Προσφυγή κατά του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ πραγματοποίησε ο
Τζο Μπάιντεν, σε μια προσπάθεια να εμποδίσει τη δημοσιοποίηση ηχογραφήσεων και απομαγνητοφωνήσεων από τις συνεντεύξεις του με έναν
«αόρατο συγγραφέα», οι οποίες είχαν ληφθεί από τον ειδικό εισαγγελέα που ερεύνησε τον χειρισμό εμπιστευτικών εγγράφων από τον πρώην πρόεδρο.
Στη μήνυση που κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της
Ουάσινγκτον, οι δικηγόροι του Μπάιντεν ανέφεραν ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης σχεδιάζει να παραδώσει μέσα στον
Ιούνιο τα αρχεία στο
Κογκρέσο και στο συντηρητικό ερευνητικό κέντρο
Heritage Foundation.
Οι δικηγόροι υποστηρίζουν ότι η δημοσιοποίηση
«συνιστά αδικαιολόγητη εισβολή στην ιδιωτικότητα του Προέδρου Μπάιντεν». Όπως έγραψαν:
«Κάθε Αμερικανός, συμπεριλαμβανομένου ενός νυν ή πρώην Αντιπροέδρου (όπως ήταν ο Μπάιντεν επί κυβέρνησης Ομπάμα), έχει δικαίωμα στην ιδιωτικότητα στις προσωπικές συνομιλίες που διεξάγει στο σπίτι του. Όταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποκτά αυτές τις πληροφορίες μέσω ποινικής έρευνας, φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για την προστασία τους από τη δημοσιοποίηση».
Αντικείμενο της υπόθεσης είναι ηχογραφήσεις και απομαγνητοφωνήσεις συνεντεύξεων του
Μπάιντεν το
2016 και το
2017 με τον
Μαρκ Ζβονίτσερ, ο οποίος συνεργάστηκε μαζί του στα δύο βιβλία του. Τα αρχεία αυτά εξετάστηκαν από τον ειδικό εισαγγελέα
Ρόμπερτ Χουρ, στο πλαίσιο της έρευνας για την ακατάλληλη διατήρηση εμπιστευτικών εγγράφων από τον Μπάιντεν κατά τη διάρκεια της θητείας του ως γερουσιαστής και Αντιπρόεδρος.
Η έρευνα διάρκειας ενός έτους οδήγησε σε μια έκθεση
345 σελίδων, η οποία αμφισβήτησε την ηλικία και την πνευματική ικανότητα του
Μπάιντεν, αλλά δεν πρότεινε ποινικές κατηγορίες κατά του τότε 81χρονου. Ο Χουρ κατέληξε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για επιτυχή ποινική δίωξη.
Ο Μπάιντεν έχει επίσης αντιταχθεί στη δημοσιοποίηση της ηχογράφησης της συνέντευξής του στον Χουρ. Το
Κογκρέσο το 2024 αποφάσισε να εγκαλέσει τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης,
Μέρικ Γκάρλαντ, για την άρνησή του να παραδώσει την ηχογράφηση, επικαλούμενος την εκτελεστική προνόμιο του Λευκού Οίκου.
Οι απομαγνητοφωνήσεις
πέντε ωρών με ομοσπονδιακούς εισαγγελείς δημοσιοποιήθηκαν την ίδια χρονιά, αποκαλύπτοντας στιγμές όπου ο
Μπάιντεν είχε ασαφή μνήμη για ημερομηνίες και λεπτομέρειες και δήλωνε άγνοια για το αρχείο διακίνησης ορισμένων εμπιστευτικών εγγράφων.
Οι Ρεπουμπλικάνοι υποστηρίζουν ότι ο Μπάιντεν ευνοείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ ο Τραμπ αντιμετωπίστηκε άδικα. Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, τόνισαν τη συνεργασία του πρώην προέδρου στην έρευνα, σε αντίθεση με την ποινική υπόθεση κατά του Ρεπουμπλικανού για την άρνηση επιστροφής εμπιστευτικών εγγράφων.
Στην τοποθέτησή του, μέσω Truth Social, για το θέμα, ο Τραμπ βρήκε την ευκαιρία να χαρακτηρίσει τον Μπάιντεν
«έναν διεφθαρμένο πολιτικό».