσης. Και τίποτε δεν προμηνύει ότι κάτι θα αλλάξει στο ορατό μέλλον. Αυτό έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα για τους νυν κυβερνώντες. Το μειονέκτημα είναι ότι δεν έχουν αντίπαλο δέος για να συγκριθούν και θα πρέπει μονίμως να θέτουν μόνοι τους τον πήχυ των προκλήσεων και των προσδοκιών. Θα πρέπει, με άλλα λόγια, η κυβέρνηση να βρει τον τρόπο να “αντιπολιτεύεται” τον εαυτό της, που σημαίνει να μην διστάζει να κάνει συχνότερα αυτοκριτική και κυρίως να μην φοβάται να βρίσκεται σε δημιουργικό διάλογο με την κοινωνία των πολιτών από όπου μπορούν να προέλθουν ποικίλες προτάσεις και ιδέες.

Το άνοιγμα στην κοινωνία, κινητοποιώντας ομάδες ακόμη εν υπνώσει είναι ένα κρίσιμο στοίχημα που συνδέεται ευθέως με την αξιοποίηση των τεράστιων αυτών κονδυλίων. Και οφείλει να γίνει σπάζοντας κομματικά στεγανά, και αναπτύσσοντας καινούργιες κοινωνικές συμμαχίες που αναζητούν έμπνευση και κίνητρα. Διότι η ανάπτυξη έχει νόημα όταν συνδέεται με τους ανθρώπους και απολήγει στην ευημερία τους. Όχι όταν περιορίζεται στους αριθμούς. Άλλωστε, οι νέες ιδεολογικές τομές οργανώνονται πλέον πολύ λιγότερο γύρω από το παλιό δίπολο της Αριστεράς – Δεξιάς, και περισσότερο γύρω από τον εκσυγχρονισμό και τον αντιεκσυγχρονισμό. Από την άλλη το πλεονέκτημα αυτής της ηγεμονίας είναι η πλήρης ελευθερία της παρούσας κυβέρνησης να σπάσει ταμπού δεκαετιών και να γκρεμίσει παρωχημένα ιδεολογικά τοτέμ που μας κρατούσαν για χρόνια καθηλωμένους σε έναν μίζερο εξαιρετισμό. Κι έτσι, να συνδέσει το όνομά της με τον μεγάλο μετασχηματισμό της χώρας στον 21ο αιώνα. Μπορεί και πρέπει να το κάνει.

Η άλλη βασική προϋπόθεση είναι η αποφυγή του λάθους μιας απλής διαχειριστικής λογικής χωρίς όραμα για το μέλλον. Είναι ένα συχνό λάθος που επαναλαμβανόταν στην περίοδο της μεταπολίτευσης, όταν κατά καιρούς “έβρεχε” λεφτά από την ΕΟΚ/Ε.Ε. τα οποία απλώς έπρεπε να “απορροφηθούν” από την ελληνική οικονομία (με πελατειακούς όρους), χωρίς πραγματικό αποτύπωμα αλλαγής στο κράτος και την κοινωνία. Ενίοτε, έλειπε, με άλλα λόγια, μια ισχυρή μεταρρυθμιστική λογική στο τι κάνουμε με τα χρήματα που έχουμε στα χέρια μας. Και αυτή η κουλτούρα του “πρώην φτωχού” κράτους ότι ξοδεύουμε τώρα που τα έχουμε, και έχει ο θεός για μετά, ήταν που οδήγησε άλλωστε στην χρεοκοπία του 2010.

Η χώρα όμως διαθέτει αυτή τη στιγμή ένα μοναδικό συνδυασμό άπλετων χρηματικών πόρων και ιδιοκτησίας των μεταρρυθμίσεων. Διαθέτει και μια πολιτική εξουσία χωρίς βαρίδια όπως και μια κοινωνία διψασμένη να κάνει το άλμα στον 21ο αιώνα μετά από μια οδυνηρή δεκαετία οπισθοδρόμησης. Αλίμονο, μην αφήσουμε να χαθεί τέτοια ιστορική ευκαιρία.

*Η στήλη θα απουσιάσει την Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου λόγω διακοπών. Επιστροφή στις 4/1/2024.

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Πρόεδρος της Εφορείας των Γ.Α.Κ. και Αντιπρόεδρος του Παρατηρητηρίου για τη Διδασκαλία της Ιστορίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ