Ο Τραμπ έχασε το Κογκρέσο, ο Ρούμπιο «κοιτάζει» τον Λευκό Οίκο: Το M.A.G.A. αναζητά τον επόμενο ηγέτη του και η κούρσα για την προεδρία το 2028 ξεκινά

Ο Τραμπ έχασε το Κογκρέσο, ο Ρούμπιο «κοιτάζει» τον Λευκό Οίκο: Το M.A.G.A. αναζητά τον επόμενο ηγέτη του και η κούρσα για την προεδρία το 2028 ξεκινά

Το αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Independent για ενδεχόμενη αποχώρηση του Μάρκο Ρούμπιο από την κυβέρνηση, η κατηγορηματική διάψευση του Λευκού Οίκου και η αντιπαράθεση για το ποιος θα ηγηθεί του κινήματος M.A.G.A. το 2028

Ο Τραμπ έχασε το Κογκρέσο, ο Ρούμπιο «κοιτάζει» τον Λευκό Οίκο: Το M.A.G.A. αναζητά τον επόμενο ηγέτη του και η κούρσα για την προεδρία το 2028 ξεκινά
Η εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου δεν περιορίζεται στην απώλεια του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας.

Για πρώτη φορά μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η πολιτική κυριαρχία του στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος τίθεται αντιμέτωπη με μια κρίση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την αλλαγή της επικοινωνιακής στρατηγικής. Οι βαριές ήττες υποψηφίων που επέλεξε προσωπικά, η απομάκρυνση κρίσιμων εκλογικών ομάδων από το MAGA και η απώλεια παραδοσιακών ρεπουμπλικανικών προπυργίων έχουν ήδη ανοίξει τη συζήτηση για τη διαδοχή του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πληροφορίες περί ενδεχόμενης παραίτησης του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προκειμένου να προετοιμάσει την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές του 2028 αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Το δημοσίευμα του βρετανικου Independent, το οποίο επικαλείται πηγές από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, την Ουάσιγκτον και τη βρετανική κυβέρνηση, υποστηρίζει ότι ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας εξετάζει την αποχώρησή του από την κυβέρνηση Τραμπ, ώστε να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση του προεδρικού χρίσματος.
Ο Λευκός Οίκος και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ διέψευσαν κατηγορηματικά τις πληροφορίες. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής ανακοίνωση παραίτησης ούτε δημόσια επιβεβαίωση από τον ίδιο τον Ρούμπιο ότι προετοιμάζει προεδρική εκστρατεία.
Η δημοσιοποίηση, ωστόσο, των συγκεκριμένων σεναρίων δύο ημέρες μετά τις εκλογές έχει τη δική της πολιτική σημασία. Η συζήτηση στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουν τη νέα δημοκρατική πλειοψηφία στο Κογκρέσο. Αφορά και το εάν η απόλυτη ταύτιση με τον Τραμπ εξακολουθεί να αποτελεί το ισχυρότερο πολιτικό πλεονέκτημα για όποιον φιλοδοξεί να διεκδικήσει τον Λευκό Οίκο το 2028.

Οι αριθμοί μιας ήττας που υπερβαίνει την παραδοσιακή φθορά

Η έκταση της εκλογικής μεταβολής εξηγεί γιατί η αντιπαράθεση για το μέλλον του MAGA ξεκίνησε τόσο γρήγορα. Σύμφωνα με την καταμέτρηση και την ανάλυση του Reuters, οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν ποσοστά στο 99% των περίπου 2.200 κομητειών για τις οποίες είχαν συγκεντρωθεί επαρκή αποτελέσματα έως το πρωί της Τετάρτης. Η μέση υποχώρηση έφτασε τις οκτώ ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την επίδοση του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τον έλεγχο της Γερουσίας, με τουλάχιστον 54 έδρες έναντι 44 των Ρεπουμπλικανών κατά την τελευταία καταγραφή του Reuters, ενώ στη Βουλή των Αντιπροσώπων κατέγραψαν καθαρά κέρδη τουλάχιστον 30 εδρών. Η τελική έκταση της πλειοψηφίας τους παρέμενε υπό διαμόρφωση, καθώς ορισμένες αναμετρήσεις δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί.
Στο Κάνσας εξελέγη Δημοκρατικός γερουσιαστής για πρώτη φορά έπειτα από 94 χρόνια. Στο Τέξας, ο Τζέιμς Ταλαρίκο προηγούνταν του εκλεκτού του Τραμπ, Κεν Πάξτον, με διαφορά περίπου 12 μονάδων. Στη Νότια Καρολίνα και στη Βόρεια Καρολίνα ηττήθηκαν επίσης υποψήφιοι που είχαν την προσωπική υποστήριξη του Προέδρου.
Η μετατόπιση ήταν ιδιαίτερα έντονη στους ισπανόφωνους ψηφοφόρους. Σε 64 κομητείες με ισπανόφωνη πλειοψηφία και εκλογές για τη Γερουσία, το ποσοστό των Ρεπουμπλικανών υποχώρησε κατά 14 μονάδες σε σχέση με το ποσοστό που είχε συγκεντρώσει ο Τραμπ το 2024. Στην κομητεία Ιδάλγο του Τέξας η πτώση έφτασε περίπου τις 25 μονάδες.
Τα συγκεκριμένα ευρήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η εκλογική νίκη του 2024 είχε βασιστεί εν μέρει στην επέκταση της απήχησης του Τραμπ πέρα από τον παραδοσιακό συντηρητικό πυρήνα, ιδιαίτερα μεταξύ ισπανόφωνων ψηφοφόρων, νεότερων ηλικιών και εργατικών στρωμάτων. Η υποχώρηση που καταγράφηκε δύο χρόνια αργότερα θέτει υπό αμφισβήτηση τη σταθερότητα αυτής της διευρυμένης εκλογικής συμμαχίας.
Ο ίδιος ο Τραμπ είχε ζητήσει από τους ψηφοφόρους να αντιμετωπίσουν τις ενδιάμεσες εκλογές σαν να ήταν υποψήφιος. Η επιλογή αυτή είχε στόχο την κινητοποίηση της προσωπικής του βάσης, αλλά συνέδεσε ακόμη περισσότερο τους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους με τον απολογισμό της προεδρίας του.
Το εκλογικό αποτέλεσμα ενίσχυσε έτσι την πίεση προς τον Πρόεδρο, ο οποίος είχε μετατρέψει την προσωπική του υποστήριξη σε καθοριστικό κριτήριο για την επιλογή υποψηφίων. Το Reuters επισημαίνει ότι η προτίμησή του σε πολιτικούς με ισχυρή ιδεολογική ταύτιση και προσωπική αφοσίωση δεν απέδωσε στις πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί χρειάζονταν ευρύτερη εκλογική απήχηση.

Το Ιράν, η οικονομία και το κόστος της πολιτικής Τραμπ

Η αναζήτηση των αιτιών της ήττας έχει ήδη ξεκινήσει στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πόλεμος με το Ιράν και οι οικονομικές συνέπειές του, ιδιαίτερα η αύξηση των τιμών της ενέργειας και του κόστους διαβίωσης.
Οι αναλύσεις του Reuters και του Associated Press καταγράφουν την έντονη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και τη συνολική οικονομική πορεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους, σύμφωνα με τα εκλογικά δεδομένα που επικαλείται το Reuters, θεώρησαν το κόστος ζωής σημαντικό παράγοντα για την ψήφο τους.
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει επιβαρύνει αυτή την εικόνα. Για μεγάλο μέρος της ρεπουμπλικανικής βάσης, που είχε υποστηρίξει τον Τραμπ και την υπόσχεσή του να αποφύγει νέες μακροχρόνιες στρατιωτικές εμπλοκές στη Μέση Ανατολή, η σύγκρουση δημιούργησε μια δύσκολη πολιτική αντίφαση.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς αναγνώρισε δημόσια ότι ο πόλεμος αποτέλεσε καθοριστική αιτία της εκλογικής ήττας. Σε παρέμβασή του μετά τις εκλογές απέδωσε την απώλεια των ρεπουμπλικανικών πλειοψηφιών στην πολεμική εμπλοκή, καλώντας ουσιαστικά το κόμμα να συζητήσει το κόστος της συγκεκριμένης επιλογής.
Η τοποθέτηση αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή προέρχεται από τον άνθρωπο που επί μεγάλο διάστημα αντιμετωπιζόταν ως ο φυσικός πολιτικός διάδοχος του Τραμπ. Ο Βανς είχε στηρίξει δημόσια την κυβερνητική πολιτική, παρά τις επιφυλάξεις που είχε εκφράσει στο παρελθόν για νέους πολέμους στη Μέση Ανατολή. Μετά την εκλογική ήττα, επιχείρησε να αναδείξει τη δική του εκτίμηση για τις συνέπειες αυτής της στρατηγικής.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ποιος θα αναλάβει την πολιτική ευθύνη. Για το MAGA, ο πόλεμος, η ακρίβεια και η απογοήτευση με την οικονομική πολιτική συνδέονται πλέον με ένα ευρύτερο ερώτημα: ποιο μέρος του προγράμματος Τραμπ μπορεί να διατηρηθεί και ποιο χρειάζεται αναθεώρηση προκειμένου οι Ρεπουμπλικανοί να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων που έχασαν.

Ο Ρούμπιο και το ενδεχόμενο της πρώτης μεγάλης αποχώρησης

Σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα των Ντέιβιντ Μάντοξ και Άντριου Φάινμπεργκ στην Independent, ο Μάρκο Ρούμπιο βρίσκεται υπό παρακολούθηση ως προς το ενδεχόμενο παραίτησής του, καθώς συνεργάτες και πολιτικοί παράγοντες θεωρούν ότι θα χρειαστεί να αποδεσμευτεί από την κυβέρνηση για να προετοιμάσει μια προεδρική υποψηφιότητα.
Οι πληροφορίες δεν προέρχονται από μία μόνο πλευρά. Το βρετανικό δημοσίευμα επικαλείται υψηλόβαθμες ρεπουμπλικανικές πηγές στην Ουάσιγκτον, ανθρώπους από το περιβάλλον του υπουργού Εξωτερικών, αλλά και στελέχη της βρετανικής κυβέρνησης που παρακολουθούν τις κινήσεις του.
Ένας από τους συνομιλητές της εφημερίδας υποστηρίζει ότι ο Ρούμπιο θα πρέπει να αποστασιοποιηθεί από τον πόλεμο στο Ιράν και να αφήσει την πολιτική ευθύνη της σύγκρουσης στον Τραμπ. Άλλη πηγή εκτιμά ότι ο υπουργός Εξωτερικών δεν μπορεί να οργανώσει αποτελεσματικά μια προεδρική εκστρατεία όσο παραμένει δεσμευμένος από τις κυβερνητικές του υποχρεώσεις.
Η Independent μεταφέρει επίσης εκτιμήσεις περί πιθανής αποχώρησης τεσσάρων ή πέντε κυβερνητικών στελεχών στον απόηχο των εκλογών, πριν από την ανάληψη καθηκόντων από το νέο, ελεγχόμενο από τους Δημοκρατικούς Κογκρέσο τον Ιανουάριο.
Η προοπτική κοινοβουλευτικών ερευνών για τις κυβερνητικές αποφάσεις, τον πόλεμο με το Ιράν και την άσκηση εξωτερικής πολιτικής δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον για τα ανώτατα στελέχη της διοίκησης. Η παραμονή στην κυβέρνηση συνεπάγεται ότι θα χρειαστεί να υπερασπιστούν αποφάσεις οι οποίες βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, το ίδιο δημοσίευμα παρουσιάζει και διαφορετικές εκτιμήσεις. Πηγή από το εσωτερικό της κυβέρνησης αναφέρει ότι ο Ρούμπιο δεν έχει δώσει ενδείξεις επικείμενης παραίτησης, ενώ άλλοι συνομιλητές θεωρούν ότι η εκλογική ήττα μπορεί να τον οδηγήσει στην αντίθετη επιλογή: την παραμονή του, ώστε να συμβάλει στη διατήρηση της κυβερνητικής σταθερότητας.
Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν άμεση. Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Ντέιβις Ίνγκλ χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς αβάσιμες θεωρίες συνωμοσίας, διαβεβαιώνοντας ότι η ομάδα Τραμπ παραμένει ενωμένη γύρω από την πολιτική America First. Αντίστοιχα, ο αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Ντίλαν Τζόνσον απέρριψε το δημοσίευμα ως κατασκευασμένη είδηση που βασίζεται σε ανώνυμες πηγές.
Ο ίδιος ο Ρούμπιο, σε δηλώσεις του τον Σεπτέμβριο, είχε διαβεβαιώσει ότι δεν διαθέτει σχέδιο προεδρικής υποψηφιότητας και παραμένει απόλυτα προσηλωμένος στα καθήκοντά του.
Συνεπώς, οι πληροφορίες περί παραίτησης αποτελούν μέχρι στιγμής δημοσιογραφικά τεκμηριωμένο σενάριο, όχι επιβεβαιωμένη απόφαση.

Η σύγκρουση για την πολιτική κληρονομιά του MAGA

Η πολιτική διαδρομή του Ρούμπιο εξηγεί γιατί το όνομά του βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων για τη διαδοχή.
Ο πρώην γερουσιαστής της Φλόριντα υπήρξε αντίπαλος του Τραμπ στις εσωκομματικές προεδρικές εκλογές του 2016. Ακολούθησε μια σταδιακή προσέγγιση που κορυφώθηκε με την ανάληψη του υπουργείου Εξωτερικών και, στη συνέχεια, των καθηκόντων του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας.
Η συγκέντρωση αυτών των δύο κρίσιμων θέσεων τον κατέστησε ένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα της αμερικανικής κυβέρνησης, με άμεση πρόσβαση στον Πρόεδρο και ιδιαίτερη διεθνή προβολή.
Παράλληλα, όμως, ο Ρούμπιο διατήρησε πολιτικά χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τον σκληρό πυρήνα του τραμπισμού. Διαθέτει μακρά εμπειρία στην εξωτερική πολιτική, σχέσεις με την παραδοσιακή ρεπουμπλικανική ηγεσία και ένα διεθνές δίκτυο επαφών που δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην προσωπική του σχέση με τον Τραμπ.
Το βρετανικό δημοσίευμα αναφέρει ότι στελέχη της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμούν ιδιαίτερα τις ικανότητές του και τον αντιμετωπίζουν ως έναν δυνητικά ισχυρό προεδρικό υποψήφιο.
Η εικόνα αυτή μπορεί να αποτελέσει πλεονέκτημα σε μια μελλοντική προεκλογική εκστρατεία, αλλά δημιουργεί και έναν πολιτικό περιορισμό. Ο Ρούμπιο δεν μπορεί εύκολα να αποστασιοποιηθεί από την κυβέρνηση στην οποία κατέχει δύο από τις σημαντικότερες θέσεις εθνικής ασφάλειας. Η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν, τη Βενεζουέλα και την Κούβα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του δικού του κυβερνητικού απολογισμού.
Από την άλλη πλευρά, ο Βανς διαθέτει μια διαφορετική πολιτική σχέση με το MAGA. Η ταύτισή του με τον Τραμπ είναι περισσότερο ιδεολογική και στηρίζεται στην εθνικιστική, οικονομικά προστατευτική και αντιπαρεμβατική πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών.
Αυτή ακριβώς η στενή σχέση, ωστόσο, δημιουργεί δυσκολίες μετά τις εκλογές. Ο αντιπρόεδρος καλείται να διατηρήσει την υποστήριξη της τραμπικής βάσης, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να εξηγήσει πώς θα αντιμετωπίσει τις πολιτικές επιλογές που συνέβαλαν στην εκλογική ήττα.
Ο Ρούμπιο αντιμετωπίζει το αντίστροφο πρόβλημα. Μια πιθανή προεδρική υποψηφιότητα θα μπορούσε να στηριχθεί στην εμπειρία και στη δυνατότητα προσέγγισης ευρύτερων στρωμάτων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, χωρίς όμως να αποξενώσει τους ψηφοφόρους που εξακολουθούν να θεωρούν τον Τραμπ τον σημαντικότερο πολιτικό τους εκπρόσωπο.
Οι δύο άνδρες δεν έχουν ανακοινώσει υποψηφιότητα για το 2028. Η αντιπαράθεσή τους βρίσκεται προς το παρόν στο επίπεδο της πολιτικής προετοιμασίας, των δημόσιων τοποθετήσεων και των εκτιμήσεων που διατυπώνονται στο εσωτερικό του κόμματος.


Η εξουσία του Τραμπ παραμένει, αλλά το πολιτικό του σύστημα δοκιμάζεται

Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες των εκλογών είναι ότι η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται πλέον στους παραδοσιακούς αντιπάλους του Τραμπ.
Η πρώην στενή σύμμαχός του Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν υποστήριξε, σε συνέντευξή της στο αυστραλιανό ABC, ότι το κίνημα MAGA έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και ότι ο ίδιος ο Τραμπ φέρει την ευθύνη. Η δήλωση δεν αντιπροσωπεύει κατ' ανάγκην το σύνολο της ρεπουμπλικανικής βάσης, αποτυπώνει όμως τη δημόσια ρήξη που έχει εμφανιστεί ακόμη και μεταξύ πολιτικών οι οποίοι συνέβαλαν στην εδραίωση του τραμπισμού.
Η διάσταση αυτή είναι σημαντική. Για περισσότερο από μία δεκαετία, ο Τραμπ καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τους όρους της πολιτικής επιβίωσης στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η προσωπική του υποστήριξη μπορούσε να αναδείξει υποψηφίους στις προκριματικές εκλογές, ενώ η ανοιχτή αμφισβήτησή του συνεπαγόταν σοβαρό πολιτικό κόστος.
Οι εκλογές του 2026 ανέδειξαν τα όρια αυτού του μηχανισμού. Η αφοσίωση στον Πρόεδρο παρέμεινε ισχυρό στοιχείο της εσωκομματικής ταυτότητας, αλλά δεν αποδείχθηκε επαρκής για την εκλογική επικράτηση σε πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί χρειάζονταν ανεξάρτητους ψηφοφόρους και τμήματα του εκλογικού σώματος που είχαν υποστηρίξει τον Τραμπ το 2024.
Ακόμη και η προσπάθεια αναχάραξης εκλογικών περιφερειών, με στόχο την προστασία της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Βουλή, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Σύμφωνα με το Reuters, οι Δημοκρατικοί είχαν κερδίσει ή προηγούνταν στις 12 από τις 15 έδρες τις οποίες επιδίωξαν να επηρεάσουν οι Ρεπουμπλικανοί μέσω των νέων εκλογικών χαρτών.
Το αποτέλεσμα δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα στο εσωτερικό του MAGA. Η επιρροή του Τραμπ στους μηχανισμούς του κόμματος παραμένει ισχυρή, αλλά τα στελέχη που σχεδιάζουν την πολιτική τους πορεία μετά το 2028 έχουν πλέον περισσότερους λόγους να αναζητήσουν προσωπική εκλογική ταυτότητα.
Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ευρωπαϊκές προσωπικότητες της δεξιάς και της εθνικιστικής πολιτικής, οι οποίες είχαν επιδιώξει να συνδεθούν με τον Αμερικανό Πρόεδρο, εμφανίζονται πλέον περισσότερο επιφυλακτικές. Η Μαρίν Λεπέν και ο Ζορντάν Μπαρντελά στη Γαλλία, η Άλις Βάιντελ στη Γερμανία και ο Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία βρίσκονται αντιμέτωποι με τις πολιτικές συνέπειες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα του πολέμου στο Ιράν και της οικονομικής επιβάρυνσης που προκάλεσε.
Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί επομένως ερωτήματα και για τη διεθνή απήχηση του τραμπικού μοντέλου.

Το 2028 ξεκινά δύο χρόνια νωρίτερα

Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα αλλάξει ουσιαστικά τους όρους διακυβέρνησης στην Ουάσιγκτον.
Ο Τραμπ θα παραμείνει Πρόεδρος έως τη λήξη της θητείας του, τον Ιανουάριο του 2029, αλλά για τα επόμενα δύο χρόνια θα πρέπει να συνυπάρξει με μια Βουλή και μια Γερουσία που θα ελέγχονται από τους Δημοκρατικούς. Η νομοθετική του ατζέντα θα αντιμετωπίσει νέα εμπόδια, ενώ οι κοινοβουλευτικές επιτροπές θα έχουν τη δυνατότητα να διερευνήσουν αποφάσεις της κυβέρνησης και να καλέσουν υψηλόβαθμους αξιωματούχους σε ακροάσεις.
Η μεταβολή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για πολιτικούς όπως ο Ρούμπιο, οι οποίοι καλούνται να αποφασίσουν εάν θα παραμείνουν στην κυβέρνηση ή θα αρχίσουν να οικοδομούν την πολιτική παρουσία τους για την επόμενη προεδρική αναμέτρηση.
Η εκλογική αποτυχία έχει επιταχύνει μια διαδικασία που αναπόφευκτα θα ξεκινούσε όσο πλησίαζε το 2028. Ο Τραμπ δεν μπορεί, βάσει της 22ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, να εκλεγεί για τρίτη προεδρική θητεία. Η διαδοχή του αποτελεί επομένως δεδομένο πολιτικό ζήτημα, ανεξάρτητα από την εξέλιξη της σημερινής κυβερνητικής κρίσης.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, η πρόκληση είναι διπλή. Χρειάζεται να διατηρήσουν τη μεγάλη εκλογική βάση που δημιούργησε ο Τραμπ, αλλά και να ανακτήσουν τους ψηφοφόρους που απομακρύνθηκαν από το κόμμα στις ενδιάμεσες εκλογές.
Το ερώτημα είναι αν οι δύο στόχοι μπορούν να επιτευχθούν με την ίδια πολιτική συνταγή.
Ο Ρούμπιο και ο Βανς εκπροσωπούν διαφορετικές πιθανές απαντήσεις, χωρίς να έχει ακόμη ξεκαθαρίσει ποια κατεύθυνση θα επιλέξει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ο πρώτος συνδυάζει την εμπειρία της παραδοσιακής αμερικανικής δεξιάς με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Τραμπ. Ο δεύτερος εκφράζει περισσότερο τη συνέχεια της ιδεολογικής φυσιογνωμίας του MAGA.
Η συζήτηση για πιθανή παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών αποκτά βαρύτητα ακριβώς επειδή εμφανίζεται σε αυτή τη χρονική συγκυρία. Εάν επιβεβαιωθεί, θα αποτελέσει μία από τις πρώτες σημαντικές κινήσεις αναδιάταξης δυνάμεων μετά την εκλογική ήττα. Εάν διαψευστεί στην πράξη, η αντιπαράθεση για τη διαδοχή και την πολιτική πορεία του κόμματος θα συνεχιστεί.
Η προεδρία Τραμπ δεν έχει χάσει την εκτελεστική εξουσία. Έχει όμως χάσει το νομοθετικό πλεονέκτημα που της επέτρεπε να προωθεί την πολιτική της με ρεπουμπλικανικές πλειοψηφίες και, κυρίως, έχει υποστεί μια εκλογική ήττα που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη δυνατότητα του MAGA να αναπαράγει την επιτυχία του χωρίς τον ίδιο τον ιδρυτή του στην κορυφή του ψηφοδελτίου.
Από την Ουάσιγκτον, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από τον Τραμπ, ενώ έχει ήδη ξεκινήσει να συζητά την πολιτική του συνέχεια μετά από αυτόν.
Οι πληροφορίες για τον Ρούμπιο αποτελούν την πρώτη ένδειξη ότι η συζήτηση αυτή μπορεί σύντομα να αποκτήσει και συγκεκριμένες κυβερνητικές συνέπειες.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης