Ανάλυση: Ο Τραμπ βλέπει την ιρανική απειλή, αλλά αποφεύγει να κοιτάξει προς τη Μόσχα

Ανάλυση: Ο Τραμπ βλέπει την ιρανική απειλή, αλλά αποφεύγει να κοιτάξει προς τη Μόσχα

Είναι πλέον επαναλαμβανόμενο το μοτίβο: ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται έτοιμος να χρησιμοποιήσει συντριπτική στρατιωτική ισχύ εναντίον ενός αντιπάλου, αλλά εξαιρετικά απρόθυμος να αντιπαρατεθεί πολιτικά με τον Ρώσο πρόεδρο

Ανάλυση: Ο Τραμπ βλέπει την ιρανική απειλή, αλλά αποφεύγει να κοιτάξει προς τη Μόσχα
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πόλεμο με το Ιράν, παρουσίασε την προστασία των Αμερικανών στρατιωτών ως έναν από τους βασικούς λόγους της επιλογής του. Η Τεχεράνη, υποστήριξε, χρηματοδοτούσε και εξόπλιζε ένοπλες οργανώσεις στη Μέση Ανατολή που επί χρόνια σκότωναν και τραυμάτιζαν δεκάδες στελέχη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.

Ωστόσο, όταν η συζήτηση φτάνει στο ενδεχόμενο η Ρωσία να βοηθά το Ιράν να εντοπίζει και να στοχοποιεί τους ίδιους Αμερικανούς στρατιώτες, η αποφασιστικότητα του Αμερικανού προέδρου υποχωρεί. Η διάθεση για έρευνα αντικαθίσταται από επιφυλάξεις, οι καταγγελίες υποβαθμίζονται και οι διαβεβαιώσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν φαίνεται να αποκτούν για τον Τραμπ μεγαλύτερη βαρύτητα από τις πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών.

Η αντίφαση αγγίζει τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ και αποκαλύπτει ένα σταθερό μοτίβο: ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται έτοιμος να χρησιμοποιήσει συντριπτική στρατιωτική ισχύ εναντίον ενός αντιπάλου, αλλά εξαιρετικά απρόθυμος να αντιπαρατεθεί πολιτικά με τον Ρώσο πρόεδρο.

Δύο διαφορετικές εκδοχές μέσα στην ίδια κυβέρνηση

Η τελευταία ένδειξη αυτής της αντίφασης ήρθε μέσα από την ίδια την κυβέρνηση Τραμπ. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, καταθέτοντας ενώπιον επιτροπής της Γερουσίας, αναγνώρισε ότι τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα είχαν λειτουργήσει με τρόπους που διευκόλυναν ορισμένες από τις ενέργειες του Ιράν. Η διατύπωση ήταν προσεκτική, αλλά πολιτικά σαφής: η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι οι δύο μεγάλες δυνάμεις δεν ήταν απλοί παρατηρητές της σύγκρουσης. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, ο ίδιος ο Τραμπ έσπευσε να αμφισβητήσει εμμέσως τον υπουργό του. Δήλωσε ότι, κατά την άποψή του, η Ρωσία και η Κίνα δεν συμμετείχαν στον πόλεμο, επειδή οι ηγέτες τους τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν προμήθευαν όπλα στην Τεχεράνη.

Η αιτιολόγηση είναι αποκαλυπτική. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν παρουσίασε κάποια αποχαρακτηρισμένη έκθεση, ένα συμπέρασμα των υπηρεσιών πληροφοριών ή ένα εύρημα του Πενταγώνου. Παρέπεμψε στην προσωπική εμπιστοσύνη που δείχνει στις διαβεβαιώσεις των ξένων ηγετών. «Τους εμπιστεύομαι», είπε, προσθέτοντας ότι μπορεί να κάνουν ορισμένα πράγματα, αλλά μέχρι στιγμής τίποτε σημαντικό. Συμπλήρωσε μάλιστα ότι δεν πιστεύει πως θα ήθελαν να τον απογοητεύσουν.

Η φράση αυτή συμπυκνώνει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ αντιλαμβάνεται συχνά τις διεθνείς σχέσεις: όχι ως ένα σύστημα συγκρουόμενων συμφερόντων, θεσμών και στρατηγικών σχεδιασμών, αλλά ως ένα δίκτυο προσωπικών σχέσεων, στο οποίο η πίστη, η συμπάθεια και ο φόβος της προσωπικής του δυσαρέσκειας θεωρούνται μηχανισμοί αποτροπής.

Οι καταγγελίες για τις δορυφορικές λήψεις

Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν περιορίζεται στην πώληση όπλων. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει κατηγορήσει τη Μόσχα ότι παραχώρησε στο Ιράν δορυφορικές εικόνες αμερικανικών βάσεων, προσφέροντας στην Τεχεράνη πληροφορίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον σχεδιασμό επιθέσεων.

Πρόκειται για έναν ισχυρισμό εξαιρετικά σοβαρό. Εάν επιβεβαιωνόταν, θα σήμαινε ότι η Ρωσία δεν υποστήριζε απλώς έναν στρατηγικό της εταίρο, αλλά συνέβαλλε άμεσα στην αναγνώριση στόχων όπου υπηρετούν Αμερικανοί στρατιωτικοί.

Η αντίδραση του Τραμπ ήταν και πάλι υποτονική. Αρχικά υποστήριξε ότι ακόμη και αν είχαν δοθεί τέτοιες πληροφορίες, πιθανότατα δεν θα είχαν ουσιαστική επίδραση. Στη συνέχεια δήλωσε ότι θα ζητούσε εξηγήσεις από τον Πούτιν.

Η στάση αυτή δημιουργεί δύο πολιτικά προβλήματα.

Το πρώτο είναι ότι οι σχετικές πληροφορίες δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Δημοσιεύματα για παροχή ρωσικών πληροφοριών προς το Ιράν είχαν κυκλοφορήσει μήνες νωρίτερα, επικαλούμενα πηγές με γνώση των αμερικανικών εκτιμήσεων. Είχαν επίσης διατυπωθεί καταγγελίες ότι η Μόσχα παρείχε στην Τεχεράνη μη επανδρωμένα αεροσκάφη ή εξαρτήματα για drones – κατηγορίες που το Κρεμλίνο αρνήθηκε. Το δεύτερο είναι ότι ο Τραμπ παρουσιάζει την προσωπική συνομιλία με τον Ρώσο πρόεδρο ως επαρκές εργαλείο εξακρίβωσης. Η φράση «θα ρωτήσω τον Πούτιν» δεν ισοδυναμεί με ανεξάρτητη διερεύνηση. Ούτε απαντά στο βασικό ερώτημα: ποιο θα ήταν το κόστος για τη Μόσχα εάν αποδεικνυόταν ότι βοήθησε το Ιράν να στοχοποιήσει αμερικανικές εγκαταστάσεις;

Η υποβάθμιση ως πολιτική γραμμή

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να μετατοπίσει τη συζήτηση από την πιθανή ρωσική βοήθεια στην αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης. Το επιχείρημα είναι ότι, ακόμη και αν υπήρξε υποστήριξη προς την Τεχεράνη, δεν άλλαξε την πορεία του πολέμου, επειδή οι αμερικανικές δυνάμεις εξακολουθούν να υπερέχουν. Πρόκειται, όμως, για απάντηση σε διαφορετικό ερώτημα.

Το αν η ρωσική βοήθεια ήταν αποτελεσματική δεν αναιρεί τη σημασία της πρόθεσης. Μια ξένη δύναμη μπορεί να αποτύχει να προκαλέσει σημαντικές απώλειες, αλλά αυτό δεν καθιστά την ενέργειά της λιγότερο εχθρική. Για έναν πρόεδρο που επικαλείται την ασφάλεια των Αμερικανών στρατιωτών ως λόγο πολέμου, η πιθανή διευκόλυνση επιθέσεων εναντίον τους θα έπρεπε να αποτελεί ζήτημα πρώτης προτεραιότητας.

Αντίθετα, ο Τραμπ εμφανίζεται να αντιμετωπίζει τη ρωσική εμπλοκή κυρίως ως ένα θέμα που θα μπορούσε να διαταράξει τη σχέση του με τον Πούτιν. Έτσι, το βάρος δεν πέφτει στην εξακρίβωση των γεγονότων, αλλά στον περιορισμό της πολιτικής ζημιάς που θα προκαλούσε μια ανοιχτή σύγκρουση με τη Μόσχα.

Η σημερινή συμπεριφορά θυμίζει έντονα την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ και τις πληροφορίες ότι η Ρωσία είχε προσφέρει οικονομικά ανταλλάγματα σε ένοπλες οργανώσεις για επιθέσεις εναντίον Αμερικανών στρατιωτών στο Αφγανιστάν. Τότε, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι δεν είχε ενημερωθεί προφορικά για τις σχετικές εκτιμήσεις. Δημοσιεύματα, ωστόσο, ανέφεραν ότι οι πληροφορίες είχαν συμπεριληφθεί στην καθημερινή προεδρική ενημέρωση και ότι είχαν φτάσει στον Λευκό Οίκο αρκετό καιρό πριν δημοσιοποιηθούν.

Ο ίδιος χαρακτήρισε την υπόθεση πιθανή απάτη ή κατασκευή των μέσων ενημέρωσης. Παραδέχθηκε επίσης ότι δεν είχε θέσει το θέμα στον Πούτιν, παρά το γεγονός ότι είχε συνομιλήσει μαζί του μετά την αποκάλυψη.

Οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν είχαν εκφράσει απόλυτη βεβαιότητα για την αξιοπιστία της πληροφορίας. Αργότερα έγινε γνωστό ότι η CIA είχε χαμηλή έως μέτρια εμπιστοσύνη στην εκτίμηση. Η αβεβαιότητα, όμως, δεν ισοδυναμεί με διάψευση. Αντιθέτως, σε μια υπόθεση που αφορά πιθανή στοχοποίηση Αμερικανών στρατιωτών, θα δικαιολογούσε μεγαλύτερη και όχι μικρότερη προεδρική προσοχή.

Ο Τραμπ προτίμησε και τότε να μετατρέψει το ζήτημα σε μια συζήτηση περί αμοιβαίων πρακτικών. Υπενθύμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν υποστηρίξει τους Αφγανούς μαχητές εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης τη δεκαετία του 1980, υπονοώντας ότι η συμπεριφορά της Ρωσίας δεν θα ήταν διαφορετική από όσα είχε πράξει ιστορικά η Ουάσιγκτον.

Η ίδια λογική επανέρχεται σήμερα. Ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η Μόσχα θα μπορούσε να απαντήσει πως και οι Ηνωμένες Πολιτείες ενεργούν εναντίον της.

Η προβληματική εξίσωση

Η σύγκριση αυτή εξυπηρετεί τον Τραμπ σε δύο επίπεδα. Πρώτον, του επιτρέπει να αποφεύγει μια ευθεία καταδίκη του Πούτιν. Δεύτερον, μετατρέπει μια συγκεκριμένη κατηγορία σε μια γενική συζήτηση περί υποκρισίας των μεγάλων δυνάμεων.

Όμως η πολιτική συνέπεια είναι σοβαρή. Εάν κάθε εχθρική ενέργεια της Ρωσίας δικαιολογείται ως απάντηση σε αντίστοιχες πρακτικές των Ηνωμένων Πολιτειών, τότε η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει στην πράξη το δικαίωμα να θέτει κόκκινες γραμμές. Η θέση δεν είναι ρεαλισμός. Ρεαλισμός θα ήταν η αναγνώριση ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ανταγωνιστικές δυνάμεις, ότι η Μόσχα θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί κάθε αμερικανική εμπλοκή και ότι η Ουάσιγκτον οφείλει να απαντά με βάση τα δικά της συμφέροντα.

Αντί γι’ αυτό, ο Τραμπ εμφανίζεται να προσφέρει εκ των προτέρων ελαφρυντικά στον αντίπαλό του.

Ένα ακόμη μήνυμα χωρίς κόστος προς τη Ρωσία

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η ηθική εξίσωση ανάμεσα στις ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Είναι το μήνυμα που εκπέμπεται προς το Κρεμλίνο. Εάν η Μόσχα πιστέψει ότι μπορεί να υποστηρίζει το Ιράν με πληροφορίες, τεχνολογία ή εξοπλισμό χωρίς να κινδυνεύει από ουσιαστική αμερικανική αντίδραση, τότε το κίνητρο για αυτοσυγκράτηση μειώνεται. Η απουσία σαφούς προειδοποίησης λειτουργεί ως έμμεση άδεια δοκιμής των ορίων.

Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ δεν έχει δηλώσει δημοσίως και κατηγορηματικά ότι οποιαδήποτε ρωσική βοήθεια στην προσπάθεια στοχοποίησης Αμερικανών στρατιωτών θα αποτελούσε απαράδεκτη ενέργεια με συγκεκριμένες συνέπειες. Απεσταλμένοι του έχουν μεταφέρει αυστηρότερα μηνύματα, αλλά ο ίδιος αποφεύγει να τα υιοθετήσει με την ίδια σαφήνεια. Αυτή η απόσταση είναι κρίσιμη. Στις διεθνείς κρίσεις, οι αντίπαλοι δεν αξιολογούν μόνο τις στρατιωτικές δυνατότητες μιας χώρας. Μετρούν και την πολιτική βούληση του ηγέτη της να τις χρησιμοποιήσει ή να επιβάλει κόστος.

Ο Τραμπ έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένος να πλήξει το Ιράν. Δεν έχει αποδείξει, όμως, ότι είναι διατεθειμένος να συγκρουστεί πολιτικά με τη Ρωσία ακόμη και όταν η συμπεριφορά της μπορεί να αφορά άμεσα τη ζωή Αμερικανών στρατιωτών.

Η επιλεκτική αποφασιστικότητα του Τραμπ

Η πολιτική κριτική προς τον Τραμπ δεν στηρίζεται στην παραδοχή ότι όλες οι καταγγελίες για τη Ρωσία είναι οπωσδήποτε αληθινές. Ούτε ότι ο πρόεδρος θα έπρεπε να προχωρήσει σε μετωπική σύγκρουση με τη Μόσχα πριν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των πληροφοριών. Στηρίζεται στην εντυπωσιακή έλλειψη περιέργειας και πίεσης.

Ένας πρόεδρος που θεωρεί την προστασία των Αμερικανών στρατιωτών επαρκή αιτία για έναν μεγάλο πόλεμο θα αναμενόταν να απαιτεί σαφείς απαντήσεις από τις υπηρεσίες του, να ζητεί εξηγήσεις από τη Μόσχα και να προειδοποιεί δημοσίως για τις συνέπειες οποιασδήποτε εμπλοκής.

Ο Τραμπ κάνει το αντίθετο. Υποβαθμίζει τη σημασία των πληροφοριών, επικαλείται την προσωπική εμπιστοσύνη του στους ηγέτες της Ρωσίας και της Κίνας και εκτιμά ότι κανείς τους δεν θα ήθελε να τον απογοητεύσει.

Όμως η διεθνής πολιτική δεν βασίζεται στον φόβο ότι ένας ηγέτης μπορεί να απογοητευτεί. Βασίζεται στο κόστος, στην αποτροπή και στην αξιοπιστία των κόκκινων γραμμών. Και μέχρι στιγμής, ο Τραμπ έχει δώσει στη Μόσχα κάθε λόγο να πιστεύει ότι η πιθανή υποστήριξή της προς το Ιράν δεν αποτελεί πραγματική κόκκινη γραμμή για τον Λευκό Οίκο.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης