Η θητεία του
Βολοντίμιρ Ζελένσκι στην προεδρία της
Ουκρανίας έχει υπερβεί πλέον τα επτά χρόνια, χωρίς στο διάστημα αυτό να έχει πραγματοποιηθεί νέα εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη του αρχηγού του κράτους. Ο Ουκρανός Πρόεδρος, ο οποίος εξελέγη την άνοιξη του 2019 με ποσοστό που ξεπέρασε το 73% στον δεύτερο γύρο, θα έπρεπε, υπό κανονικές συνθήκες, να έχει ζητήσει την ανανέωση της λαϊκής εντολής τον Μάρτιο του 2024.
Η ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 και η επιβολή στρατιωτικού νόμου ανέτρεψαν, ωστόσο, το εκλογικό χρονοδιάγραμμα της χώρας, δημιουργώντας μία πρωτόγνωρη πολιτική πραγματικότητα για την Ουκρανία μετά την ανεξαρτητοποίησή της το 1991.
Η παραμονή του Ζελένσκι στην εξουσία έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα γύρω από το πολιτικό μέλλον της Ουκρανίας. Η Μόσχα αμφισβητεί τη νομιμοποίησή του, χρησιμοποιώντας τη λήξη της προβλεπόμενης πενταετούς θητείας ως επιχείρημα για να θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμη και τη δυνατότητά του να υπογράψει μία μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία.
Η ουκρανική κυβέρνηση αντιτείνει ότι η αναβολή των
εκλογών δεν αποτελεί πολιτική επιλογή του Προέδρου αλλά υποχρέωση που απορρέει από το ισχύον νομικό καθεστώς. Η απάντηση βρίσκεται στις διατάξεις του ουκρανικού Συντάγματος, οι οποίες διαχωρίζουν τη διάρκεια της προεδρικής θητείας από τη συνέχιση της άσκησης των προεδρικών αρμοδιοτήτων, καθώς και στη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία του κράτους σε συνθήκες πολέμου.
Τι προβλέπει το Σύνταγμα για την εκλογή και τη θητεία του προέδρου
Το άρθρο 103 του ουκρανικού
Συντάγματος ορίζει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται με καθολική, άμεση και μυστική ψηφοφορία για θητεία πέντε ετών. Προβλέπει επίσης ότι οι τακτικές προεδρικές εκλογές διεξάγονται την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου του πέμπτου έτους της προεδρικής θητείας. Στην περίπτωση του Ζελένσκι, ο οποίος ανέλαβε επισήμως τα καθήκοντά του στις 20 Μαΐου 2019, η προβλεπόμενη ημερομηνία των επόμενων εκλογών ήταν η 31η Μαρτίου 2024.
Η συγκεκριμένη διάταξη δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης ως προς την κανονική διάρκεια της προεδρικής θητείας. Η πενταετία αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο όριο και δεν μπορεί να παραταθεί κατά βούληση από τον ίδιο τον Πρόεδρο, την κυβέρνηση ή το Κοινοβούλιο. Ωστόσο, το ουκρανικό Σύνταγμα περιλαμβάνει μία δεύτερη διάταξη, εξίσου καθοριστική για την ερμηνεία της σημερινής κατάστασης.
Το άρθρο 108 ορίζει ότι ο Πρόεδρος της Ουκρανίας ασκεί τις αρμοδιότητές του μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων από τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο. Πρόκειται για πρόβλεψη που αποσκοπεί στη διασφάλιση της συνέχειας της κρατικής εξουσίας, αποτρέποντας τη δημιουργία θεσμικού κενού ανάμεσα στη λήξη μιας προεδρικής θητείας και στην εγκατάσταση της επόμενης ηγεσίας.
Αυτή ακριβώς η διάταξη αποτελεί το κεντρικό συνταγματικό επιχείρημα της ουκρανικής πλευράς. Εφόσον δεν έχει εκλεγεί νέος Πρόεδρος, ο εν ενεργεία αρχηγός του κράτους εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του. Η παρέλευση της πενταετίας δεν ενεργοποιεί αυτομάτως διαδικασία απομάκρυνσής του ούτε προβλέπεται ότι οι προεδρικές αρμοδιότητες μεταφέρονται στον πρόεδρο της Βερχόβνα Ράντα αποκλειστικά λόγω της λήξης της κανονικής θητείας.
Το άρθρο 112, το οποίο ρυθμίζει την προσωρινή άσκηση των προεδρικών καθηκόντων από τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου, αφορά συγκεκριμένες περιπτώσεις πρόωρης λήξης της προεδρικής θητείας, όπως η παραίτηση, η αδυναμία άσκησης καθηκόντων για λόγους υγείας, η απομάκρυνση μέσω της προβλεπόμενης συνταγματικής διαδικασίας ή ο θάνατος του Προέδρου. Δεν προβλέπει την αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εξουσίας επειδή δεν κατέστη δυνατή η πραγματοποίηση εκλογών στην προβλεπόμενη ημερομηνία.
Η διαφορά έχει ουσιαστική νομική σημασία. Η λήξη της κανονικής διάρκειας μιας θητείας και η παύση άσκησης των αρμοδιοτήτων ενός συνταγματικού οργάνου δεν αποτελούν, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ερμηνεία, ταυτόσημα γεγονότα.
Ο στρατιωτικός νόμος και η απαγόρευση των εκλογών
Η ρωσική εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022 οδήγησε την ουκρανική ηγεσία στην κήρυξη στρατιωτικού νόμου σε ολόκληρη την επικράτεια. Το καθεστώς αυτό, το οποίο παρατείνεται με τις προβλεπόμενες θεσμικές διαδικασίες, επιτρέπει την εφαρμογή έκτακτων μέτρων για την άμυνα και τη λειτουργία του κράτους, περιορίζοντας παράλληλα ορισμένα δικαιώματα και ελευθερίες.
Το άρθρο 64 του Συντάγματος επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, προσωρινούς περιορισμούς συνταγματικών δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια στρατιωτικού νόμου ή κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Η ίδια η συνταγματική διάταξη δεν περιλαμβάνει, ωστόσο, μία αυτοτελή και γενική απαγόρευση διεξαγωγής εκλογών.
Η απαγόρευση αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 19 του νόμου 389-VIII του 2015 περί του νομικού καθεστώτος του στρατιωτικού νόμου. Η συγκεκριμένη νομοθεσία απαγορεύει τη διεξαγωγή προεδρικών, βουλευτικών και αυτοδιοικητικών εκλογών, καθώς και εθνικών ή τοπικών δημοψηφισμάτων, όσο το έκτακτο καθεστώς παραμένει σε ισχύ. Απαγορεύει επίσης την τροποποίηση του Συντάγματος κατά την ίδια περίοδο.
Η απαγόρευση έχει γενικό χαρακτήρα και δεν αφορά αποκλειστικά την προεδρία. Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν τον Ιούλιο του 2019, ενώ οι επόμενες, οι οποίες κανονικά θα διεξάγονταν τον Οκτώβριο του 2023, επίσης αναβλήθηκαν. Αντίστοιχα, δεν πραγματοποιήθηκαν οι προγραμματισμένες προεδρικές εκλογές του 2024.
Πέρα από το νομικό σκέλος, η διεξαγωγή εκλογών σε μία χώρα που βρίσκεται σε πόλεμο δημιουργεί σοβαρά πρακτικά και πολιτικά προβλήματα. Εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν εγκαταλείψει τις εστίες τους, σημαντικός αριθμός πολιτών βρίσκεται στο εξωτερικό, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες στρατιωτικοί υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις. Παράλληλα, τμήματα της ουκρανικής επικράτειας παραμένουν υπό ρωσικό έλεγχο, γεγονός που καθιστά αδύνατη την ομαλή λειτουργία εκλογικών μηχανισμών στις συγκεκριμένες περιοχές.
Η διασφάλιση της καθολικότητας της ψήφου, της ισότιμης συμμετοχής των υποψηφίων, της ελεύθερης προεκλογικής δραστηριότητας και της μυστικότητας της ψηφοφορίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν μία χώρα καλείται να οργανώσει εκλογές υπό συνθήκες συνεχών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Πρόκειται για ζητήματα που δεν αντιμετωπίζονται αποκλειστικά με μία νομοθετική τροποποίηση, καθώς συνδέονται άμεσα με την αξιοπιστία και τη διεθνή αναγνώριση του εκλογικού αποτελέσματος.
Η διαφορετική συνταγματική μεταχείριση του Κοινοβουλίου
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συζήτησης αφορά τη διαφορετική διατύπωση που χρησιμοποιεί το ουκρανικό Σύνταγμα για τη συνέχιση της θητείας του Προέδρου και του Κοινοβουλίου.
Στην περίπτωση της Βερχόβνα Ράντα, το άρθρο 83 περιλαμβάνει ρητή πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία, εάν η πενταετής κοινοβουλευτική θητεία λήξει κατά τη διάρκεια στρατιωτικού νόμου ή κατάστασης έκτακτης ανάγκης, οι αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου παρατείνονται μέχρι την πρώτη συνεδρίαση της νέας Βουλής που θα εκλεγεί μετά την άρση του έκτακτου καθεστώτος.
Η διατύπωση είναι σαφής και συνδέει ευθέως την παράταση της κοινοβουλευτικής θητείας με τις συνθήκες πολέμου. Για την προεδρία, αντίθετα, δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη που να αναφέρει ρητά ότι η πενταετής θητεία παρατείνεται λόγω στρατιωτικού νόμου.
Αυτή η διαφοροποίηση αποτελεί το βασικό σημείο πάνω στο οποίο στηρίζεται η αντίθετη νομική επιχειρηματολογία. Όσοι αμφισβητούν τη συνέχιση της προεδρικής θητείας υποστηρίζουν ότι ο συνταγματικός νομοθέτης προέβλεψε ειδικά την παράταση της θητείας του Κοινοβουλίου, χωρίς να θεσπίσει αντίστοιχο κανόνα για τον αρχηγό του κράτους. Κατά την άποψη αυτή, η απουσία ρητής πρόβλεψης δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα.
Η επικρατούσα θεσμική ερμηνεία στην Ουκρανία είναι διαφορετική. Το άρθρο 108 δεν παρατείνει τυπικά την πενταετή θητεία αλλά επιτρέπει τη συνέχιση της άσκησης των προεδρικών αρμοδιοτήτων μέχρι να αναλάβει καθήκοντα ο διάδοχος. Σε συνδυασμό με τη νομοθετική απαγόρευση διεξαγωγής εκλογών υπό στρατιωτικό νόμο, δημιουργεί το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί η προεδρία.
Η διάκριση αυτή δεν εξαλείφει κάθε ερμηνευτικό ζήτημα, αποδυναμώνει όμως τον ισχυρισμό ότι η συμπλήρωση της πενταετίας συνεπάγεται αυτομάτως απώλεια όλων των προεδρικών εξουσιών.
Η αμφισβήτηση από τη Μόσχα και το ζήτημα της νομιμοποίησης
Η Ρωσία έχει αξιοποιήσει επανειλημμένα τη μη διεξαγωγή εκλογών για να αμφισβητήσει την πολιτική και θεσμική νομιμοποίηση του Ζελένσκι. Η επιχειρηματολογία της Μόσχας στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι η κανονική πενταετής προεδρική θητεία ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2024, χωρίς να έχει προηγηθεί νέα εκλογική διαδικασία.
Η αμφισβήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πεδίο των ενδεχόμενων ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Η ρωσική πλευρά έχει θέσει ζήτημα νομιμότητας της ουκρανικής ηγεσίας και, κατ' επέκταση, της δυνατότητάς της να αναλάβει δεσμεύσεις στο πλαίσιο μιας συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου.
Ωστόσο, η πολιτική αμφισβήτηση από ένα άλλο κράτος δεν συνιστά από μόνη της νομική διαπίστωση ότι ένας Πρόεδρος έχει απολέσει τις συνταγματικές του αρμοδιότητες. Η ερμηνεία του ουκρανικού Συντάγματος και η λειτουργία των ουκρανικών θεσμών αποτελούν ζητήματα της εσωτερικής συνταγματικής τάξης της χώρας. Η διεθνής αναγνώριση της κυβέρνησης και η δυνατότητα του κράτους να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες δεν παύουν αυτομάτως επειδή οι τακτικές εκλογές αναβλήθηκαν υπό συνθήκες πολέμου.
Παράλληλα, πρέπει να διαχωριστεί η συνταγματική νομιμότητα από την πολιτική νομιμοποίηση. Η πρώτη αφορά τη δυνατότητα ενός κρατικού οργάνου να συνεχίζει να ασκεί τις αρμοδιότητές του βάσει των ισχυουσών διατάξεων. Η δεύτερη συνδέεται με την ανανέωση της λαϊκής εντολής μέσω εκλογών, στοιχείο θεμελιώδες για κάθε δημοκρατικό σύστημα.
Η αναβολή των εκλογών μπορεί να δικαιολογείται νομικά από τις έκτακτες συνθήκες, δεν αναιρεί όμως το γεγονός ότι όσο παρατείνεται ο πόλεμος τόσο μεγαλώνει η χρονική απόσταση από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση. Πρόκειται για μία πραγματική θεσμική δυσκολία, την οποία η Ουκρανία θα κληθεί να αντιμετωπίσει ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Τι πρέπει να συμβεί για να πραγματοποιηθούν εκλογές
Το ενδεχόμενο μιας εκεχειρίας ή μιας συμφωνίας τερματισμού των εχθροπραξιών δεν συνεπάγεται αυτομάτως την προκήρυξη εκλογών. Η καθοριστική νομική προϋπόθεση είναι η αντιμετώπιση του καθεστώτος στρατιωτικού νόμου, καθώς όσο αυτό παραμένει σε ισχύ η σημερινή νομοθεσία απαγορεύει τη διεξαγωγή τους.
Ακόμη και στην περίπτωση άρσης του στρατιωτικού νόμου, η επιστροφή στην εκλογική κανονικότητα θα απαιτούσε σημαντική προετοιμασία. Θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα των εκλογικών καταλόγων, της συμμετοχής των εκτοπισμένων και των Ουκρανών που ζουν στο εξωτερικό, της ψήφου των στρατιωτικών, της λειτουργίας των εκλογικών επιτροπών και της ασφάλειας των πολιτών.
Ιδιαίτερα δύσκολο παραμένει το ζήτημα των κατεχόμενων εδαφών. Η αδυναμία διεξαγωγής εκλογών σε περιοχές που δεν ελέγχονται από το Κίεβο δημιουργεί ερωτήματα για την εκπροσώπηση των κατοίκων τους και την ισότιμη συμμετοχή τους στην πολιτική διαδικασία. Αντίστοιχα, η επιστροφή εκατομμυρίων προσφύγων δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη ακόμη και μετά από μία ενδεχόμενη συμφωνία ειρήνης.
Οι ουκρανικές αρχές θα πρέπει επίσης να καθορίσουν ένα εκλογικό χρονοδιάγραμμα που θα επιτρέπει την ουσιαστική προεκλογική αντιπαράθεση. Η ύπαρξη περισσότερων υποψηφίων και κομμάτων δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει μία ελεύθερη εκλογική διαδικασία, εάν δεν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανεμπόδιστη πολιτική δραστηριότητα, την ενημέρωση των ψηφοφόρων και την αποτελεσματική εποπτεία της ψηφοφορίας.
Το ζήτημα δεν είναι, συνεπώς, μόνο πότε θα επιτραπούν νομικά οι εκλογές αλλά και υπό ποιες συνθήκες θα μπορούν να διεξαχθούν με τρόπο που να διασφαλίζει την αξιοπιστία του αποτελέσματος.
Η επόμενη ημέρα για την ουκρανική δημοκρατία
Η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία συνταγματική και πολιτική πραγματικότητα που το υφιστάμενο θεσμικό της πλαίσιο καλείται να διαχειριστεί υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Από τη μία πλευρά, το Σύνταγμα κατοχυρώνει την περιοδική ανανέωση της λαϊκής εντολής και προσδιορίζει με σαφήνεια τη διάρκεια των προεδρικών και κοινοβουλευτικών θητειών. Από την άλλη, προβλέπει τη συνέχεια της κρατικής λειτουργίας, ενώ η νομοθεσία περί στρατιωτικού νόμου απαγορεύει τη διεξαγωγή εκλογών κατά τη διάρκεια του έκτακτου καθεστώτος.
Η σημερινή παραμονή του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στην προεδρία στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 108 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο ο εν ενεργεία Πρόεδρος συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από τον νεοεκλεγέντα διάδοχό του. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν καταργεί την πενταετή προεδρική θητεία ούτε παρέχει στον αρχηγό του κράτους δικαίωμα απεριόριστης αναβολής των εκλογών κατά την προσωπική του κρίση.
Η απουσία εκλογών συνδέεται με τη διατήρηση του στρατιωτικού νόμου, ενός καθεστώτος που επιβλήθηκε μετά τη ρωσική εισβολή και εξακολουθεί να καθορίζει τη λειτουργία των ουκρανικών θεσμών. Η ουσιαστική δοκιμασία για το πολιτικό σύστημα της χώρας θα προκύψει όταν οι συνθήκες επιτρέψουν την επιστροφή στην εκλογική διαδικασία. Τότε θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η αναστολή των εκλογών υπήρξε πράγματι ένα έκτακτο μέτρο συνδεδεμένο με τον πόλεμο και όχι μία μόνιμη μεταβολή στον τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας.
Για τον Ζελένσκι, η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα αποτελέσει την πρώτη ευκαιρία να ζητήσει νέα λαϊκή εντολή μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Για την Ουκρανία, θα αποτελέσει μία πολύ ευρύτερη θεσμική δοκιμασία, καθώς η χώρα θα κληθεί να επαναφέρει την πλήρη εκλογική λειτουργία της δημοκρατίας της έπειτα από χρόνια πολέμου, εκτεταμένων καταστροφών και βαθιών αλλαγών στην κοινωνική και πολιτική της πραγματικότητα.