Αν και τα μεγάλα σκάνδαλα φαίνεται να ανήκουν στο παρελθόν, η Deutsche Bank φροντίζει να προσελκύει ακόμη το ενδιαφέρον της εισαγγελίας σε τακτική βάση. Τελευταίο κρούσμα για τον γερμανικό τραπεζικό κολοσσό, ήταν η χθεσινή έφοδος περίπου 70 ερευνητών στα κεντρικά της στη Φρανκφούρτη, στους περιβόητους «δίδυμους πύργους», με τις αρχές να ερευνούν αυτή τη φορά υπόθεση με φερόμενες συναλλαγές τύπου cum-cum, που πραγματοποίησε η θυγατρική της, Postbank. Πρόκειται για την δεύτερη επιδρομή των αρχών σε γραφεία της τράπεζας μέσα σε λίγες μέρες και την τρίτη από τον Ιανουάριο.
Σύμφωνα με πληροφορίες της Welt, η Εισαγγελία του Ντίσελντορφ ερευνά υπόθεση πιθανής φοροδιαφυγής, που σχετίζεται με συναλλαγές cum-cum και αποδίδει σε πρώην στελέχη της Postbank ότι, μέσω ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων φόρου εταιρειών κατά την περίοδο 2008-2010, προκάλεσαν ζημία στο γερμανικό Δημόσιο ύψους περίπου 375,9 εκατ. ευρώ. Οι εισαγγελικές αρχές εκτιμούν ότι μόνο για το 2008 η φερόμενη φορολογική ζημία ανέρχεται σε περίπου 93,6 εκατ. ευρώ, ενώ για το 2009 υπολογίζεται σε 139,1 εκατ. ευρώ και για το 2010 σε περίπου 143,2 εκατ. ευρώ.
Παρ’ ότι η Deutsche Bank απέκτησε τον έλεγχο της Postbank το 2010, προχώρησε στη νομική συγχώνευσή της το 2018 και ολοκλήρωσε την πλήρη επιχειρησιακή ενσωμάτωσή της στον όμιλο το 2024, σε μια διαδικασία που αποδείχθηκε ιδιαίτερα περίπλοκη και χρονοβόρα.
H ίδια η γερμανική τράπεζα, σε ανακοίνωσή της αναφέρει ότι «ερευνάται ως τρίτο μέρος στην υπόθεση αυτή και συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές».
Οι εισαγγελικές αρχές εκτιμούν ότι στα κεντρικά γραφεία της τράπεζας στη Φρανκφούρτη ενδέχεται να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που σχετίζονται με τις υπό διερεύνηση συναλλαγές της Postbank.
Στο πλαίσιο της έρευνας αναζητούνται, μεταξύ άλλων, εσωτερικά έγγραφα, ηλεκτρονική αλληλογραφία, εισηγήσεις προς το διοικητικό συμβούλιο, καθώς και φάκελοι από προηγούμενους φορολογικούς και διαχειριστικούς ελέγχους.
Οι συναλλαγές cum-cum αφορούν συνήθως την προσωρινή μεταβίβαση μετοχών γερμανικών εταιρειών από ξένους επενδυτές σε γερμανικές τράπεζες γύρω από την ημερομηνία καταβολής μερίσματος, ώστε να είναι δυνατή η επιστροφή ή η αποφυγή της παρακράτησης φόρου επί των μερισμάτων. Οι γερμανικές αρχές αμφισβητούν τη νομιμότητα τέτοιων πρακτικών όταν θεωρούν ότι είχαν καταχρηστικό χαρακτήρα.
Σε αντίθεση με τις συναλλαγές cum-ex, οι οποίες οδηγούσαν σε πολλαπλές επιστροφές φόρου, παρότι ο φόρος είχε καταβληθεί μόνο μία φορά, οι cum-cum στόχευαν κυρίως στην αποφυγή ή τη μείωση μίας και μόνο φορολογικής επιβάρυνσης από την παρακράτηση φόρου.
Διαβάστε περισσότερα στο newmoney.gr