Η Βόρεια Ήπειρος και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

vorei-ipiros-5

Η εθνολογική σύνθεση της Ηπείρου - Η στάση των Συμμάχων - Το Μ.Α.Β.Η., ο Ε.Δ.Ε.Σ. και το Ε.Α.Μ. - Ο Χότζα και η ίδρυση του κομμουνιστικού αλβανικού κράτους

Μετά την πρόσφατη συμφωνία της χώρας μας με τη FYROM για το όνομα, την εθνικότητα και τη γλώσσα των κατοίκων του γειτονικού κράτους, φαίνεται ότι παίρνουν σειρά και άλλα εθνικά θέματα. Ένα από αυτά είναι το ζήτημα των ελληνοαλβανικών σχέσεων.

Ο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς δήλωσε στις 13/6/2018: «Πριν πάω διακοπές θα έχω λύσει και τις εκκρεμότητες με την Αλβανία» (μετά την συνάντησή του με τον Ρώσο Υπ. Εξ. Σεργκέι Λαβρόφ) ενώ και ο Αλβανός ομόλογός του Ντιτμίρ Μπουσάτι τόνισε: «Εμάς μας ενδιαφέρει να κλείσουμε όλα τα ανοικτά ζητήματα με τους γείτονές μας και στην περίπτωση αυτή με την Ελλάδα, όπως είναι και προς το συμφέρον της Ελλάδας να κλείσει τα ζητήματα με την Αλβανία και όχι να επισπεύσουμε τη διαδικασία μέχρι τις 29 Ιουνίου».

Πρόκειται για το ζήτημα της ΑΟΖ και της οριοθέτησης των θαλασσίων συνόρων, την άρση του εμπολέμου, τους εφαρμοστικούς νόμους σχετικά με την ελληνική μειονότητα και την αλλαγή των σχολικών βιβλίων, όπως έγραψε το protothema.gr στις 29/3/2018. Μήπως όμως υπάρχουν και κάποια άλλα πράγματα που δεν γνωρίζουμε;

Υπάρχει όμως και μία άλλη παλαιότερη δήλωση του Αλβανού Υπ. Εξ. σύμφωνα με την οποία: «Έχουμε επίσης θέματα χερσαίων συνόρων, όχι για τα ίδια τα σύνορα, αλλά ζητήματα που σχετίζονται με τη συντήρησή τους και τον καλύτερο καθορισμό των κανόνων των χερσαίων συνόρων (12/01/2018)».

Αυτό για τα χερσαία σύνορα είναι κάτι εντελώς καινούργιο. Ετοιμάζεται κάτι και μάλιστα εν κρυπτώ; Ελπίζουμε να μην βρεθούμε πάλι μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις, όπως με τη συμφωνία με τη FYROM…

vorei-ipiros-2


Η ιταλική εισβολή στην Αλβανία-Η πληθυσμιακή σύνθεση της Ηπείρου

Με το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου έχουμε ασχοληθεί ακροθιγώς σε προηγούμενα άρθρα μας. Πρόκειται για μία πραγματικά μαρτυρική περιοχή, που ελευθερώθηκε τρεις φορές από τον Ελληνικό Στρατό από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων ως τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1941, αλλά αποδόθηκε και στη συνέχεια παρέμεινε στην Αλβανία παρά τις υποσχέσεις που έλαβε κατά καιρούς η χώρα μας.

Η Βόρειος Ήπειρος με 30 επαναστατικά κινήματα στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας ''μπήκε'' στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων επανειλημμένα. Πιο πρόσφατα είναι όσα έγιναν το 1946 στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης και είναι ενδεικτικά της αντιμετώπισης της Ελλάδας από τους ''συμμάχους''.

Ας δούμε το χρονικό των γεγονότων από το 1939 έως το 1946.

Τη Μεγάλη Παρασκευή 7 Απριλίου 1939 ιταλικά στρατεύματα υπό τον Στρατηγό Alfredo Guzzoni αποβιβάστηκαν στα λιμάνια της Αλβανίας και σύντομα κατέλαβαν όλη τη χώρα. Οι συνολικές απώλειες και από τις δύο πλευρές ήταν 13 νεκροί.

Ο τότε βασιλιάς της Αλβανίας Ζώγου κατέφυγε στη χώρα μας, η οποία για να αποφύγει οποιαδήποτε διένεξη με την Ιταλία, φρόντισε να τον στείλει στο εξωτερικό. Στις 12 Απριλίου το αλβανικό κοινοβούλιο τάχθηκε υπέρ της ένωσης της Ιταλίας με την Αλβανία και στη συνέχεια διαλύθηκε... Προσωρινά την εξουσία ασκούσε ο Σεφκέτ Βελάτσι. Οι ένοπλες δυνάμεις και οι διπλωματικές υπηρεσίες της Αλβανίας τέθηκαν κάτω από τις διαταγές των Ιταλών. Στις 16 Απριλίου μια επιτροπή των Ιταλών πήγε στο Κυρηνάλιο Μέγαρο και πρόσφερε το στέμμα της χώρας στον Ιταλό βασιλιά Βίκτωρ- Εμμανουήλ Γ', ο οποίος όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Δρα Ι. Παπαφλωράτου '' Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ'' ,ήταν αντίθετος στην κατάλυση της αλβανικής ανεξαρτησίας, θεωρώντας ότι δεν άξιζε τον κόπο να διακινδυνεύσει η χώρα του τη διατάραξη των διεθνών της σχέσεων για ''τέσσερις βράχους'' (Barbara Jelavich, ''History of the Balkans'' VII (Twentieth Century), 1999 και Α. Κύρου ''Οι Βαλκανικοί Γείτονές μας'').

Ο Αχμέτ Ζώγου
zogoy-01


Στις 3 Ιουνίου 1939 ο αλβανικός στρατός ενσωματώθηκε στον ιταλικό ενώ παράλληλα ξεκίνησε μία προπαγάνδα υπέρ των δήθεν καταπιεσμένων Τσάμηδων. Στις 10 Ιουνίου 1940 η Ιταλία μπήκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια μέρα τα Τίρανα αποφάσισαν πως το Βασίλειο της Αλβανίας θα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τις χώρες που ήταν σε πόλεμο με τη Ιταλία κάτι που κυρώθηκε με τον αλβανικό νόμο 319 (4/7/1940).

Τον Οκτώβριο του 1940 ορισμένα αλβανικά τάγματα (ο ακριβής αριθμός τους δεν είναι γνωστός, οι πηγές αναφέρουν από 5 έως 14 τάγματα) πήραν μέρος στην ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Σταδιακά όμως διαλύθηκαν. Είναι γνωστό πως ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε μια σειρά από πόλεις. Κορυτσά (21/11/1940), Άγιους Σαράντα, Αργυρόκαστρο (8/12/1940) κλπ. Οι Αλβανοί εμφανίστηκαν ξανά στο προσκήνιο μετά την κατάληψη της χώρας μας από τα γερμανικά στρατεύματα. Η 'Ηπειρος όπως και άλλες περιοχές της Ελλάδας περιήλθε στον έλεγχο των Ιταλών, οι οποίοι είχαν δώσει πολλές υποσχέσεις στους Αλβανούς να τους παραχωρήσουν ολόκληρη την περιοχή. Τότε σημειώνονται και έκτροπα από Τσάμηδες της Θεσπρωτίας (δολοφονίες και σφετερισμός της κινητής και ακίνητης περιουσίας πολλών Ελλήνων κλπ). Οι Ιταλοί πήγαν στα Γιάννενα και συνάντησαν τον διευθυντή της Ζωσιμαίας Σχολής Χ. Σούλη, από τον οποίο ζητήθηκαν πληροφορίες για την εθνολογική σύνθεση της Ηπείρου και ιδιαίτερα για τους Αλβανούς και τους Κουτσόβλαχους. Μετά από λίγο καιρό ο Σούλης τους παρέδωσε ένα υπόμνημα με επίσημες στατιστικές (Δεκέμβριος 1941), το οποίο προηγουμένως είχε μεταφραστεί στα γαλλικά από τον δικηγόρο Χ. Λάππα. Οι Ιταλοί εντυπωσιάστηκαν από το κείμενο τόσο ώστε είπαν στον Λάππα ότι ''έσωσε την Ήπειρο από την προσάρτηση στην Αλβανία'' (Α. Π. Παπαθεοδώρου, ''Χρίστος Ι. Σούλης, το ''Τσάμικο'' και το ''Βορειοηπειρωτικό''). Το ίδιο κείμενο έστειλε ο Σούλης και στους Γερμανούς που διαδέχθηκαν τους Ιταλούς στην κατοχή της Ηπείρου μετά τη συνθηκολόγηση των γειτόνων μας με τους Συμμάχους (Σεπτέμβριος 1943). Οι Γερμανοί υποχρέωσαν τους Αλβανούς να περιορίσουν τη δράση τους εναντίον των Ελλήνων της Θεσπρωτίας. Το κείμενο αυτό αξιοποιήθηκε και στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης μετά τη λήξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Τότε δημοσιεύτηκε στα γαλλικά ένα τμήμα του από τη ''Βορειοηπειρωτική Ένωση Παρισίων'' (Union des Epirotes du Nord en France). Στο κείμενο αυτό μεταξύ άλλων ο Σούλης απέδειξε ότι από τους 350.000 κατοίκους που είχε η Ήπειρος εκείνη την εποχή (νομός Ιωαννίνων 150.000, νομός Άρτας 60.000, νομός Πρεβέζης 70.000 και νομός Θεσπρωτίας 70.000) οι Αλβανοί (έτσι τους χαρακτηρίζει) του νομού Θεσπρωτίας ήταν 19.505 (το 5% του συνολικού πληθυσμού της Ηπείρου), ενώ οι Κουτσόβλαχοι ήταν 11.447 (το 3% του πληθυσμού της Ηπείρου). Στη συνέχεια ο Χ. Σούλης προχώρησε στην ανάλυση της εθνολογικής σύστασης της Βορείου Ηπείρου. Κατά την τουρκική απογραφή του 1908 η Βόρεια Ήπειρος είχε 128.000 Έλληνες και 95.000 Αλβανούς. Στην απογραφή που έγινε το 1913 από την ελληνική Κυβέρνηση υπήρχαν 116.888 Έλληνες και 111.534 Αλβανοί. Τέλος, κατά την αλβανική απογραφή του 1927 υπήρχαν 123.959 Ορθόδοξοι και 139.453 Μωαμεθανοί. Σύμφωνα με τον Σούλη: «Η αλβανική κυβέρνησις ίνα συσκοτίσει τα πράγματα και αποκρύψει την αλήθειαν, αποκαλεί τους Έλληνας της Βορείου Ηπείρου Ορθοδόξους. Και είναι μεν αληθές ότι τινές τούτων δεν ομιλούν την ελληνικήν γλώσσαν, αλλ' ουδέποτε ήσαν Αλβανοί την συνείδησιν». Εκείνο που μας εντυπωσιάζει στα στοιχεία της καταγραφής αυτής από την αλβανική κυβέρνηση Ορθοδόξων και Μωαμεθανών είναι ότι το 1927 η μόνη επαρχία της Βορείου Ηπείρου όπου δεν υπήρχε ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ Μωαμεθανός ήταν αυτή της Χιμάρας! Ορθόδοξοι 8.043, Μωαμεθανοί 0 (μηδέν)! Είναι η ίδια περιοχή στην οποία σήμερα η κυβέρνηση Ράμα καταπατά περιουσίες ομογενών και κατεδαφίζει σπίτια Βορειοηπειρωτών.

Οι θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης και των Συμμάχων στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου

Η επίσημη θέση της εξόριστης στο Κάιρο ελληνικής κυβέρνησης διατυπώθηκε σε τηλεγράφημα του πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού προς την πρεσβεία μας στο Λονδίνο: ''Δι΄Αλβανίαν έχετε υπ'όψιν ότι θα ζητήσωμεν εν καιρώ Βόρειον Ήπειρον, ήτις και εθνολογικώς και δυνάμει παλαιοτέρων διεθνών συμφωνιών μας ανήκει...'' (25 Ιουνίου 1941).

Σε νέο κείμενο με τον τίτλο ''Υπόμνημα περί Εθνικών Αξιώσεων'' στις 12 Ιουνίου 1942 ο Τσουδερός επανήλθε αναφέροντας τη Βόρεια Ήπειρο και τα Δωδεκάνησα ως ''κατεχόμενο έδαφος''.

Ως τα τέλη του 1942 οι Βρετανοί απέφευγαν να απαντήσουν αφήνοντας να εννοηθεί ότι αμφισβητούσαν (έστω και έμμεσα) την αλβανική ανεξαρτησία. Άλλωστε σύμφωνα με καταγραφές του Τσουδερού στο Ημερολογιό του, τόσο ο πρωθυπουργός Τσόρτσιλ όσο και ο Υπουργός Εξωτερικών ΄Ιντεν, είχαν αφήσει στον βασιλιά Γεώργιο Β' να φανεί η πρόθεσή τους για απόδοση της Κύπρου, της Βορείου Ηπείρου και των Δωδεκανήσων μεταπολεμικά (καταγραφή στο Ημερολόγιο στις 3/10/1941). Αν και το Νοέμβριο φάνηκαν κάποιες τάσεις υπαναχώρησης από πλευράς Βρετανών, στις 2/1/1942 οι βουλευτές Νοέλ- Μπέικερ και Νίκολσον δήλωσαν στον Τσουδερό ότι η Ελλάδα θα έπαιρνε και τα Δωδεκάνησα και τη Βόρεια Ήπειρο. Ο Τσουδερός διευκρίνισε ότι με τον όρο ''Βόρειος Ήπειρος'' εννοούνται τόσο το Αργυρόκαστρο όσο και η Κορυτσά. Από τον Δεκέμβριο του 1942 τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν, καθώς ο Αμερικανός Υπ. Εξ. Cordell Hull σε δηλώσεις του προέτρεπε τους Αλβανούς να ξεσηκωθούν εναντίον των Ιταλών.

vorei-ipiros-3


Παράλληλα, στροφή έκανε και η βρετανική κυβέρνηση. Αξιωματούχοι των Συμμάχων άρχισαν να εξαίρουν την αντιστασιακή δράση των Αλβανών (σημ.: εναντίον ποιων;) και να τάσσονται υπέρ τους. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του Ίντεν στον Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο, Αθανάσιο Αγνίδη στις 11 Δεκεμβρίου 1942, όπου τόνιζε ότι η κυβέρνησή του ενδιαφερόταν για την τύχη του αλβανικού λαού, που ήταν από τα πρώτα θύματα του ιταλικού φασισμού και ήθελε να δει την Αλβανία ελεύθερη και ανεξάρτητη. Ο Τσουδερός κατάλαβε τη μεταστροφή της βρετανικής πολιτικής και έγραψε στο Ημερολόγιό του: ''Συγκίνησις .Ελήφθη η από 11 Δεκεμβρίου επιστολή του Ίντεν προς Αγνίδην περί ανεξαρτησίας της Αλβανίας δεν προτείνονται εις αυτήν ούτε εδαφικαί τυχόν μεταβολαί ούτε το πολίτευμα της Αλβανίας. Τι την θέλουν την δήλωσιν; Να κερδίσουν τους Αλβανούς; Αρλούμπα πολιτική σαν και όλα τους.'' Ακολούθησαν αντικρουόμενες δηλώσεις των Βρετανών, οι οποίες προκάλεσαν την οργή των Ελλήνων. Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους κινήθηκε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος εξόργισε τον Ίντεν, που έδωσε εντολή στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες να τον απομονώσουν. Ακολούθησαν ελληνικά διαβήματα του ελληνικού Υπ. Εξ. προς το Φόρειν Όφις (11/5/1943 και 20/6/1943) με τα οποία διαμαρτυρόταν για τις πράξεις βίας των Αλβανών εναντίον των Βορειοηπειρωτών.

Από τον Μάρτιο του 1944 οι Βρετανοί απαγόρευσαν κάθε δημοσίευμα που θα αφορούσε τη Βόρεια Ήπειρο ή τα μελλοντικά σύνορα της Αλβανίας. Παράλληλα, όλοι οι αξιωματούχοι της βρετανικής Κοινοπολιτείας που αναφέρονταν στο θέμα αυτό έκαναν λόγο για απελευθέρωση και ανεξαρτησία της Αλβανίας.

Η κατάσταση στη Βόρειο Ήπειρο μετά το 1942

Οι περισσότεροι Βορειοηπειρώτες οργανώθηκαν και πολέμησαν στο Μ.Α.Β.Η. (Μέτωπο Απελευθερώσεως Βορείου Ηπείρου), το οποίο συγκροτήθηκε στα Τίρανα τον Ιούλιο του 1942. Προηγήθηκε η οργάνωση ανταρτικών ομάδων σε διάφορες περιοχές της Β. Ηπείρου. Επικεφαλής της Μ.Α.Β.Η. ήταν ο Βασίλειος Σαχίνης και ηγετικά της στελέχη οι Α. Κοκκαβέσης, Η. Κώνστας, Γ. Τάσιος και Σ. Ντάσιος. Στις 8/8/1943 έγινε το Συνέδριο της Μεμόραχης, που είχε σαν αποτέλεσμα τον ξεσηκωμό των κατοίκων της περιοχής Ριζών- Βούρκου. Το αρχηγείο του Μ.Α.Β.Η. βρισκόταν στο χωριό Γλύνα. Η οργάνωση είχε στενές σχέσεις με τον Ε.Δ.Ε.Σ.. Ο γιατρός Ιωάννης Γκινάλης από το Λεσκοβίκι, βοηθούμενος από τον Γεώργιο Τάσσο, ανέλαβε το έργο της συνεννόησης με την οργάνωση του Ν. Ζέρβα. Όταν μπήκε στο ελληνικό έδαφος συνελήφθη στην περιοχή του Πωγωνίου από τις δυνάμεις του Ε.Λ.ΑΣ. (22/3/1943), οι οποίες αφού κατάσχεσαν τα έγγραφα που είχε μαζί του και προορίζονταν για τον Ζέρβα, τον φυλάκισαν για 2 1/2 μήνες και έπειτα τον συνόδευσαν μέχρι τα σύνορα και του απαγόρευσαν να έρθει πάλι στην Ελλάδα (σχετικά στοιχεία στο βιβλίο του Κ. Βακαλόπουλου ''Ιστορία της Ηπείρου: Από τις Αρχές της Οθωμανοκρατίας ως τις Μέρες μας'', σελ. 736 και Β. Γεωργίου ''Βόρειος Ήπειρος: Η Συνεχιζόμενη Εθνική Τραγωδία'' σελ. 317).

Ο Βασίλειος Σαχίνης
saxinis-01


Ωστόσο, στις αρχές Μαΐου 1943 οι δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ. πέτυχαν να έρθουν σε επαφή με τη Μ.Α.Β.Η., την οποία ο Ν. Ζέρβας ενίσχυσε με πολεμικό υλικό. Παράλληλα, έστειλε δυο Βορειοηπειρώτες Λοχαγούς, τους Ιωάννη Βιδάλη και Σπύρο Λύτο, με μικρές ομάδες ανταρτών στις περιοχές δράσεις του Μ.Α.Β.Η.

Όμως η ηγεσία του Ε.Λ.Α.Σ. από τα έγγραφα που κατέσχεσε από τον Γκινάλη, πληροφορήθηκε τις επιδιώξεις του Ζέρβα και αποφάσισε να εμποδίσει οποιαδήποτε επιχείρηση του Ε.Δ.Ε.Σ. στη Βόρεια Ήπειρο.

Στις 10 Αυγούστου 1943, υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων Ελλάδας και Αλβανίας. Από αλβανικής πλευράς, υπέγραψαν οι Rexhep Plako και Qemal Karagioz (που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Αλέξης Γιάνναρης). Στις 13/12/1943, ακολούθησε η υπογραφή πρωτόκολλου στρατιωτικής συνεργασίας ανάμεσα στα δύο κόμματα. Πρόκειται για τη Συμφωνία της Κονίσπολης που υπογράφηκε από τον Γ. Γκραμπάλα και τον Padrit Spahion.

Από τα τέλη του 1942 με υπόδειξη των Βρετανών, οι Αλβανοί δημιούργησαν «αντιστασιακές» οργανώσεις στη Βόρεια Ήπειρο. Κυριότερη ήταν η «Front National Cilimitar” με αρχηγό τον ανθέλληνα Εμβέρ Χότζα, γόνο εξισλαμισμένης βορειοηπειρωτικής οικογένειας από το Αργυρόκαστρο. Άλλες αλβανικές οργανώσεις που συνεργάστηκαν άλλοτε με τους Συμμάχους και άλλοτε με τους Γερμανούς ήταν η Balli Kombetar (Εθνικό Μέτωπο) με επικεφαλής τον Mithat Frasheri και το Legalitet υπό τον Abaz Kupi.
Στις 17/11/1943, συνελήφθη από άνδρες του Χότζα στο Αργυρόκαστρο ο αρχηγός του Μ.Α.Β.Η. Βασίλειος Σαχίνης. Αφού βασανίστηκε άγρια, δολοφονήθηκε το πρωί της επόμενης ημέρας.

Ο Pedrid Spahion μιλώντας στη Δερβίτσανη στις 6/11/1944, μεταξύ άλλων, είπε:

«Ό, τι έγινε με τον Σαχίνη δεν είναι δικό μας έργο, αλλά εντολή του ελλαδικού Ε.Α.Μ., εμείς απλώς εκτελέσαμε μια ορθή απόφαση των Ελλήνων συντρόφων, εφόσον ο Βασίλειος Σαχίνης ήταν εχθρός του λαού…».

Στις 3/12/1943, δολοφονήθηκε ο Γεώργιος Μπολάνος, επικεφαλής του Μ.Α.Β.Η. στην περιοχή της Χιμάρας. Ακολούθησε η καταστροφή του χωριού Γλύνα, προπύργιου της οργάνωσης και η εκτέλεση 24 κατοίκων «προς παραδειγματισμό».

Στη συνέχεια, το Μ.Α.Β.Η. υπέστη ήττες από τους Γερμανούς, τους Βρετανούς και το αλβανικό «Εθνικό Μέτωπο» (Balli Kombetar). Όσοι άνδρες του Μ.Α.Β.Η. μπόρεσαν να ξεφύγουν, εντάχθηκαν στην «Ελευθέρα Ορεινή Ελλάδα» του Ζέρβα, συγκροτώντας ιδιαίτερη διλοχία.

Το Balli Kombetar προέβη σε αντίποινα σε χωριά της Β. Ηπείρου. Στα τέλη Σεπτέμβρη 1944, δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ. υπό τον Ν. Ζέρβα, μπήκαν στο αλβανικό έδαφος και συγκρούστηκαν με τμήματα του Χότζα στην Κονίσπολη.

Παρενέβησαν ωστόσο οι Βρετανοί που υποχρέωσαν τον Ζέρβα να υποχωρήσει νότια της οδού Ιωαννίνων-Ηγουμενίτσας. Το επόμενο δίμηνο, 600 περίπου Βορειοηπειρώτες κατατάχθηκαν στον Ε.Δ.Ε.Σ. Οι άνδρες του Χότζα για αντίποινα, έκαψαν τα σπίτια τους.

Συνολικά, στη διάρκεια της κατοχής, πάνω από 250 χωριά της Β. Ηπείρου κάηκαν και 2.500 άμαχοι δολοφονήθηκαν από ένοπλες ομάδες Αλβανών ατάκτων και τις δυνάμεις του Άξονα.

Το 1945, επιβλήθηκε το κομμουνιστικό σύστημα σε ολόκληρη την Αλβανία. Το νέο καθεστώς αναγνωρίστηκε από τις Η.Π.Α., τη Μεγάλη Βρετανία, την Ε.Σ.Σ.Δ. και τα υπόλοιπα ανατολικά κράτη.

Τον Ιανουάριο του 1946, ανακηρύχθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας. Πρωθυπουργός, Υπουργός Εξωτερικών, Υπουργός Εθνικής Αμύνης και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ανέλαβε ο Εμβέρ Χότζα…

Με το βορειοηπειρωτικό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα ασχοληθούμε σε επόμενό μας άρθρο.

Πηγές:
Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ», εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, 2018.
Ευχαριστούμε θερμά τον Δρα Ι. Παπαφλωράτο που πρόθυμα και ευγενέστατα μας επέτρεψε να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία από το έργο του.
Βασ. Γεωργίου, «Βόρειος Ήπειρος, η Συνεχιζόμενη Εθνική Τραγωδία», εκδόσεις Ε. ΡΗΓΑ.

ΣΧΟΛΙΑ (30)

Αλή αλ-Γιουνάνι

Η ιταλική κατάκτηση της Αλβανίας ε' μέρος) Τον Σεπτέμβριο το Τάγμα Τσαμουριά πολέμησε επί 55 ημέρες εναντίον των Γερμανών, στη λεγόμενη μάχη της Κονίσπολης. Στη μάχη αυτή συνεργάστηκαν πολλοί Τσάμηδες, αλλά και Αλβανοί από το Δέλβινο και Έλληνες από την μειονότητα της Αλβανίας. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 350 Γερμανοί στρατιώτες και πολλοί άλλοι τραυματίστηκαν. Αργότερα, πολέμησε στο Vurg (Βούρκος) εναντίον των συμμοριών του Θύμιου Λώλη και του Κάβο Κόκκαλη, στην περιοχή Ura e Kranës. Μπορούμε να πούμε ότι περισσότεροι από 1.500 Τσάμηδες, και από τις 2 πλευρές των συνόρων, ήταν μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, 300 από τους οποίους σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις των Ναζί και του ΕΔΕΣ. Μετά την εθνοκάθαρση που υπέστεισαν οι Τσάμηδες, δημιούργησαν στην Αλβανία την Εθνική Αντιφασιστική Τσάμικη Επιτροπή, η οποία διαλύθηκε το 1947, όταν έχασαν το καθεστώς του πρόσφυγα.

Αλή αλ-Γιουνάνι

Η ιταλική κατάκτηση της Αλβανίας δ' μέρος) Τον Μάιο του 1944 λοιπόν, μία ομάδα Τσάμηδων, δημιούργησαν το Τάγμα Αλί Ντέμι, στο χωριό Μηλιά (στα αλβανικά: Kastanjë) της Θεσπρωτίας, το οποίο τάγμα συμπεριλήφθη, όπως ήδη είπαμε, στο 15ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Τη στιγμή της δημιουργίας του εμπεριείχε περίπου 1000 μέλη, η πλειονότητα των οποίων ήταν Τσάμηδες, ενώ οι υπόλοιποι ήταν Τσάμηδες Ορθόδοξοι και Έλληνες της περιοχής. Το Τάγμα δεν είχε ιδιαίτερη συμμετοχή στις συγκρούσεις. Παρόλα αυτά, περισσότεροι από 60 Τσάμηδες σκοτώθηκαν σε μία μάχη με τους Γερμανούς στην Ηγουμενίτσα. Άλλοι Τσάμηδες ανείκαν στην 5η, στην 7η, στην 9η, και στην 11η ταξιαρχία του ΕΛΑΣ και συμμετείχαν σε διάφορες μάχες, πολλές από τις οποίες εναντίον των δυνάμεων του Ζέρβα και άλλες εναντίον των Γερμανών. Ο Εθνικός Αντιφασιστικός Απελευθερωτικός Στρατός της Αλβανίας δημιούργησε το Τάγμα Τσαμουριά (Batalioni Çamëria), στις 15 Ιουνίου 1943, στην Κονίσπολη (Konispol). Η απόφαση υιοθετήθηκε στις 30 Ιουνίου του 1943, όταν ενώθηκαν τρεις αντιστασιακές ομάδες. Αυτές ήταν η ομάδα του Hasan Tahsini (Χασάν Ταχσίνι) που είχε ως βάση την Κονίσπολη (Konispol), αυτή του Stathi Melani (Στάθι Μελάνι) που είχε ως βάση τους Φιλιάτες (Filat) και αυτή του Alush Taka (Αλούς Τάκα) που είχε ως βάση την Παραμυθία (Paramithi). Κάθε ομάδα είχε περίπου 170-180 μέλη, από τα οποία μόνο οι 75 δεν ήταν Τσάμηδες, και από τους οποίους οι 35 ήταν από το Δέλβινο (Delvinë) και οι 40 ήταν από την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας. Περίπου 500 Τσάμηδες στρατολογήθηκαν στο τάγμα αυτό (αρχικά), οι περισσότεροι από τους οποίους (πάνω από το μισό) ήταν από το ελληνικό τμήμα της Τσαμουριάς, ενώ οι υπόλοιποι από την Κονίσπολη (Konispol) και το Μαρκάτ (Markat). Αυτό το τάγμα ήταν η πρώτη μεγάλη αντάρτικη ομάδα στην περιφέρεια του Αργυροκάστρου (Gjirokastër) - στην οποία τότε ανήκαν οι νομοί Αργυροκάστρου (Gjirokastër), των Αγίων Σαράντα (Sarandë) και του Δελβίνου (Delvinë) - και διοικούνταν από τον Haki Rushit Shehu (Χακί Ρουσίτ Σέχου) από την Κονίσπολη, και από τους Taho Mehmet Sejko (Τάχο Μεχμέτ Σέικο) απ’ τους Φιλιάτες, Ελευθέριο Μήτσο Τάλο από το Χαϊντάραγα (Lefter Talo), Ali Demi (Αλί Ντέμι) από τους Φιλιάτες (Filat) και από τον Qazim Kondi (Κιαζίμ Κόνντι) από το Πολυνέρι (Kuç) ως πολιτικό επίτροπο (κομισσάριο).

Αλή αλ-Γιουνάνι

Η ιταλική κατάκτηση της Αλβανίας γ' μέρος) Ακολουθώντας την ιταλική εισβολή στην Αλβανία, το Βασίλειο της Αλβανίας έγινε προτεκτοράτο της Ιταλίας. Οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν την αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, ως δικαιολογία για να ξεκινήσουν τον πόλεμο. Η τελική αφορμή ήταν η δήθεν δολοφονία από Έλληνες παρακρατικούς ενός επιφανούς Αλβανού Τσάμη. Παρόλο που η φασιστική Ιταλία ηττήθηκε στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, μία ραγδαία γερμανική εκστρατεία ακολούθησε τον Απρίλιο του 1941, και στα μέσα του Μαΐου, κάτω από την παράλληλη κατοχή των τριών δυνάμεων του Άξονα: της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Την ίδια στιγμή η Ιταλία εισήγαγε μία τοπική διοίκηση, τη λεγόμενη Këshilla, στην Θεσπρωτία, η οποία υποστηρίχθηκε από πολλούς εκατοντάδες Τσάμηδες Αλβανούς. Μερικές εκατοντάδες όπως είπαμε συμμετείχαν στον Τάγμα Αλή Ντέμι και άλλοι στο Τάγμα Τσαμουριάς. Μία από τις μεγαλύτερες αντιστασιακές οργανώσεις στην Ελλάδα, ήταν το καθοδηγούμενο κυρίως από Κομμουνιστές, ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), με τον ένοπλο κλάδο του, τον ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), και που ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941. Μέχρι την ίδρυση του ελασίτικου τάγματος Αλί Ντέμι, οι Τσάμηδες Αλβανοί που πολεμούσαν εναντίον των Γερμανών, είχαν οργανωθεί σε μικρές ανοργάνωτες ομάδες, υπό την ηγεσία κυρίως του Εθνικού Αντιφασιστικού Απελευθερωτικού Στρατού της Αλβανίας (Lufta Antifashiste Nacionalçlirimtare / LANÇ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1942, ως ο ένοπλος κλάδος του Εθνικού Απελευθερωτικού Κινήματος (Lëvizja Nacional Çlirimtare / LNÇ), καθοδηγούμενου από τους Κομμουνιστές της Αλβανίας. Αργότερα αυτοί οι Τσάμηδες δημιούργησαν και το τάγμα “Çamëria”, υπό το LANÇ. Στα τέλη του 1943, μία ομάδα Τσάμηδων Αλβανών, υπό την αρχηγία του Ali Demi, επιτέθηκε σε μία γερμανική φρουρά, στην Αυλώνα (Vlorë) της Αλβανίας, σκοτώνοντας 39 Γερμανούς στρατιώτες και χάνοντας 12 μέλη της ομάδας τους, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Ali Demi. Τότε ήταν που ο ΕΛΑΣ ζήτησε από τους Τσάμηδες να δημιουργήσουν ένα τάγμα και να συμπολεμίσουν στις γραμμές του. Έτσι λοιπόν, ο ΕΛΑΣ και το LANÇ, έπεισαν τους Τσάμηδες να δημιουργήσουν ένοπλα σώματα υπό τον ΕΛΑΣ.

Αλή αλ-Γιουνάνι

Η ιταλική κατάκτηση της Αλβανίας β' μέρος) Στην Ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος, δύο αλβανικά τάγματα - τα Tomori και Barabosi - που σχεδόν με τη βία εστάλησαν στα σύνορα, αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Σύμφωνα με την αλβανική ιστοριογραφία μεταφέρθηκαν από τους Ιταλούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Αλβανία (ενώ σύμφωνα με την ελληνική ιστοριογραφία μεταφέρθηκαν στην περιοχή της Κορυτσάς). Ο αρχηγός αυτών των δύο ταγμάτων, ο Spiro Moisiu (Σπίρο Μοϊσίου), επρόκειτο να γίνει ο στρατηγός του Αλβανικού Αντιφασιστικού Στρατού, και τελικά επικεφαλής του αλβανικού στρατού μετά τον πόλεμο. Ο Alfred Moisiu (Άλφρεντ Μοϊσίου) λοιπόν, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας στη χώρα των Αετών (Αλβανία), είναι γιος ενός ήρωα του B’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο πατέρας του, ο Σπίρο Μοϊσίου, στρατιωτικός του βασιλιά Ζόγου αρνήθηκε το 1940 να υπακούσει τους Ιταλούς και να επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας. «Δεν έχω τίποτα εναντίον της Ελλάδας», δήλωσε. Με τους (Αλβανούς) στρατιώτες του - κατ’ άλλους μία διμοιρία, κατ’ άλλους ένα τάγμα - 'λιποτάκτησε' και βρήκε καταφύγιο στα βουνά. Ήταν η αρχή του (πιθανότατα) πρώτου αντιφασιστικού αντάρτικου του B’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτά έχουν καταγραφεί στα επίσημα Ιταλικά Αρχεία. Σύμφωνα μάλιστα με τον πρώτο τη τάξει στην ιταλική στρατιωτική ιεραρχία στρατάρχη Badoglio: «Οι Αλβανοί στρατιώτες που υπό τη μορφή ταγμάτων συμμετείχαν στις δικές μας μεραρχίες ή αποδείχθηκαν άπιστοι και δόλιοι, καθώς επιδόθηκαν σε πράξεις δολιοφθοράς εναντίον μας ή πέρασαν στις γραμμές των Ελλήνων. Τότε αναγκαστήκαμε να αποσύρουμε τις αλβανικές δυνάμεις και εν μέρει να τις αφοπλίσουμε.» Δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο λοιπόν.

Αλή αλ-Γιουνάνι

Η ιταλική κατάκτηση της Αλβανίας α' μέρος) Η ιταλική κατάκτηση της Αλβανίας είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τις 7 Απριλίου 1939, όταν έπειτα από βομβαρδισμό, 40.000 Ιταλοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Αυλώνα και σχεδόν περπατώντας κατέλαβαν το μικρό βασίλειο. Ήδη από το 1926 η Ιταλία προέβαλλε ως περίπου επικυρίαρχος της Αλβανίας. Μέχρι την εισβολή του ’39 το 92,1% των αλβανικών εξαγωγών και το 82,5% των εισαγωγών διεξαγόταν με την Ιταλία. Η επίλεκτη αλβανική προεδρική φρουρά, που εξοπλίστηκε και οργανώθηκε από Ιταλούς αξιωματικούς, παρέλασε με τις φουστανέλες της στο Κολοσσαίο υπό τις ιαχές του πλήθους. Οι Ιταλοί οργάνωσαν και ενέταξαν στις μεραρχίες τους δέκα αλβανικά τάγματα, μια «πλωτή» ταξιαρχία και άγνωστο αριθμό χωροφυλάκων. Πολλοί Τσάμηδες πέρασαν λαθραία τα σύνορα, ώστε να συμμετέχουν σε ένοπλα στρατιωτικά σώματα, τα οποία θα πολεμούσαν στο πλευρό των Ιταλών. Ο αριθμός τους υπολογίζεται σε περίπου 2-3.000. Μαζί με αυτούς, τους επόμενους μήνες οι Ιταλοί άρχισαν να οργανώνουν πολλούς εθελοντές, ώστε να συμμετέχουν στην “απελευθέρωση της Τσαμουριάς” - όπως έλεγαν - δημιουργώντας έναν στρατό ισοδύναμο με μία ολόκληρη μονάδα 10 ταγμάτων: 4 παραστρατιωτικά βοηθητικά τάγματα (τα Tirana, Korçë, Vlorë και Shkodër), 2 τάγματα πεζικού (τα Gramos and Dajti), 2 τάγματα εθελοντών (τα Tomori και Barabosi), μία πυροβολαρχία (την Drin) κ.α. Συνολικά 338 Αλβανοί αξιωματικοί και 4.220 υπαξιωματικοί και οπλίτες προετοιμάστηκαν για να βρεθούν απέναντι στον ελληνικό στρατό. Όλα αυτά τα τάγματα, τελικά πήραν μέρος στην εισβολή στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940, υπό την 25η Ιταλική Στρατιωτική Μεραρχία, η οποία, μετά την ενσωμάτωση των Αλβανών, μετονομάστηκε σε ‘Στρατιωτική Μεραρχία Τσαμουριάς’ υπό τον στρατηγό C. Rossi.

Αλή αλ-Γιουνάνι

γ' μέρος) «Τελικά μία συνθήκη στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1881, με την οποία η οριοθέτηση μιας (συνοριακής) μεθορίου λιγότερο ευνοϊκής για την Ελλάδα, ανατέθηκε σε μία διεθνή επιτροπή…Η Ελλάδα δεν εγκατέλειψε την πρόθεση της να εισβάλει στη νότια Αλβανία μέχρι που μία ναυτική διαμαρτυρία και αποκλεισμός των ακτών της διενεργήθηκε απ’ τις Μεγάλες Δυνάμεις…Έκτοτε η Ελλάδα πραγματοποίησε κάθε πιθανό βήμα ώστε να αποσπάσει τη νότια Αλβανία απ’ την Τουρκία με μία βαθμιαία διείσδυση και εξελληνισμό του πληθυσμού.» (Stavro Skendi, The Albanian national awakening, 1878-1912, Princeton, N.J. : Princeton University Press, 1967, p. 57) Ας δούμε την καταγραφή πληθυσμού που πραγματοποιήθηκε από το II Γραφείο του Ελληνικού Επιτελείου το 1913 και δημοσιεύτηκε το 1919. Ενώ ο πληθυσμός της νότιας Αλβανίας (Βόρειας Ηπείρου) κατηγοριοποιείται σε Ελληνες και Αλβανούς, διαπιστώνεται ότι ως ελληνικά έχουν χαρακτηριστεί όλα τα χριστιανικά χωριά ανεξαρτήτως του εάν οι κάτοικοι τους είναι Έλληνες ή Αλβανοί, ανεξαρτήτως αν η μητρική τους γλώσσα είναι ελληνικά ή αλβανικά. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η διεθνής επιτροπή συνόρων που συστήθηκε το 1913 για να εξετάσει τη χάραξη των συνόρων της Αλβανίας με την Ελλάδα, είχε να αντιμετωπίσει αστεία τεχνάσματα που δημιουργούσαν οι Έλληνες (προσπαθώντας να δείξουν ότι διάφορες περιοχές της Αλβανίας κατοικούνταν από Έλληνες), όπως αυτό που διηγείται ο λοχαγός Leveson Gower: «Η επιτροπή φτάνει το βράδυ σε κάποιο χωριό. Τους πλησιάζει ένας άντρας που μιλάει ελληνικά και ακούν τον ήχο από το χτύπημα μιας καμπάνας. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να βασιστούν σε ένα τόσο 'αδιάψευστο' στοιχείο;...όχι μόνο δεν υπάρχουν Έλληνες στο χωριό αλλά δεν υπάρχει ούτε καν εκκλησία εκεί. Οι Έλληνες έχουν στήσει αυτοσχέδιο καμπαναριό πάνω σ’ένα δέντρο και χτυπάνε την καμπάνα δυνατά για να ξεγελάσουν τους αντιπροσώπους της Ευρώπης.» (Richard Crampton, "The Hollow Detente, Anglo-German Relations in the Balkans 1911-14", London, 1979, p. 128)

Αλή αλ-Γιουνάνι

β΄μέρος) Το ίδιο διατυπώνει και ο Βρετανός περιηγητής και συγγραφέας Edmund Spencer στο βιβλίο του ‘Travels in European Turkey, in 1850, through Bosnia, Servia, Bulgaria, Macedonia, Thrace, Albania, and Epirus, with a visit to Greece and the Ionian Isles’ (εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1851) στο μέρος εκείνο του βιβλίου που ονομάζει ‘A journey from Ohrid to Janina’, όπου θεωρεί ότι μεγάλο μέρος των Ελλήνων και των ελληνόφωνων του νότου της Αλβανίας, ήταν στην πραγματικότητα Αλβανοί χριστιανοί ορθόδοξοι, οι οποίοι επηρεάστηκαν - γλωσσικά και πολιτισμικά - από την ελληνορθόδοξη εκκλησία και την ελληνική κουλτούρα. Το ίδιο αναφέρει η εγκυκλοπέδια Britannica το 1910, ότι δηλαδή υπήρχε ένας πληθυσμός Ελλήνων στην Ήπειρο, που όμως δεν ήταν γνήσιοι Έλληνες (υπονοώντας ότι ήταν πληθυσμός που είχε αφομοιωθεί από τους Έλληνες και ήταν πλέον ελληνόφωνοι): «Υπάρχει ένας αξιόλογος πληθυσμός ελληνόφωνων στην Ήπειρο, οι οποίοι ωστόσο, πρέπει να διαχωριστούν από τους γνήσιους Έλληνες των Ιωαννίνων, της Πρέβεζας και των πιο νότιων περιοχών. Αυτοί μπορούν να υπολογιστούν γύρω στις 100.000.» (Encyclopedia Britannica, section on Albania, 1910, p. 483) Ο Βαρώνος John Cam Hobhouse Broughton, αναφερόμενος όχι μόνο στην Ήπειρο, μας λέει για τους ‘Έλληνες’ που είναι Αλβανοί, Βλάχοι ή Βούλγαροι στην καταγωγή, που στην πραγματικότητα δεν είναι ελληνικής καταγωγής αλλά μέλη της Ελληνο-ορθόδοξης Εκκλησίας και γι’ αυτό αποκαλούνται συνήθως και αυτοί ως ‘Έλληνες’ ή ‘Ρωμαίοι’ (Ρωμιοί): «Ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς που συμπεριλαμβάνονται υπό τον όρο ‘Ρωμαίοι’ ή Χριστιανοί της Ελληνο-ορθόδοξης Εκκλησίας…είναι σίγουρα μεικτής καταγωγής…Αυτοί λοιπόν είναι οι Αλβανοί, οι Μανιάτες, οι Μακεδόνες, οι Βούλγαροι και οι Βλάχοι Έλληνες…Αν δούμε συνολικά τους Έλληνες, δεν μπορούν παρ’ όλα αυτά, να αναφερθούν ξεκάθαρα ως μεμονομένος λαός, αλλά περισσότερο ως μία θρησκευτική ομάδα που αντιτίθεται στην καθεστηκυία τάξη της εκκλησίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…» (John Cam Hobhouse, A Journey Through Albania and Other Provinces of Turkey in Europe and Asia to Constantinople, during the years 1809 and 1810, (James Cawthorn, London 1813), Vol. II, p. 58)

Αλή αλ-Γιουνάνι

α' μέρος) O Ελευθέριος Βενιζέλος στις 30/12/1918 διατύπωσε τις ελληνικές διεκδικήσεις. Αυτές αφορούσαν στα εδάφη νοτίως μιας νοητής γραμμής που ξεκινούσε από την Αδριατική, 25 περίπου χλμ. βορείως της Χιμάρας, περνούσε βορείως της Πρεμετής, αφήνοντας τα τμήματα των καζάδων Τεπελενίου και Πρεμετής βορείως του ποταμού Αωού (Vjosë) στην Αλβανία, και συνέχιζε προς βορρά στη Μοσχόπολη (Voskopojë) και τη Μεγάλη Πρέσπα, περιλαμβάνοντας και την Κορυτσά - μια περιοχή κατοικούμενη τότε από 128.000 Έλληνες και 95.000 Αλβανούς, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή που είχε πραγματοποιηθεί από τις οθωμανικές αρχές στην περιοχή το 1908. Από τους Χριστιανούς όμως, μόνο 30.000 με 47.000 είχαν τα ελληνικά ως μητρική τους γλώσσα. (Wolfgang Stoppel, 'Minderheitenschutz im östlichen Europa', Universität Köln, 2001, σελ. 8) «Η (ελληνική) απαίτηση στη νότια Αλβανία (Ήπειρος) στηρίζεται απόλυτα στον ισχυρισμό ότι η πλειονότητα του πληθυσμού είναι Έλληνες. Οι Έλληνες αριθμούν 120.000 ως Έλληνες και ως Αλβανούς 80.000. Αλλά ποιοι είναι οι ‘Έλληνες’; Τουλάχιστον τα 5/6 από αυτούς [περίπου το 80%] - αν όχι περισσότεροι - είναι Αλβανοί Χριστιανοί του ορθόδοξου δόγματος, Αλβανοί στην καταγωγή και στη γλώσσα, οι οποίοι επειδή αναγνωρίζουν το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, θεωρούνται Έλληνες υπό την έννοια ότι έχουν αφομοιωθεί από την ελληνική κουλτούρα.» (“The Nineteenth Century and After XIX-XX a Monthly Review”, founded by James Knowles, Vol. LXXXVI, July-December 1919, page 645.)

Αλή αλ-Γιουνάνι

"γόνο εξισλαμισμένης βορειοηπειρωτικής οικογένειας από το Αργυρόκαστρο" Από πού προκύπτει αυτό; Ο Χότζα ήταν Αλβανός.

Κουμουνιστής Μηδενιστής

Κάθε φορά πού υπήρχε έστω και ένας κουμουνιστής στην Ελλάδα πού έλεγε ότι αυτά δεν είναι ελληνικά , σύσσωμη η δύση έπαιρνε το μέρος άλλων για να δείξει ότι η Ρωσία δεν πρέπει ποτέ να έχει βλέψεις προς Ελλάδα και άλλες χώρες των Βαλκανίων. Αυτό όμως ήταν η καταστροφή μας , προδότες τού ανατολικού μπλόκ .

Φόρτωση περισσότερων σχολίων
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης

peirates_main01

Μια απάντηση στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν - Η δράση των Τούρκων πειρατών στο Αιγαίο από τον 14ο ως τον 18ο αιώνα - Οι συναλλαγές τους με την Πύλη και τον Σουλτάνο - Τα δεινά των Ελλήνων από τους μουσουλμάνους πειρατές

12
karagwg_arthro

Η συνάντηση των περιπόλων στον Έβρο και η εν ψυχρώ εκτέλεση του στρατιώτη Ζήση Καραγώγου – Η κλιμάκωση της έντασης – Μια πραγματική μάχη Ελλήνων και Τούρκων με πολλά θύματα από τουρκικής πλευράς – Η παρέμβαση ανώτερων στρατιωτικών και πολιτικών και το τέλος της «μάχης του Έβρου»

63
galvanika

Ποιος ήταν ο Ιούλιος Γαλβάνης και γιατί εξόργισε τους φοιτητές του – Οι αιματηρές συγκρούσεις φοιτητών και Αστυνομίας – Ο Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών Δημήτριος Μπαϊρακτάρης – Οι εκδηλώσεις συμπαράστασης προς τους φοιτητές – Το τέλος των συγκρούσεων

2
athens_arthro

Ένα αγαπημένο θεατρικό είδος που ξεσήκωνε πάντα τους Παλιούς Αθηναίους και Αθηναίες ήταν η επιθεώρηση. Ο κόσμος ξεχνούσε τα καθημερινά του βάσανα και γελούσε αβίαστα. Συγγραφείς πρωτοκλασάτοι όπως ο Χρήστος Χαιρόπουλος, ο Χρήστος Γιαννακόπουλος, ο Αλέκος Σακελλάριος έδιναν με τα κείμενά τους και την απαιτούμενη ποιότητα.