Που εκτίναξε την ανεργία και ανάγκασε μυριάδες Έλληνες -νέους κυρίως- να μεταναστεύσουν. Που δίχασε βαθιά την κοινωνία, συγκλόνισε τα κόμματα εξουσίας της Μεταπολίτευσης, έφερε στο προσκήνιο νέες δυνάμεις, κάποιες δημιουργικές, άλλες τερατώδεις. Η Διαβολοδεκαετία που άλλαξε άρδην την καθημερινότητα μας και γκρέμισε τους ζωτικότερους μύθους μας είχε τελειώσει. Με αμφιθυμίες και παλινωδίες, με άλματα αλλά και τρεκλίσματα, η πατρίδα είχε καταφέρει να ξανασταθεί στα πόδια της. Φτύναμε τον κόρφο μας. Θυμόμασταν τις συμπληγάδες από τις οποίες περάσαμε. Τολμούσαμε -δειλά στην αρχή, είναι αλήθεια- να κάνουμε σχέδια για το μέλλον. Να ελπίσουμε ξανά στο καλύτερο. Ο Χρήστος Χωμενίδης αναψηλαφεί ό,τι προηγήθηκε από τις εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2015. Από τη δεύτερη και πύρρειο νίκη του ΣΥΡΙΖΑ.
Σε όλες τις κυβερνήσεις στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης δίνονται δύο ευκαιρίες. Οι πολίτες τις ψηφίζουν μία φορά και άλλη μία πριν τους γυρίσουν την πλάτη, προτού τους πουν το θλιβερό εκείνο “thank you next”. Συνέβη το 1974 και το 1977 με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το ’81 και το ’85 με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ’96 και το 2000 με τον Κώστα Σημίτη. Το 2004 και το 2007 με τον Κώστα Καραμανλή… Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης την περίοδο 1989-1990 κέρδισε όχι δύο, τρεις εκλογές μέσα σε ένδεκα μήνες για να πετύχει τελικά, εξαιτίας της απλής αναλογικής, μια ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία των εκατόν πενήντα ενός βουλευτών.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν στάθηκε εξαίρεση στον κανόνα. Οι Έλληνες τον εμπιστεύθηκαν κι εκείνον δύο φορές – τρεις αν μετρήσουμε και το δημοψήφισμα. Τις ευκαιρίες του όμως, τα «κανονάκια» του όπως τα λέγαμε μικροί που παίζαμε φλίπερ, τα έκαψε σε λιγότερο από έναν χρόνο. Μπορούσε να κάνει αλλιώς; Μετά την δεκαεπτάωρη διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες και το τρίτο μνημόνιο που συμφωνήθηκε στις 13 Ιουλίου 2015, πολλοί σύντροφοι του Τσίπρα στο κόμμα του τον θεωρούσαν από δειλό μέχρι προδότη. Οι κήρυκες της ρήξης με το ευρωπαϊκό κατεστημένο, της υλοποίησης του υπερήφανου ΟΧΙ, αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ίδρυσαν τη Λαϊκή Ενότητα. Με επικεφαλής τον Παναγιώτη Λαφαζάνη και στο πλευρό του τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ο κάποτε μέντορας του Αλέξη Τσίπρα, ο παραμερισμένος στη συνέχεια Αλέκος Αλαβάνος, τους υποστήριξε. Όπως και ο Μανώλης Γλέζος. Στη Λαϊκή Ενότητα εντάχθηκαν 25 βουλευτές. Ο Σύριζα έμεινε με 124. Μπορούσε να εξακολουθήσει να κυβερνάει; Θεωρητικά ναι. Συνεργαζόμενος με τα μνημονιακά κόμματα, Νέα Δημοκρατία, Ποτάμι και ΠΑΣΟΚ. Στα οποία είχε στηριχτεί για να περάσει από τη Βουλή το τρίτο μνημόνιο, στην ολονύχτια συνεδρίαση της 14ης Αυγούστου. Ομολογώντας κάθε μέρα την ιδεολογική και πολιτική του ήττα. Γιατί να επιθυμεί κάτι τέτοιο ο Αλέξης Τσίπρας; «Η λαϊκή εντολή της 25ης Ιανουαρίου εξάντλησε τα όρια της» δήλωσε σε διάγγελμα στις 20 Αυγούστου. Και προκήρυξε εκλογές για τις 20 Σεπτεμβρίου.
Ένας τρίτος εκλογικός γύρος ήταν καλοδεχούμενος από πολλούς από εμάς που είχαμε σταθεί απέναντι στο απατηλό -ή αυταπατώμενο- αντιμνημονιακό μέτωπο τα τελευταία πέντε χρόνια. Που ξέραμε ότι μια χρεοκοπημένη χώρα ακούγεται τουλάχιστον γραφική όταν φωνάζει “Go Back” στους δανειστές από τους οποίους εξαρτάται. Πως τα μνημόνια δεν σκίζονται στις πλατείες των «Αγανακτισμένων» ούτε καταργούνται με έναν νόμο του ενός άρθρου. Κατά το καλοκαίρι του 2015 μάς είχε
φτάσει η ψυχή στο στόμα. Είχαμε ωστόσο συστήσει ένα δικό μας μέτωπο: το «Μένουμε Ευρώπη». Που υπερέβαινε τις διαχωριστικές γραμμές των παραδοσιακών κομμάτων. Και τις φθαρμένες ηγεσίες τους. Στις συγκεντρώσεις του ΝΑΙ λίγο νοιαζόμασταν αν ο διπλανός μας δήλωνε δεξιός, φιλελεύθερος ή σοσιαλδημοκράτης.
Η ανάγκη να αποφύγει η πατρίδα τον όλεθρο μάς έκανε να παραμερίζουμε διαφορές, προκαταλήψεις, ακόμα και παλιές έχθρες.
Το ΝΑΙ βεβαίως είχε κατά κράτος ηττηθεί στο δημοψήφισμα. Είχε όμως συγκεντρώσει ένα 38,69%. Εκείνο το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό μπορούσε να γίνει η μαγιά για κάτι καινούργιο. Αρκεί να ξεπερνούσε τις παθογένειες της Μεταπολίτευσης.
ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ PODCAST ΕΔΩ