Το Μεταναστευτικό στο επίκεντρο του Δημογραφικού Προβλήματος
Με αφορμή τη δημοσιοποίηση επικαιροποιημένων στοιχείων αναφορικά με την παρατηρούμενη δημογραφική κάμψη της Ελλάδας και σε συνέχεια των ακόμη πιο δυσοίωνων προβλέψεων για την πληθυσμιακή εξέλιξη της χώρας, έρχονται στο προσκήνιο μία σειρά από μελέτες-προτάσεις με πιθανούς τρόπους διαχείρισης αυτού του ζητήματος, το οποίο αναντίρρητα τείνει να εξελιχθεί σε μείζονος σημασίας εθνική πρόκληση με πολιτισμικές, οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις
Η πλειοψηφία των παραπάνω μελετών καταλήγει, μεταξύ άλλων, στο συμπέρασμα ότι η αναλογία των θανάτων προς τις γεννήσεις, σε συνάρτηση με τα χαμηλά επίπεδα τεκνοποίησης του γηγενούς πληθυσμού, θα οδηγήσει τις επόμενες δεκαετίες, με μαθηματική ακρίβεια, σε σημαντική πληθυσμιακή μείωση, γεγονός μη αναστρέψιμο εάν δεν ληφθούν άμεσα και δραστικά μέτρα από την πλευρά των κυβερνήσεων.
Λαμβάνοντας υπόψη, μάλιστα, το υψηλό ποσοστό γήρανσης του πληθυσμού, οι ίδιες έρευνες υπογραμμίζουν ότι καθώς το ενεργό εργατικό δυναμικό σταδιακά συρρικνώνεται, θα καθίσταται αναπόφευκτη η ταυτόχρονη επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων και, συνακόλουθα, η αναπόδραστη κατάρρευση των κοινωνικών συστημάτων υγείας και πρόνοιας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική προστασία και την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Κοινή συνισταμένη των δημοσιευθεισών μελετών είναι η εναπόθεση των ελπίδων ανάσχεσης του φαινομένου στη μαζική εισαγωγή μεταναστών προς κάλυψη των δημογραφικών κενών και αποφυγή των ανωτέρω δυστοπικών προγνώσεων. Με άλλα λόγια, προκρίνεται ως μονόδρομος η εισαγωγή του αναγκαίου αριθμού πολιτών τρίτων χωρών ή η νομιμοποίηση όσων παράνομα εισήλθαν στην ελληνική επικράτεια τα τελευταία χρόνια, σε ευθυγράμμιση με το πρόσφατο παράδειγμα του Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία, προκειμένου να επέλθει η αναγκαία δημογραφική τόνωση. Κάτι τέτοιο δύναται, σύμφωνα πάντα με τις συγκεκριμένες έρευνες, να συμβεί είτε άμεσα, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστευτικών ροών ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 18-34, είτε σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα καθότι ο ισχνός ολικός δείκτης γονιμότητας (total fertility rate) που μετά βίας αγγίζει στην πατρίδα μας το 1,4 θα αντισταθμιστεί θεωρητικά από τον υψηλότερο δείκτη των αλλοδαπών που αφικνούνται και παραμένουν στην Ελλάδα, ο οποίος εκτιμάται ότι κυμαίνεται περί το 1,7 (παρουσιάζοντας ωστόσο τάση σύγκλισης προς τον αντίστοιχο των γηγενών με την πάροδο του χρόνου).
Στην ουσία προτείνεται μια άσκηση πληθυσμιακής εξισορρόπησης με κεντρική ιδέα την αντιμετώπιση του φαινομένου της υπογεννητικότητας με προσέλκυση πληθυσμιακών ομάδων εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Καταρχάς, ας θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι οι εκτιμήσεις των ερευνητών, αναφορικά με την υπό εξέλιξη πληθυσμιακή συρρίκνωση, είναι βάσιμες και αναμένεται σύντομα να επαληθευτούν. Άλλωστε, οι αριθμοί είναι αδυσώπητοι, όπως επιβεβαιώθηκε και από την τελευταία εθνική απογραφή.
Ως προς το σκέλος των προτεινόμενων μέτρων, όμως, ανακύπτει μια σειρά ζητημάτων που θεωρούνται από την πλευρά των μελετητών αυτονόητα ή στην καλύτερη περίπτωση αντιμετωπίζονται ακροθιγώς, μολονότι είναι εξαιρετικά σύνθετα. Στο πλαίσιο αυτό προωθείται ως λύση η οριζόντια αντικατάσταση ενός αριθμητικά ισοδύναμου συνόλου από κάποιο έτερο, αφενός θεωρώντας εξαρχής δεδομένη την επιτυχή ενσωμάτωση του συνόλου αυτού στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα, αφετέρου προδιαγράφοντας τη βούληση και την επιθυμία των μελών του δεύτερου συνόλου να αντικαταστήσουν τα μέλη του πρώτου απλώς και μόνο λόγω της φυσικής τους παρουσίας στη χώρα.
Ωστόσο, τίθεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο οι εν λόγω έρευνες, κατά τη διατύπωση των προτεινόμενων μέτρων, λαμβάνουν επαρκώς υπόψη, σε μεθοδολογικό επίπεδο, πέραν των «σκληρών» ποσοτικών δεικτών, και ποιοτικά χαρακτηριστικά που άπτονται πολιτιστικών καταβολών, θρησκευτικών πεποιθήσεων και αξιακών συστημάτων. Με άλλα λόγια ανακύπτει προβληματισμός ως προς το εάν και κατά πόσο συνεκτιμώνται βασικοί παράμετροι της ιδιοσυγκρασίας και της προσωπικότητας των ατόμων που προτείνεται με την παρουσία τους να καλύψουν τα δημογραφικά ελλείματα και κατ’ επέκταση εάν απαντώνται επαρκώς μείζονα δομικά ερωτήματα κοινωνιολογικού χαρακτήρα, τα οποία κάθε συντεταγμένη Πολιτεία οφείλει να αξιολογήσει δεόντως προτού εφαρμόσει την προτεινόμενη δέσμη μέτρων.
Για παράδειγμα πόσο εφικτό και συνάμα συμβατό είναι για άτομα που προέρχονται από κοινωνίες με διαφορετικά αξιακά πρότυπα να αποδεχθούν πλήρως τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και τον διαχωρισμό θρησκείας–πολιτικής, να ενστερνιστούν πρότυπα έμφυλης ισότητας που ενδεχομένως διαφοροποιούνται σημαντικά από εκείνα των χωρών προέλευσής τους, να ενσωματωθούν σε ένα σύστημα όπου κυριαρχεί η ατομική ελευθερία επιλογών (στον τρόπο ζωής, στην ένδυση, στις κοινωνικές σχέσεις κτλ), να προσαρμοστούν σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που δίνουν έμφαση στην κριτική σκέψη και τον πλουραλισμό ιδεών, και να αποδεχθούν κοινωνικές πρακτικές και θεσμούς που σχετίζονται με τα δικαιώματα μειονοτήτων ή διαφορετικών τρόπων ζωής;
Επιπλέον, και όσον αφορά στο στάδιο της εξαγωγής τελικών πορισμάτων αναρωτιέμαι κατά πόσο τα ερευνητικά μοντέλα που χρησιμοποιούνται στις συγκεκριμένες αναλύσεις, διερευνούν μια εξίσου καθοριστική μεταβλητή: τη βούληση των αλλοδαπών πληθυσμών για παραμονή και μόνιμη ενσωμάτωση στη χώρα μας. Η προσωπική αίσθηση που αποκομίζω, είναι ότι η βούληση αυτή είτε θεωρείται δεδομένη είτε αντιμετωπίζεται ως επιθυμητά προσδοκώμενη (χωρίς να αποκλείεται η εκτίμηση αυτή να χρήζει αναθεώρησης).
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η χώρα μας αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί χώρα transit για εκατομμύρια μετανάστες, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων παρέμεινε σε αυτή μέχρι να διευθετήσει τη μετάβασή της στο επόμενο Κράτος Μέλος και τελικό της προορισμό. Αλλά και για την πλειοψηφία όσων παραμένουν στην Ελλάδα, η επαφή στο πεδίο αναδεικνύει ότι η ζωή στη χώρα μας για τα άτομα αυτά αποτελεί μια μεταβατική περίοδο με σαφή χρονικό ορίζοντα που σχετίζεται με την εύλογη επιθυμία τους να συγκεντρώσουν κάποια χρήματα για να συντηρήσουν οικονομικά τις πολυπληθείς οικογένειες στις χώρες καταγωγής τους και εν συνεχεία να επιστρέψουν σε αυτές. Ακόμα και το μέχρι πρόσφατα θεωρούμενο επιτυχημένο παράδειγμα ένταξης πολιτών τρίτης χώρας στην Ελλάδα, αυτό των υπηκόων Αλβανίας, μετά την αποχώρηση ή επαναπατρισμό περί των 250.000 Αλβανών την τελευταία δεκαετία και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πανδημίας, αναδεικνύει τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο να βασιστεί η χάραξη εθνικής πολιτικής για το δημογραφικό βασιζόμενη εξολοκλήρου στην υπόθεση εργασίας σύμφωνα με την οποία: όσοι έρθουν τελικώς και θα παραμείνουν.
Υπό το πρίσμα αυτό, ιδιαίτερα επίκαιρη καθίσταται η κλασική κοινωνιολογική σκέψη αναφορικά με τη συνοχή του κοινωνικού ιστού και τις πιθανές συνέπειες που θα προκαλέσει η υπέρβαση των ορίων της. Ειδικότερα, ο Émile Durkheim, έχοντας επισημάνει ότι η σταθερότητα μιας κοινωνίας εδράζεται σε ένα συλλογικό αίσθημα ταυτότητας, το οποίο προϋποθέτει καθολικές αρχές και κοινά αξιακά πρότυπα, αναδεικνύει ότι η τυχόν διατάραξη αυτής της ευαίσθητης ισορροπίας δύναται να επιφέρει κοινωνικές δυσλειτουργίες και φαινόμενα ανομίας (Durkheim, 1984). Εν προκειμένω, η μονόπλευρη έμφαση στην εφαρμογή πολιτικών εξισορρόπησης της δημογραφικής υστέρησης με εισαγόμενους πληθυσμούς, χωρίς την παράλληλη λήψη ουσιαστικών μέτρων ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, αναμένεται να προκαλέσει σε τμήματα του υφιστάμενου πληθυσμού αισθήματα παραμέλησης, αδικίας και ανασφάλειας, γεγονός που με τη σειρά του θα οδηγήσει αλυσιδωτά στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, στη χαλάρωση των δεσμών του κοινωνικού συνόλου και τελικώς στην περαιτέρω ένταση των κοινωνικών προβλημάτων, στην επίλυση των οποίων υποτίθεται θα συνεισέφεραν τα σχετικά μέτρα.
Συμπληρωματικά, η θεωρία του Robert Putnam περί κοινωνικού κεφαλαίου ρίχνει πρόσθετο φως στις δομικές ελλείψεις των προαναφερθεισών τεχνοκρατικών λύσεων. Σύμφωνα με τον Putnam, η κοινωνική ενότητα βασίζεται στην ισομερή ανάπτυξη και ισορροπία τόσο των ενδο-κοινωνικών δεσμών (bonding capital) όσο και στην εδραίωση των κατάλληλων γεφυρωτικών συνδέσμων μεταξύ ετερόκλητων ομάδων (bridging capital). Στην περίπτωση που οι ληφθείσες πολιτικές αποφάσεις, ωστόσο, δημιουργούν την αίσθηση της δυσανάλογης ευνοϊκής μεταχείρισης (favoritism) των νεοεισερχόμενων σε βάρος των υπαρχόντων, αναμένονται εξίσου φαινόμενα αδιαφορίας και αποστασιοποίησης από τη συλλογική ζωή ιδιαίτερα όταν οι αποφάσεις αυτές ιδωθούν υπό το πρίσμα της επιβολής από αλλότριες «ελίτ» που δεν συμμερίζονται τις υπαρξιακές ανησυχίες της κοινωνικής βάσης (Putnam, 2000).
Εν κατακλείδι, το δημογραφικό πρόβλημα θα απασχολήσει τα επόμενα χρόνια τους ειδικούς και τους κυβερνώντες τη χώρα, και θα απαιτήσει άμεσες και δραστικές λύσεις ανάσχεσης του φαινομένου έτσι ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω πληθυσμιακή κατάρρευση της χώρας και η δημοσιονομική της αποστράγγιση. H μετανάστευση, σε αυτό το πλαίσιο, της κάλυψης δηλαδή των κενών της αγοράς εργασίας και της αναζωογόνησης του πληθυσμού, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματικό και όχι πρωταρχικό εργαλείο. Λόγω της πολυπαραγοντικής φύσης του ζητήματος, η διαχείριση δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά σε ποσοτικές εξισώσεις και μαθηματικές προσεγγίσεις αλλά απαιτεί, όπως κάθε κοινωνικό πρόβλημα, ανθρωποκεντρικές προσεγγίσεις και μια ολιστική θεώρηση που θα εγγυάται ταυτόχρονα τη δημογραφική βιωσιμότητα και τη διατήρηση του κοινωνικού ιστού.
Λαμβάνοντας υπόψη, μάλιστα, το υψηλό ποσοστό γήρανσης του πληθυσμού, οι ίδιες έρευνες υπογραμμίζουν ότι καθώς το ενεργό εργατικό δυναμικό σταδιακά συρρικνώνεται, θα καθίσταται αναπόφευκτη η ταυτόχρονη επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων και, συνακόλουθα, η αναπόδραστη κατάρρευση των κοινωνικών συστημάτων υγείας και πρόνοιας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική προστασία και την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Κοινή συνισταμένη των δημοσιευθεισών μελετών είναι η εναπόθεση των ελπίδων ανάσχεσης του φαινομένου στη μαζική εισαγωγή μεταναστών προς κάλυψη των δημογραφικών κενών και αποφυγή των ανωτέρω δυστοπικών προγνώσεων. Με άλλα λόγια, προκρίνεται ως μονόδρομος η εισαγωγή του αναγκαίου αριθμού πολιτών τρίτων χωρών ή η νομιμοποίηση όσων παράνομα εισήλθαν στην ελληνική επικράτεια τα τελευταία χρόνια, σε ευθυγράμμιση με το πρόσφατο παράδειγμα του Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία, προκειμένου να επέλθει η αναγκαία δημογραφική τόνωση. Κάτι τέτοιο δύναται, σύμφωνα πάντα με τις συγκεκριμένες έρευνες, να συμβεί είτε άμεσα, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστευτικών ροών ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 18-34, είτε σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα καθότι ο ισχνός ολικός δείκτης γονιμότητας (total fertility rate) που μετά βίας αγγίζει στην πατρίδα μας το 1,4 θα αντισταθμιστεί θεωρητικά από τον υψηλότερο δείκτη των αλλοδαπών που αφικνούνται και παραμένουν στην Ελλάδα, ο οποίος εκτιμάται ότι κυμαίνεται περί το 1,7 (παρουσιάζοντας ωστόσο τάση σύγκλισης προς τον αντίστοιχο των γηγενών με την πάροδο του χρόνου).
Στην ουσία προτείνεται μια άσκηση πληθυσμιακής εξισορρόπησης με κεντρική ιδέα την αντιμετώπιση του φαινομένου της υπογεννητικότητας με προσέλκυση πληθυσμιακών ομάδων εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Καταρχάς, ας θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι οι εκτιμήσεις των ερευνητών, αναφορικά με την υπό εξέλιξη πληθυσμιακή συρρίκνωση, είναι βάσιμες και αναμένεται σύντομα να επαληθευτούν. Άλλωστε, οι αριθμοί είναι αδυσώπητοι, όπως επιβεβαιώθηκε και από την τελευταία εθνική απογραφή.
Ως προς το σκέλος των προτεινόμενων μέτρων, όμως, ανακύπτει μια σειρά ζητημάτων που θεωρούνται από την πλευρά των μελετητών αυτονόητα ή στην καλύτερη περίπτωση αντιμετωπίζονται ακροθιγώς, μολονότι είναι εξαιρετικά σύνθετα. Στο πλαίσιο αυτό προωθείται ως λύση η οριζόντια αντικατάσταση ενός αριθμητικά ισοδύναμου συνόλου από κάποιο έτερο, αφενός θεωρώντας εξαρχής δεδομένη την επιτυχή ενσωμάτωση του συνόλου αυτού στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα, αφετέρου προδιαγράφοντας τη βούληση και την επιθυμία των μελών του δεύτερου συνόλου να αντικαταστήσουν τα μέλη του πρώτου απλώς και μόνο λόγω της φυσικής τους παρουσίας στη χώρα.
Ωστόσο, τίθεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο οι εν λόγω έρευνες, κατά τη διατύπωση των προτεινόμενων μέτρων, λαμβάνουν επαρκώς υπόψη, σε μεθοδολογικό επίπεδο, πέραν των «σκληρών» ποσοτικών δεικτών, και ποιοτικά χαρακτηριστικά που άπτονται πολιτιστικών καταβολών, θρησκευτικών πεποιθήσεων και αξιακών συστημάτων. Με άλλα λόγια ανακύπτει προβληματισμός ως προς το εάν και κατά πόσο συνεκτιμώνται βασικοί παράμετροι της ιδιοσυγκρασίας και της προσωπικότητας των ατόμων που προτείνεται με την παρουσία τους να καλύψουν τα δημογραφικά ελλείματα και κατ’ επέκταση εάν απαντώνται επαρκώς μείζονα δομικά ερωτήματα κοινωνιολογικού χαρακτήρα, τα οποία κάθε συντεταγμένη Πολιτεία οφείλει να αξιολογήσει δεόντως προτού εφαρμόσει την προτεινόμενη δέσμη μέτρων.
Για παράδειγμα πόσο εφικτό και συνάμα συμβατό είναι για άτομα που προέρχονται από κοινωνίες με διαφορετικά αξιακά πρότυπα να αποδεχθούν πλήρως τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και τον διαχωρισμό θρησκείας–πολιτικής, να ενστερνιστούν πρότυπα έμφυλης ισότητας που ενδεχομένως διαφοροποιούνται σημαντικά από εκείνα των χωρών προέλευσής τους, να ενσωματωθούν σε ένα σύστημα όπου κυριαρχεί η ατομική ελευθερία επιλογών (στον τρόπο ζωής, στην ένδυση, στις κοινωνικές σχέσεις κτλ), να προσαρμοστούν σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που δίνουν έμφαση στην κριτική σκέψη και τον πλουραλισμό ιδεών, και να αποδεχθούν κοινωνικές πρακτικές και θεσμούς που σχετίζονται με τα δικαιώματα μειονοτήτων ή διαφορετικών τρόπων ζωής;
Επιπλέον, και όσον αφορά στο στάδιο της εξαγωγής τελικών πορισμάτων αναρωτιέμαι κατά πόσο τα ερευνητικά μοντέλα που χρησιμοποιούνται στις συγκεκριμένες αναλύσεις, διερευνούν μια εξίσου καθοριστική μεταβλητή: τη βούληση των αλλοδαπών πληθυσμών για παραμονή και μόνιμη ενσωμάτωση στη χώρα μας. Η προσωπική αίσθηση που αποκομίζω, είναι ότι η βούληση αυτή είτε θεωρείται δεδομένη είτε αντιμετωπίζεται ως επιθυμητά προσδοκώμενη (χωρίς να αποκλείεται η εκτίμηση αυτή να χρήζει αναθεώρησης).
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η χώρα μας αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί χώρα transit για εκατομμύρια μετανάστες, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων παρέμεινε σε αυτή μέχρι να διευθετήσει τη μετάβασή της στο επόμενο Κράτος Μέλος και τελικό της προορισμό. Αλλά και για την πλειοψηφία όσων παραμένουν στην Ελλάδα, η επαφή στο πεδίο αναδεικνύει ότι η ζωή στη χώρα μας για τα άτομα αυτά αποτελεί μια μεταβατική περίοδο με σαφή χρονικό ορίζοντα που σχετίζεται με την εύλογη επιθυμία τους να συγκεντρώσουν κάποια χρήματα για να συντηρήσουν οικονομικά τις πολυπληθείς οικογένειες στις χώρες καταγωγής τους και εν συνεχεία να επιστρέψουν σε αυτές. Ακόμα και το μέχρι πρόσφατα θεωρούμενο επιτυχημένο παράδειγμα ένταξης πολιτών τρίτης χώρας στην Ελλάδα, αυτό των υπηκόων Αλβανίας, μετά την αποχώρηση ή επαναπατρισμό περί των 250.000 Αλβανών την τελευταία δεκαετία και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πανδημίας, αναδεικνύει τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο να βασιστεί η χάραξη εθνικής πολιτικής για το δημογραφικό βασιζόμενη εξολοκλήρου στην υπόθεση εργασίας σύμφωνα με την οποία: όσοι έρθουν τελικώς και θα παραμείνουν.
Υπό το πρίσμα αυτό, ιδιαίτερα επίκαιρη καθίσταται η κλασική κοινωνιολογική σκέψη αναφορικά με τη συνοχή του κοινωνικού ιστού και τις πιθανές συνέπειες που θα προκαλέσει η υπέρβαση των ορίων της. Ειδικότερα, ο Émile Durkheim, έχοντας επισημάνει ότι η σταθερότητα μιας κοινωνίας εδράζεται σε ένα συλλογικό αίσθημα ταυτότητας, το οποίο προϋποθέτει καθολικές αρχές και κοινά αξιακά πρότυπα, αναδεικνύει ότι η τυχόν διατάραξη αυτής της ευαίσθητης ισορροπίας δύναται να επιφέρει κοινωνικές δυσλειτουργίες και φαινόμενα ανομίας (Durkheim, 1984). Εν προκειμένω, η μονόπλευρη έμφαση στην εφαρμογή πολιτικών εξισορρόπησης της δημογραφικής υστέρησης με εισαγόμενους πληθυσμούς, χωρίς την παράλληλη λήψη ουσιαστικών μέτρων ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, αναμένεται να προκαλέσει σε τμήματα του υφιστάμενου πληθυσμού αισθήματα παραμέλησης, αδικίας και ανασφάλειας, γεγονός που με τη σειρά του θα οδηγήσει αλυσιδωτά στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, στη χαλάρωση των δεσμών του κοινωνικού συνόλου και τελικώς στην περαιτέρω ένταση των κοινωνικών προβλημάτων, στην επίλυση των οποίων υποτίθεται θα συνεισέφεραν τα σχετικά μέτρα.
Συμπληρωματικά, η θεωρία του Robert Putnam περί κοινωνικού κεφαλαίου ρίχνει πρόσθετο φως στις δομικές ελλείψεις των προαναφερθεισών τεχνοκρατικών λύσεων. Σύμφωνα με τον Putnam, η κοινωνική ενότητα βασίζεται στην ισομερή ανάπτυξη και ισορροπία τόσο των ενδο-κοινωνικών δεσμών (bonding capital) όσο και στην εδραίωση των κατάλληλων γεφυρωτικών συνδέσμων μεταξύ ετερόκλητων ομάδων (bridging capital). Στην περίπτωση που οι ληφθείσες πολιτικές αποφάσεις, ωστόσο, δημιουργούν την αίσθηση της δυσανάλογης ευνοϊκής μεταχείρισης (favoritism) των νεοεισερχόμενων σε βάρος των υπαρχόντων, αναμένονται εξίσου φαινόμενα αδιαφορίας και αποστασιοποίησης από τη συλλογική ζωή ιδιαίτερα όταν οι αποφάσεις αυτές ιδωθούν υπό το πρίσμα της επιβολής από αλλότριες «ελίτ» που δεν συμμερίζονται τις υπαρξιακές ανησυχίες της κοινωνικής βάσης (Putnam, 2000).
Εν κατακλείδι, το δημογραφικό πρόβλημα θα απασχολήσει τα επόμενα χρόνια τους ειδικούς και τους κυβερνώντες τη χώρα, και θα απαιτήσει άμεσες και δραστικές λύσεις ανάσχεσης του φαινομένου έτσι ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω πληθυσμιακή κατάρρευση της χώρας και η δημοσιονομική της αποστράγγιση. H μετανάστευση, σε αυτό το πλαίσιο, της κάλυψης δηλαδή των κενών της αγοράς εργασίας και της αναζωογόνησης του πληθυσμού, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματικό και όχι πρωταρχικό εργαλείο. Λόγω της πολυπαραγοντικής φύσης του ζητήματος, η διαχείριση δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά σε ποσοτικές εξισώσεις και μαθηματικές προσεγγίσεις αλλά απαιτεί, όπως κάθε κοινωνικό πρόβλημα, ανθρωποκεντρικές προσεγγίσεις και μια ολιστική θεώρηση που θα εγγυάται ταυτόχρονα τη δημογραφική βιωσιμότητα και τη διατήρηση του κοινωνικού ιστού.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Durkheim, É. (1984). The division of labor in society. The Macmillan Press Ltd.
Putnam, R.D. (2000), Bowling Alone. The Collapse and Revival of American Community. Simon & Schuster, New York, NY.
Durkheim, É. (1984). The division of labor in society. The Macmillan Press Ltd.
Putnam, R.D. (2000), Bowling Alone. The Collapse and Revival of American Community. Simon & Schuster, New York, NY.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα