Ακόμη και η καλύτερη συμφωνία ΗΠΑ- Ιράν δεν σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα αλλά μια προσωρινή παύση πυρός
Το Ιράν θα χρησιμοποιεί πάντα στα στενά του Ορμούζ σαν το βασικό του όπλο- Ο πόλεμος που άνοιξε η Ισλαμική Δημοκρατία με τη Δύση δεν κλείνει με ένα χαρτί, κλείνει μόνον όταν αλλάξει ο ίδιος ο χαρακτήρας του καθεστώτος που τον τροφοδοτεί
Η συζήτηση για μια πιθανή συμφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν έχει επανέλθει στο προσκήνιο με έναν γνώριμο τρόπο. Η Ουάσιγκτον αναζητά αποκλιμάκωση. Η Τεχεράνη θέλει ανταλλάγματα. Οι αγορές κοιτούν τα Στενά του Ορμούζ. Το Ισραήλ διαβάζει κάθε λέξη ως πιθανό κενό ασφαλείας και η διεθνής κοινότητα αναρωτιέται αν αυτή τη φορά υπάρχει πραγματικό περιθώριο για μια κανονική – πλήρη και συγκεκριμένη διευθέτηση.
Το πρόβλημα είναι ότι η απάντηση ίσως βρίσκεται αλλού. Όχι στο αν θα υπάρξει συμφωνία, αλλά στο τι ακριβώς μπορεί να πετύχει μια τέτοια συμφωνία.
Διότι ακόμη και αν η Τεχεράνη δεχθεί να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ, ακόμη κι αν υπάρξει κάποια νέα φόρμουλα περιορισμών στο πυρηνικό της πρόγραμμα, ακόμη κι αν ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίσει μια συμφωνία ως προσωπική διπλωματική επιτυχία, τίποτε από αυτά δεν αγγίζει τον βαθύτερο πυρήνα του προβλήματος: τη φύση της Ισλαμικής Δημοκρατίας και τη σταθερή στρατηγική της από το 1979 μέχρι σήμερα. Το κείμενο που χρησιμοποιείται ως βάση αυτής της ανάλυσης επιμένει ακριβώς σε αυτό: συμφωνία ή μη, η ιρανική πρόκληση προς την Αμερική θα διαρκέσει πέρα από τον Τραμπ.
Το λάθος της Δύσης - ποτέ δεν παίρνει στα σοβαρά τις ιδεολογίες
Υπάρχει ένα μάθημα που η Δύση συχνά μαθαίνει αργά. Όταν ένα καθεστώς ή ένα κίνημα δηλώνει ανοιχτά μακροπρόθεσμους ιδεολογικούς στόχους και δείχνει επανειλημμένα ότι είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει βία για να τους πετύχει, πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά.
Το είδαμε με την Αλ Κάιντα στο Ιράκ. Όταν ο Αϊμάν αλ Ζαουάχρι έγραφε στον Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι για τη δημιουργία ενός ισλαμικού χαλιφάτου, πολλοί το αντιμετώπισαν ως ακραία ρητορική χωρίς πρακτικό βάθος. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκντάντι κατέλαβε τη Μοσούλη και ανακοίνωσε την ίδρυση του Ισλαμικού Κράτους πάνω σε εδάφη εκατομμυρίων ανθρώπων.
Το ίδιο λάθος κινδυνεύει να επαναληφθεί με το Ιράν. Η Δύση συχνά διαβάζει την Τεχεράνη μέσα από το φίλτρο της τακτικής: κυρώσεις, διαπραγματεύσεις, οικονομική πίεση, στρατιωτική αποτροπή, εσωτερικές ισορροπίες. Όλα αυτά έχουν σημασία. Κανένα όμως δεν αρκεί από μόνο του για να εξηγήσει τη συνέχεια αλλά και την συνέπεια της ιρανικής συμπεριφοράς.
Η συνέχεια βρίσκεται στην ιδεολογία του καθεστώτος. Στην πεποίθηση ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι απλώς κράτος, αλλά επαναστατικό σχέδιο. Στην αποστολή των Φρουρών της Επανάστασης, στην εξαγωγή επιρροής, στη συστηματική υποστήριξη ένοπλων οργανώσεων, στην επιδίωξη εκδίωξης των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή στην άρνηση της νομιμοποίησης του Ισραήλ ως κράτους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν υπολογίζει το κόστος. Το υπολογίζει. Δεν σημαίνει ότι δεν διαπραγματεύεται. Διαπραγματεύεται και μάλιστα αποδεδειγμένα σκληρά. Δεν σημαίνει ότι δεν κάνει τακτικούς ελιγμούς. Τους κάνει διαρκώς. Σημαίνει όμως ότι οι ελιγμοί υπηρετούν μια σταθερή στρατηγική, όχι το αντίστροφο.
Οι Δημοκρατικοί έτειναν να πιστεύουν περισσότερο στη διπλωματία. Η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα, επί Μπαράκ Ομπάμα, αποτέλεσε την κορύφωση αυτής της σχολής σκέψης. Περιόρισε για ένα διάστημα κρίσιμες πτυχές του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Έδωσε χρόνο. Μείωσε έναν άμεσο κίνδυνο. Ωστόσο δεν άλλαξε την περιφερειακή συμπεριφορά της Τεχεράνης.
Οι Ρεπουμπλικανοί, αντιθέτως, έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στην πίεση, στις κυρώσεις και στη στρατιωτική αποτροπή. Η λογική της «μέγιστης πίεσης» στηρίχθηκε στην εκτίμηση ότι το Ιράν χρησιμοποιεί τη διπλωματία για να κερδίζει χρόνο, πόρους και επιχειρησιακή ευελιξία. Και οι δύο σχολές είχαν δίκιο σε κάτι και οι δύο έκαναν λάθος σε κάτι άλλο.
Η διπλωματία μπορεί να περιορίσει συγκεκριμένες δυνατότητες. Η πίεση μπορεί να αυξήσει το κόστος. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να καταστρέψουν υποδομές, διοικητικά κέντρα, πυραυλικά συστήματα, δίκτυα και να πλήξουν θεσμικά εξαφανίζοντας ηγετικές μορφές. Όμως καμία από αυτές τις μεθόδους δεν έχει μέχρι σήμερα αλλάξει τη βαθύτερη ιδεολογική πορεία του καθεστώτος.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά χάνεται στην αμερικανική συζήτηση. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι κάνει κάθε φορά η Ουάσιγκτον. Είναι τι είναι διατεθειμένη να συνεχίσει να κάνει η Τεχεράνη, ανεξάρτητα από το ποιος κάθεται στον Λευκό Οίκο.
Οι Φρουροί της Επανάστασης ως η μοναδική δύναμη
Το Ιράν δεν πρέπει να διαβάζεται μόνο μέσα από το υπουργείο Εξωτερικών, τον εκάστοτε πρόεδρό ή τις δημόσιες δηλώσεις των διαπραγματευτών του. Πρέπει να διαβάζεται μέσα από τη θέση που κατέχουν οι Φρουροί της Επανάστασης στο εσωτερικό του συστήματος.
Οι Φρουροί δεν είναι συμβατικός στρατός. Είναι ο θεσμός που ιδρύθηκε για να προστατεύει την επανάσταση στο εσωτερικό και να την προωθεί στο εξωτερικό. Η Δύναμη Κουντς υπήρξε για δεκαετίες το εργαλείο αυτής της εξαγωγής ισχύος. Από τον Λίβανο μέχρι το Ιράκ, από τη Συρία μέχρι την Υεμένη, το Ιράν επένδυσε σε δίκτυα που μπορούσαν να λειτουργούν ως προέκταση της στρατηγικής του χωρίς να εμφανίζεται πάντα το ίδιο στην πρώτη γραμμή.
Η Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ στα παλαιστινιακά εδάφη. Οι σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και στη Συρία. Οι Χούθι στην Υεμένη. Όλα αυτά δεν είναι τυχαία, αποσπασματικά εργαλεία. Είναι στοιχεία μιας αρχιτεκτονικής πίεσης.
Αυτή η αρχιτεκτονική επέτρεψε στην Τεχεράνη να πιέζει το Ισραήλ, να απειλεί αμερικανικές δυνάμεις, να διαταράσσει θαλάσσιες οδούς, να επηρεάζει κυβερνήσεις και να ανεβάζει ή να χαμηλώνει την ένταση ανάλογα με τη συγκυρία. Η αξία αυτού του μοντέλου είναι ακριβώς η ευελιξία του. Το Ιράν μπορεί να δρα άμεσα, έμμεσα ή υβριδικά. Αυτό φάνηκε καθαρά μετά την 7η Οκτωβρίου 2023.
Η 7η Οκτωβρίου ως σημείο καμπής
Η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ δεν ήταν απλώς μια τρομοκρατική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας. Ήταν η στιγμή κατά την οποία φάνηκε σε πλήρη έκταση το βάθος του ιρανικού δικτύου. Η Χαμάς, εξοπλισμένη και υποστηριγμένη επί χρόνια από την Τεχεράνη, προκάλεσε το μεγαλύτερο τραύμα στην ισραηλινή ασφάλεια από την ίδρυση του κράτους. Η ιρανική ηγεσία δεν καταδίκασε την επίθεση. Τη χαιρέτισε ως πράξη «αντίστασης».
Ακολούθησε η ενεργοποίηση πολλαπλών μετώπων. Η Χεζμπολάχ άρχισε να χτυπά το βόρειο Ισραήλ. Οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές σε Ιράκ και Συρία επιτέθηκαν σε αμερικανικές δυνάμεις. Οι Χούθι έβαλαν στο στόχαστρο εμπορικά πλοία και αμερικανικά ναυτικά μέσα στην Ερυθρά Θάλασσα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι όλα αυτά δεν δημιουργήθηκαν μετά την 7η Οκτωβρίου. Προϋπήρχαν. Η 7η Οκτωβρίου απλώς αποκάλυψε πόσο λειτουργική είχε γίνει αυτή η περιφερειακή μηχανή. Από εκείνη τη στιγμή, το Ισραήλ άλλαξε δόγμα. Η παλιά λογική της περιορισμένης αποτροπής δεν αρκούσε πλέον. Το ισραηλινό κράτος άρχισε να κινείται με πιο προληπτική λογική. Όχι μόνο απέναντι στους πληρεξουσίους της Τεχεράνης, αλλά και απέναντι στην ίδια την ιρανική υποδομή ισχύος.
Ο Τραμπ και τα όρια της ισχύος
Ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που χτύπησε απευθείας τόσο ψηλά στην ιρανική στρατιωτική πυραμίδα. Η εξόντωση του Κασέμ Σολεϊμανί το 2020 ήταν μια πρώτη πράξη. Έδειξε ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να ξεπεράσει προηγούμενα όρια. Να πάει πέρα από την αναλογική απάντηση. Να πλήξει το πρόσωπο που είχε χτίσει μεγάλο μέρος της περιφερειακής ιρανικής μηχανής.
Αργότερα, οι αμερικανικές επιχειρήσεις σε ιρανικό έδαφος και τα χτυπήματα σε στρατιωτικές και πυρηνικές υποδομές έδειξαν ότι η στρατιωτική πίεση μπορεί να έχει χειροπιαστά αποτελέσματα. Μπορεί να καθυστερήσει προγράμματα. Να διαλύσει κόμβους. Να υποχρεώσει την Τεχεράνη να προσαρμοστεί. Αλλά εδώ βρίσκεται και το όριο.
Η τακτική επιτυχία δεν είναι απαραίτητα στρατηγική λύση. Μπορείς να καταστρέψεις εγκαταστάσεις. Μπορείς να σκοτώσεις διοικητές. Μπορείς να μειώσεις δυνατότητες. Δεν μπορείς όμως εύκολα να αλλάξεις το DNA ενός καθεστώτος, εάν αυτό δεν πιεστεί πολιτικά από μέσα ή δεν αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει τον ίδιο τον εαυτό του.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει τώρα. Παρά τα πλήγματα, το ιρανικό σύστημα δεν δείχνει να εγκαταλείπει τη στρατηγική του. Αντιθέτως, σκληρότεροι μηχανισμοί μέσα στο καθεστώς εμφανίζονται να αποκτούν μεγαλύτερο βάρος. Η πίεση δεν μετριάζει πάντα ένα επαναστατικό σύστημα. Μερικές φορές το κλείνει περισσότερο στον εαυτό του.
Τα Στενά του Ορμούζ - συμφωνία για τη ροή, όχι για την ειρήνη
Γι’ αυτό η συζήτηση για τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να διαβαστεί σωστά. Το άνοιγμα του θαλάσσιου περάσματος θα ήταν ασφαλώς μια κρίσιμη εξέλιξη. Θα μείωνε την πίεση στις αγορές ενέργειας. Θα καθησύχαζε τους συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο. Θα έδινε στον Τραμπ τη δυνατότητα να παρουσιάσει μια άμεση επιτυχία. Θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να εμφανιστεί όχι ως ηττημένη, αλλά ως δύναμη που διαπραγματεύεται από θέση ελέγχου πάνω σε έναν παγκόσμιο ενεργειακό κόμβο. Όμως το άνοιγμα των Στενών δεν είναι ειρήνη. Είναι διαχείριση κινδύνου.
Ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία, το Ιράν θα επιχειρήσει να διατηρήσει έναν βαθμό μόχλευσης στη ναυσιπλοΐα. Όχι απαραίτητα με γενικευμένο αποκλεισμό. Αλλά με απειλές, καθυστερήσεις, επιλεκτικό έλεγχο, ναυτικές κινήσεις, ναρκοθέτηση, παρενοχλήσεις ή νομικο-πολιτικές αξιώσεις περί κυριαρχίας και διαχείρισης.
Για την Τεχεράνη, τα Στενά δεν είναι απλώς γεωγραφία. Είναι μέσο ισχύος. Είναι το σημείο στο οποίο ένα καθεστώς υπό πίεση μπορεί να θυμίζει στον κόσμο ότι η δική του ασφάλεια δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.
Αυτό είναι το βασικό μήνυμα που θέλει να στείλει το Ιράν: αν η Δύση απειλεί την επιβίωση ή την ισχύ της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τότε το κόστος δεν θα μείνει εντός των ιρανικών συνόρων.
Το πυρηνικό πρόγραμμα ως μόνιμη σκιά
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι το πυρηνικό πρόγραμμα. Εδώ η δυσκολία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Μια συμφωνία μπορεί να περιλαμβάνει νέους περιορισμούς, επιθεωρήσεις ή χρονοδιαγράμματα. Μπορεί να επιβραδύνει την πορεία. Μπορεί να δημιουργήσει ένα μεταβατικό πλαίσιο. Όμως η κρίσιμη ερώτηση είναι και πάλι άλλη: έχει το ιρανικό καθεστώς αποφασίσει στρατηγικά να εγκαταλείψει την επιλογή της πυρηνικής ισχύος ή απλώς παζαρεύει τον ρυθμό, το κόστος και τη διεθνή ανοχή;
Η εμπειρία δείχνει ότι η δεύτερη εκδοχή είναι πιθανότερη. Το Ιράν βλέπει το πυρηνικό πρόγραμμα ως ασφάλεια καθεστώτος, ως εργαλείο κύρους και ως μηχανισμό αποτροπής. Όσο αισθάνεται περικυκλωμένο από τις ΗΠΑ, απειλούμενο από το Ισραήλ και πιεζόμενο οικονομικά, δύσκολα θα εγκαταλείψει πλήρως ένα πρόγραμμα που του δίνει στρατηγική βαρύτητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διπλωματία είναι άχρηστη. Σημαίνει ότι δεν πρέπει να «υπερπωλείται». Μπορεί να κερδίσει χρόνο. Μπορεί να μειώσει τον άμεσο κίνδυνο. Μπορεί να ανοίξει κανάλια επικοινωνίας. Αλλά δεν λύνει το θεμελιώδες ερώτημα της ιρανικής πρόθεσης.
Γιατί ο πόλεμος θα επιστρέφει
Το πιθανότερο σενάριο, ακόμη και μετά από μια συμφωνία, δεν είναι μια καθαρή ειρήνη. Είναι ένας κύκλος. Αντιπαράθεση, αποκλιμάκωση, νέα κρίση, νέα διαπραγμάτευση, νέα σύγκρουση.
Το Ιράν θα συνεχίσει να επενδύει σε πυραύλους, drones, πληρεξουσίους και υβριδικά μέσα. Το Ισραήλ θα συνεχίσει να χτυπά απειλές πριν αυτές ωριμάσουν πλήρως. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να προστατεύουν βάσεις, συμμάχους, θαλάσσιες οδούς και ενεργειακές ροές. Κάθε πλευρά θα θεωρεί τις κινήσεις της αμυντικές. Κάθε πλευρά θα τις διαβάζει ως επιθετικές όταν προέρχονται από τον αντίπαλο.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο είδος σύγκρουσης. Όχι ο ολοκληρωτικός πόλεμος που ξεσπά μία φορά. Αλλά ο μόνιμος πόλεμος χαμηλής, μεσαίας και κατά διαστήματα υψηλής έντασης. Ένας πόλεμος που δεν τελειώνει επειδή καμία πλευρά δεν μπορεί να αποδεχθεί πλήρως τους όρους ασφαλείας της άλλης.
Η Τεχεράνη θέλει την Αμερική εκτός Μέσης Ανατολής και το Ισραήλ σε μόνιμη πίεση. Το Ισραήλ δεν μπορεί να αποδεχθεί ένα Ιράν με πυρηνικό οπλοστάσιο και δίκτυο περικύκλωσης. Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αφήσει τον Περσικό Κόλπο και τις θαλάσσιες οδούς να μετατραπούν σε ιρανικό διαπραγματευτικό όμηρο.
Αυτές οι τρεις πραγματικότητες δεν συμβιβάζονται εύκολα.
Αν ο Τραμπ φτάσει σε συμφωνία με το Ιράν, θα έχει πετύχει κάτι σημαντικό σε τακτικό επίπεδο. Θα έχει μειώσει την άμεση ένταση. Θα έχει ανοίξει ξανά, έστω υπό όρους, μια κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία. Θα έχει περιορίσει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης ενεργειακής κρίσης. Θα έχει αγοράσει πολιτικό και διπλωματικό χρόνο. Αλλά δεν θα έχει λύσει το ιρανικό πρόβλημα.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα Στενά του Ορμούζ. Δεν είναι μόνο ο εμπλουτισμός ουρανίου. Δεν είναι μόνο οι Φρουροί της Επανάστασης. Δεν είναι μόνο η Χεζμπολάχ, οι Χούθι ή οι πολιτοφυλακές στο Ιράκ.
Είναι όλα αυτά μαζί, δεμένα σε μια ιδεολογική και στρατηγική συνέχεια που ξεκινά από το 1979 και φτάνει μέχρι σήμερα.
Η συμφωνία μπορεί να σταματήσει ένα επεισόδιο. Μπορεί να χαμηλώσει τη φωτιά. Μπορεί να δώσει στις αγορές την ανάσα που αναζητούν και στον Λευκό Οίκο την εικόνα ελέγχου που χρειάζεται. Δεν μπορεί όμως να καταργήσει την κεντρική αντίφαση: ένα επαναστατικό καθεστώς που θεωρεί την αμερικανική παρουσία και την ισραηλινή ασφάλεια εμπόδια στην αποστολή του.
Γι’ αυτό η επόμενη ημέρα δεν θα είναι επιστροφή στην κανονικότητα. Θα είναι επιστροφή στη γνωστή Μέση Ανατολή. Με λιγότερη ένταση για ένα διάστημα, περισσότερη διπλωματία στην επιφάνεια και την ίδια σύγκρουση να κινείται από κάτω.
Το Ιράν μπορεί να υπογράψει. Η Αμερική μπορεί να ανακοινώσει. Το Ισραήλ μπορεί να περιμένει. Αλλά ο πόλεμος που άνοιξε η Ισλαμική Δημοκρατία με τη Δύση δεν κλείνει με ένα χαρτί. Κλείνει μόνο όταν αλλάξει ο ίδιος ο χαρακτήρας του καθεστώτος που τον τροφοδοτεί.
Η JURA, το κορυφαίο brand αυτόματων μηχανών, φέρνει στην Ελλάδα μια νέα προσέγγιση στην εμπειρία του καφέ, βασισμένη στην τεχνολογία αιχμής και την υψηλή τεχνογνωσία.
Σήμερα, οι επιχειρήσεις δεν αναζητούν απλώς θεωρητικές γνώσεις, αλλά ανθρώπους που μπορούν να ενταχθούν άμεσα στην παραγωγή, να χειριστούν σύγχρονες τεχνολογίες και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός περιβάλλοντος που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς
Αυτό το καλοκαίρι, επιλέγουμε λιγότερα αλλά καλύτερα. Και όταν η τεχνολογία συνδυάζει μικρό μέγεθος, κορυφαία απόδοση και έξυπνο σχεδιασμό, γίνεται ο πιο χρήσιμος συνοδοιπόρος σε κάθε απόδραση.