papageorgiou

Η ανάκαμψη, οι εξαγγελίες και οι νέες διαχωριστικές γραμμές

Γ. Χ. Παπαγεωργίου

Καθώς η ημέρα της εξόδου από τα μνημόνια πλησιάζει, η συζήτηση αρχίζει πλέον όλο και περισσότερο να εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η οικονομία θα ανακάμψει για να δημιουργεί «πλούτο», δηλαδή απασχόληση, εισοδήματα και κέρδη. Το ασφυκτικό πλαίσιο είναι δεδομένο, αφού ο κρατικός προϋπολογισμός θα πρέπει να δημιουργεί κάθε χρόνο τα λεγόμενα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή περίσσευμα προτού πληρωθούν οι τόκοι για το χρέος, της τάξης των 6,5 δισ. ευρώ με τα σημερινά δεδομένα (3,5% του ΑΕΠ). Ποσό τεράστιο, εάν αναλογιστούμε ότι τόσο περίπου είναι κάθε χρόνο και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, για το οποίο μάλιστα το ελληνικό κράτος βάζει μόνο τα μισά, αφού τα υπόλοιπα προέρχονται από ευρωπαϊκές ενισχύσεις. Με άλλα λόγια, το ελληνικό κράτος θα πρέπει κάθε χρόνο να εξοικονομεί ως πλεόνασμα για να αποπληρώνει το χρέος ποσό διπλάσιο από εκείνο που δίνει για δημόσια έργα.

Ο περιορισμός αυτός είναι καταλυτικός και σημαίνει ότι τα επόμενα χρόνια η όποια ελληνική κυβέρνηση θα έχει τεράστια δυσκολία να μειώσει τους φόρους ή να αυξήσει τις κρατικές δαπάνες, ανεξάρτητα από τις όποιες εξαγγελίες και υποσχέσεις από κάθε πλευρά. Εκτός κι αν πάρει τα βάρη από τη μία πλάτη για να τα μεταφέρει σε κάποιους άλλους. Πέρα από αυτό, όμως, η δημόσια αντιπαράθεση για το πώς θα αναταχθεί η οικονομία περιορίζεται σε επιφανειακές και συνθηματολογικές αναφορές. Τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα αναπτυξιακό σχέδιο το οποίο περιέχει ενδιαφέρουσες γενικές κατευθύνσεις, αλλά η αντιπολίτευση το απέρριψε ως γενικόλογο και αόριστο. Το ενδιαφέρον είναι ότι από τις δημόσιες τοποθετήσεις που έχουν γίνει μέχρι τώρα οι δύο πλευρές δεν φαίνεται να διαφωνούν ως προς τους στόχους. Και οι δύο μιλάνε για παραγωγική ανασυγκρότηση, εξωστρεφή ανάπτυξη, οικονομία της γνώσης και καινοτομία. Λίγο πολύ στους ίδιους κλάδους εστιάζουν όλοι τα τελευταία χρόνια: τουρισμός, υπηρεσίες μεταφορών και επιμελη­τείας (logistics), ναυτιλία, φάρμακα, αγροδιατροφή κ.λπ.

Η κυβερνητική πλευρά, παρόλο που εμφορείται από αριστερή ιδεολογία, δείχνει να έχει αποδεχθεί τους αντικειμενικούς περιορισμούς που επιβάλλουν το κυρίαρχο δόγμα της Ευρωζώνης και ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και να έχει ασπαστεί τον δρόμο δημιουργίας εισοδημάτων και κερδών μέσω της αγοράς.
Λογικά, λοιπόν, θα έπρεπε να υπάρχει ένα μίνιμουμ συναίνεσης στην ελληνική πολιτική σκηνή για κάποια βασικά πράγματα που είναι αναγκαία προκειμένου να ξαναβρούν οι Ελληνες το χαμένο βιοτικό τους επίπεδο. Οσο όμως η συζήτηση αρχίζει και μπαίνει σε βάθος τόσο διακρίνονται κάποιες σαφείς διαχωριστικές γραμμές.
Την περασμένη εβδομάδα, μιλώντας στη γενική συνέλευση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης διαφοροποιήθηκαν σε ορισμένα ζητήματα, όπως τα Εργασιακά.

Ο μεν Αλέξης Τσίπρας έδωσε έμφαση στην επαναφορά των εργασιακών δικαιωμάτων και του κατώτατου μισθού μετά τη λήξη του μνημονίου, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέρριψε κάτι τέτοιο με το επιχείρημα ότι καθιστούν την αγορά εργασίας άκαμπτη και επιβαρύνουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η σύμπτωση στους γενικούς στόχους είναι εύκολη αλλά και ανώφελη. Είναι σαν να λέμε ότι όλοι συμφωνούμε πως είναι καλύτερα να είναι κάποιος πλούσιος και υγιής παρά φτωχός και ασθενής.

Πέρα από γενικούς στόχους και διακηρύξεις, το κλειδί της επόμενης ημέρας είναι ποια συγκεκριμένα μέτρα θα εφαρμοστούν, ποιους θα επιβαρύνουν και ποιους θα ωφελήσουν.

ΣΧΟΛΙΑ (1)

Giannis

Ti λες ρε μεγάλε Εχουμε μεινει αναυδοι απο την αναλυση

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία