«Αντιγονούλα μου, σε παρακαλώ λυπήσου με»: Τα τελευταία λόγια και η μυθιστορηματική ζωή της Έλλης Λαμπέτη
Σαν σήμερα έφυγε στα 57 της μόλις χρόνια η γυναίκα που σημάδεψε όσο λίγες την υποκριτική στην Ελλάδα, έζησε έναν θυελλώδη έρωτα με τον Δημήτρη Χορν και βίωσε πολλές προσωπικές τραγωδίες
Ο ήλιος δεν είχε ανέβει ακόμη πολύ ψηλά εκείνο το Σάββατο, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983, όταν η Έλλη Λαμπέτη ξύπνησε μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου Mount Sinai στη Νέα Υόρκη όπου νοσηλευόταν με καρκίνο.
Το φως είχε μπει στο δωμάτιο και τα πιο μελαγχολικά μάτια του ελληνικού κινηματογράφου αναζήτησαν την αδερφή της Αντιγόνη, η οποία είχε σταθεί δίπλα της από την αρχή της μάχης που έδινε η ηθοποιός με την ασθένεια.
«Αντιγονούλα μου σε παρακαλώ λυπήσου με» ήταν τα τελευταία λόγια αυτού του εύθραυστου πλάσματος που έσβησε στις επτά και μισή το πρωί πριν από σαράντα τρία χρόνια, στο ψυχρό δωμάτιο ενός νοσοκομείου των ΗΠΑ.
Έφυγε στα 57 της χρόνια, έχοντας προλάβει να λάμψει σαν ένα ξωτικό της τέχνης με μια ζωή που παραπέμπει σε αρχαία τραγωδία, απώλειες που τη σημάδεψαν, έναν θυελλώδη έρωτα με το Χορν και τέλος ένα παιδί που δεν ήταν δικό της αλλά το λάτρεψε.
Όταν της το πήραν, ο κόσμος της όλος γκρεμίστηκε.
Κλείσιμο
Ένα μελαγχολικό κορίτσι
Η Έλλη Λούκου ήταν το στερνοπούλι μιας φαμίλιας που μετρούσε μέχρι την γέννησή της στις 13 Απριλίου 1926 πέντε παιδιά ενώ μαζί με αυτήν ήρθε στον κόσμο και ο δίδυμος αδερφός της Τάκης.
Μεγάλωσε στα Βίλια, όπου ο πατέρας της διατηρούσε ταβέρνα ενώ τα καλοκαίρια η οικογένεια μετακόμιζε στο Πόρτο Γερμενό, για τις καθιερωμένες διακοπές.
Η οικογένεια ζούσε χωρίς ανέσεις αλλά σε ένα σπίτι όπου περίσσευε η αγάπη και ο πρώτος που αντιλήφθηκε το ταλέντο της Έλλης ακούγοντάς την να απαγγέλει ποιήματα ήταν ο θείος της Σταμάτης Λούκος, αριστούχος απόφοιτος της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.
Η μετακόμιση της οικογένειας στην Αθήνα, ώστε τα παιδιά να έχουν καλύτερες προοπτικές, θα στείλει μετά από λίγα χρόνια την 15χρονη νεαρή να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στην υποκριτική.
Δίνει εξετάσεις αρχικά στην Σχολή του Εθνικού όπου απορρίπτεται και ακολούθως στην νεοσύστατη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη, όπου μεταξύ άλλων θα την κρίνει ο νεαρός τότε ζεν πρεμιέ, Δημήτρης Χορν που αποφαίνεται: «Δεν τα λέει».
Αυτή είναι η πρώτη φορά που τα βλέμματά τους διασταυρώνονται, χωρίς κανείς από τους δύο να φαντάζεται ότι λίγα χρόνια μετά θα ζήσουν ένα θυελλώδη έρωτα.
Παρότι την απορρίπτουν ξανά η Μαρίκα Κοτοπούλη φέρεται να πείστηκε ή να είδε κάτι που δεν έβλεπαν οι άλλοι σε αυτό το κορίτσι με τα μεγάλα μάτια και το μελαγχολικό βλέμμα.
Την παίρνει στην σχολή και λίγους μήνες μετά το άστρο της νεαρής ηθοποιού αρχίζει να λάμπει στην σκηνή του θεάτρου, ενώ λίγα χρόνια μετά είναι εκπληκτική παίζοντας στον «Γυάλινο κόσμο».
Οι έρωτες και ο Χορν
Λες και κάτι κυνηγούσε αυτό το αέρινο πλάσμα, όποτε ερχόταν μια χαρά ακολουθούσε σύντομα κάτι οδυνηρό στην ζωή του, κάτι που δεν άφηνε την Έλλη να ζήσει ανέμελα.
Μόλις ξεκίνησε την διαδρομή της στην υποκριτική ο δίδυμος αδερφός της Τάκης πέθανε από φυματίωση, ενώ άδοξο τέλος είχε ο πρώτος της μεγάλος έρωτας με έναν πλούσιο Έλληνα από το Παρίσι, το όνομα του οποίου δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ.
Ήταν τέτοιο το πάθος που συνεπήρε την Λαμπέτη γι' αυτό τον άνδρα, που σχεδόν εγκατέλειψε το θέατρο για χάρη του και αν δεν ήταν η Κοτοπούλη να την συμβουλεύει, πιθανόν να τα είχε παρατήσει όλα.
Χρόνια μετά η ηθοποιός αναφερόμενη σε αυτή την παθιασμένη σχέση είπε για τον συγκεκριμένο άνθρωπο ότι «μου χάρισε τον παράδεισο, αυτό έχει σημασία».
(1956) Έλλη Λαμπέτη και Δημήτρης Χορν στη «Νυχτερινή Επίσκεψη» του Γκέγιερ στο Θέατρο «Μουσούρη»
Το 1949 είναι 23 ετών όταν ερωτεύεται παράφορα τον Αλέκο Αλεξανδράκη, συμπρωταγωνιστή της στο θέατρο, όμως το ειδύλλιο θα κρατήσει λίγους μήνες, αφού υπερτερεί η καλλιτεχνική τους αντιζηλία.
Έναν χρόνο μετά παντρεύεται για πρώτη φορά στην ζωή της τον Μάριο Πλωρίτη, με τον οποίο θα ζήσει τρία χρόνια πριν χωρίσουν φιλικά, την περίοδο που έχει πλέον γνωρίσει τον Δημήτρη Χορν.
Ο έρωτας τους θα απασχολεί για χρόνια τα ΜΜΕ της εποχής, αν και δεκαετίες μετά ο ηθοποιός θα δηλώσει ότι πριν παίξουν στο «Κυριακάτικο ξύπνημα» υπήρχε ανάμεσά τους μια αμοιβαία αντιπάθεια.
Το παθιασμένο ειδύλλιο θα διαρκέσει επτά χρόνια και κανείς ίσως εκτός από τους δύο δεν γνωρίζει γιατί όταν η Λαμπέτη έμεινε έγκυος, έκανε έκτρωση.
(1963) Έλλη Λαμπέτη, Δημήτρης Καλλιβωκάς στο θεατρικό έργο του Σάμιουελ Τέηλορ «Σαμπρίνα» στο θέατρο «Λαμπέτη» (σήμερα θέατρο «Γκλόρια»)
Οι απώλειες, το παιδί και το τέλος
Ο συγγραφέας Φρέντερικ Γουέϊκμαν θα είναι ο τελευταίος σύζυγος αυτής της εμβληματικής πρωταγωνίστριας, η οποία μετά το τέλος της σχέσης της με τον Χορν, βρίσκει παρηγοριά σε αυτόν. Οι απώλειες δεν θα την αφήσουν ποτέ, αφού σταδιακά χάνει τις τέσσερις από τις πέντε αδερφές της οι οποίες νοσούν με καρκίνο στο στήθος, ενώ και η ίδια φοβάται ότι θα έρθει η σειρά της.
Η πιο μεγάλη της χαρά είναι το κοριτσάκι που της εμπιστεύθηκε νεαρός συνάδελφός της-η μικρή ήταν καρπός εξωσυζυγικής του σχέσης-το οποίο μεγάλωσε από βρέφος.
Της έδωσε το όνομα Ελίζα αλλά όταν ήρθε η ώρα να το επιστρέψει, η κατάσταση ξέφυγε και η ιστορία κατέληξε στα δικαστήρια, ενώ έγινε λαϊκό ανάγνωσμα σε εφημερίδες και περιοδικά.
Ο καρκίνος θα της χτυπήσει την πόρτα το 1969 και φεύγει για τις ΗΠΑ όπου υποβάλλεται σε εγχείρηση ολικής μαστεκτομής, κάτι που την επηρεάζει πολύ ψυχολογικά.
Δεν θα είναι ποτέ πια ή ίδια και παρότι θα επιστρέψει στο θέατρο, οι χημειοθεραπείες και οι συνεχείς εξετάσεις την ρίχνουν ψυχολογικά, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 θα βρει το κουράγιο να ανέβει στην σκηνή του θεάτρου ξανά.
Όμως η ασθένεια επανέρχεται μαζί με εξαντλητικές θεραπείες και η αυλαία της μυθιστορηματικής διαδρομής της στην ζωή πέφτει στην Νέα Υόρκη εκείνο το Σαββατιάτικο πρωινό του Σεπτέμβρη, πριν από σαράντα τρία χρόνια.