Ταμείο 1,776 δισ. δολαρίων για τους συμμάχους του Τραμπ, όσοι θεωρούν ότι είχαν στοχοποιηθεί άδικα από την προηγούμενη κυβέρνηση θα μπορούν να αποζημιωθούν
Ταμείο 1,776 δισ. δολαρίων για τους συμμάχους του Τραμπ, όσοι θεωρούν ότι είχαν στοχοποιηθεί άδικα από την προηγούμενη κυβέρνηση θα μπορούν να αποζημιωθούν
Ο Αμερικανός πρόεδρος αποσύρει την αγωγή των 10 δισ. δολαρίων κατά της IRS – της αμερικανικής εφορίας - και η κυβέρνησή του δημιουργεί μηχανισμό αποζημιώσεων για όσους δηλώνουν θύματα πολιτικής δίωξης από την προηγούμενη διοίκηση - Οι Δημοκρατικοί μιλούν για πρωτοφανές μέτρο το οποίο έχει ως στόχο την ενίσχυση φίλων του Αμερικανού Προέδρου με δημόσιο χρήμα
Η νέα κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ στο εσωτερικό δεν είναι μια απλή υπόθεση αλλά εύλογα θα έλεγε κάποιος πως καμία από όλες τις προηγούμενες δεν ήταν. Η δημιουργία νέου ταμείου με στόχο της ενίσχυση όσων κατά την προηγούμενη προεδρία – Μπάιντεν - «διώχθηκαν» είναι ένα νέο επεισόδιο στη μεγάλη σύγκρουση για το ποιος ελέγχει το αμερικανικό κράτος, ποιος θεωρείται θύμα του και ποιος έχει δικαίωμα να αποζημιωθεί από αυτό.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός ταμείου ύψους 1,776 δισ. δολαρίων, με τον εμφανή συμβολισμό του 1776 – έτος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας - για την αποζημίωση ανθρώπων που υποστηρίζουν ότι στοχοποιήθηκαν πολιτικά από την προηγούμενη κυβέρνηση. Το λεγόμενο «Anti-Weaponization Fund» έρχεται την ίδια στιγμή που ο Τραμπ αποσύρει την αγωγή των 10 δισ. δολαρίων κατά του IRS και του υπουργείου Οικονομικών για τη διαρροή των φορολογικών του στοιχείων. Ο ίδιος δεν θα λάβει χρήματα, σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά θα λάβει επίσημη συγγνώμη.
Η πολιτική ουσία όμως βρίσκεται αλλού. Για πρώτη φορά, μια κυβέρνηση δημιουργεί έναν τόσο μεγάλο μηχανισμό αποζημιώσεων για πρόσωπα που ανήκουν, σε μεγάλο βαθμό, στον πολιτικό χώρο του ίδιου του προέδρου. Δηλαδή, ο πρόεδρος εγκαταλείπει μια προσωπική αγωγή κατά μιας ομοσπονδιακής υπηρεσίας που υπάγεται στην εκτελεστική εξουσία και, στο πλαίσιο αυτής της διευθέτησης, η κυβέρνησή του ανοίγει έναν δημόσιο λογαριασμό για ανθρώπους που δηλώνουν θύματα του «lawfare» - της πολιτικής εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης.
Η αγωγή κατά του IRS και η διαρροή των φορολογικών στοιχείων
Η αφετηρία της υπόθεσης ήταν και σοβαρή και είχε νομική βάση από την πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ. Τα φορολογικά στοιχεία του Τραμπ και του Trump Organization είχαν διαρρεύσει παρανόμως. Ο πρώην εργολάβος του IRS Τσαρλς Λίτλτζον καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση για τη διαρροή φορολογικών αρχείων του Τραμπ, αλλά και χιλιάδων άλλων φορολογουμένων. Ο Τραμπ, μαζί με τους γιους του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ, προσέφυγε κατά του IRS και του υπουργείου Οικονομικών ζητώντας τουλάχιστον 10 δισ. δολάρια.
Το νομικό πρόβλημα, ωστόσο, ήταν από την αρχή εμφανές. Ο Τραμπ κατέθεσε την αγωγή ως ιδιώτης, αλλά την ίδια στιγμή είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή της ίδιας διοίκησης στην οποία υπάγονται οι υπηρεσίες που μήνυσε. Η ομοσπονδιακή δικαστής Κάθλιν Γουίλιαμς είχε ήδη εκφράσει σκεπτικισμό για το αν μια τέτοια υπόθεση μπορούσε να εξεταστεί ως κανονική νομική διαφορά ενώπιον του δικαστηρίου.
Με απλά λόγια, η υπόθεση άγγιζε τον πυρήνα της σύγκρουσης συμφερόντων: μπορεί ένας εν ενεργεία πρόεδρος να διεκδικεί προσωπική αποζημίωση από το κράτος που ο ίδιος διοικεί; Και, ακόμη περισσότερο, μπορεί η απόσυρση αυτής της αγωγής να συνδέεται με τη δημιουργία ενός ταμείου που θα χρηματοδοτείται ουσιαστικά από δημόσιο χρήμα;
Κλείσιμο
Το νέο ταμείο και η πολιτική αρχιτεκτονική του
Το υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι το νέο ταμείο θα δίνει τη δυνατότητα σε όσους θεωρούν ότι υπήρξαν θύματα πολιτικής στοχοποίησης να υποβάλουν αιτήσεις αποζημίωσης. Επισήμως, δεν υπάρχουν κομματικά κριτήρια. Οι αιτήσεις θα εξετάζονται έως τις 15 Δεκεμβρίου 2028, δηλαδή περίπου έναν μήνα πριν από τη λήξη της δεύτερης προεδρικής θητείας του Τραμπ.
Τη λειτουργία του ταμείου θα αναλάβει πενταμελής επιτροπή. Τα μέλη της δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο πρόεδρος θα έχει τη δυνατότητα να απομακρύνει μέλη της επιτροπής. Αυτό σημαίνει πως ο μηχανισμός που θα κρίνει ποιος αποζημιώνεται και με πόσα χρήματα θα βρίσκεται, πολιτικά τουλάχιστον, υπό την άμεση σκιά του Λευκού Οίκου.
Ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς, ο οποίος υπήρξε στο παρελθόν προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ, παρουσίασε το ταμείο ως προσπάθεια αποκατάστασης αδικιών. Η φράση του περί «εργαλειοποίησης της κρατικής μηχανής» εντάσσεται πλήρως στο πολιτικό λεξιλόγιο της δεύτερης προεδρίας Τραμπ. Δεν είναι μια ουδέτερη νομική διατύπωση. Είναι η κεντρική αφήγηση του τραμπισμού μετά τις διώξεις, τις έρευνες, την υπόθεση της 6ης Ιανουαρίου, την έρευνα για τη Ρωσία και την έφοδο στο Μαρ-α-Λάγκο.
Από την ατομική αγωγή στη συλλογική αποζημίωση
Η κίνηση είναι πολιτικά ευφυής, αλλά θεσμικά εκρηκτική. Ο Τραμπ αποφεύγει να εμφανιστεί ως πρόεδρος που παίρνει απευθείας χρήματα από το κράτος για μια προσωπική υπόθεση. Αντί γι’ αυτό, μετατρέπει το ζήτημα σε συλλογική υπόθεση αποκατάστασης. Δεν αποζημιώνεται ο ίδιος. Αποζημιώνονται οι «δικοί του» - ή τουλάχιστον όσοι εντάσσονται στο αφήγημα ότι στοχοποιήθηκαν από το «βαθύ κράτος» και την προηγούμενη κυβέρνηση.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική αλλαγή. Η έννοια της «εργαλειοποίησης» παύει να είναι σύνθημα. Γίνεται διοικητικός μηχανισμός, επιτροπή, διαδικασία, δημόσιο ταμείο, πιθανές πληρωμές. Με άλλα λόγια, η πολιτική καταγγελία θεσμοποιείται.
Οι επικριτές βλέπουν κάτι πολύ διαφορετικό: έναν μηχανισμό πολιτικής επιβράβευσης με χρήματα των φορολογουμένων. Δημοκρατικοί και οργανώσεις εποπτείας αναμένεται να κινηθούν νομικά, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για πρωτοφανή μορφή αυτοεξυπηρέτησης και πιθανή κατάχρηση δημόσιων πόρων. Ο όρος «slush fund» - ταμείο πολιτικής διανομής χωρίς επαρκή έλεγχο - ήδη χρησιμοποιείται από επικριτές της συμφωνίας.
Το προηγούμενο Φλιν και Πέιτζ
Η υπόθεση δεν εμφανίζεται σε κενό. Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ήδη προχωρήσει σε συμβιβασμούς με πρόσωπα του κύκλου Τραμπ. Ο Μάικλ Φλιν, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, είχε προσφύγει κατά της κυβέρνησης ζητώντας 50 εκατ. δολάρια, υποστηρίζοντας ότι το FBI επιχείρησε να τον παγιδεύσει στις πρώτες ημέρες της πρώτης προεδρίας Τραμπ. Η υπόθεση έκλεισε με αποζημίωση άνω του 1 εκατ. δολαρίων. Ο Κάρτερ Πέιτζ, πρώην σύμβουλος της προεκλογικής εκστρατείας Τραμπ, κατέληξε επίσης σε συμβιβασμό για την παρακολούθηση που είχε υποστεί λόγω των επαφών του με Ρώσους το 2016.
Αυτοί οι συμβιβασμοί λειτουργούν πλέον ως πρόπλασμα. Δείχνουν πώς η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να ξαναγράψει θεσμικά την ιστορία των ερευνών της προηγούμενης δεκαετίας. Όχι μόνο πολιτικά, αλλά και οικονομικά. Η αίσθηση αδικίας μετατρέπεται σε απαίτηση αποζημίωσης.
Η σύγκρουση που έρχεται… ξανά
Το ταμείο των 1,776 δισ. δολαρίων θα δοκιμαστεί στα δικαστήρια. Το ερώτημα δεν θα είναι μόνο αν όσοι υποβάλουν αιτήσεις υπέστησαν πράγματι πολιτική δίωξη. Θα είναι αν μια κυβέρνηση μπορεί να δημιουργεί έναν τόσο μεγάλο μηχανισμό αποζημιώσεων μέσα από τη διευθέτηση προσωπικής αγωγής του ίδιου του προέδρου.
Η μάχη θα έχει τρία επίπεδα. Νομικό, γιατί θα εξεταστεί η συνταγματικότητα και η διαδικασία χρηματοδότησης. Πολιτικό, γιατί οι Δημοκρατικοί θα το παρουσιάσουν ως απόδειξη ότι ο Τραμπ χρησιμοποιεί το κράτος για να ανταμείψει συμμάχους. Και θεσμικό, γιατί η υπόθεση ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για το τι σημαίνει ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης όταν η εκτελεστική εξουσία μπορεί να ξαναβαφτίζει τις έρευνες του παρελθόντος ως πολιτική δίωξη.
Για τον Τραμπ, η κίνηση ενισχύει το κεντρικό του αφήγημα: ότι ο ίδιος και οι υποστηρικτές του υπήρξαν θύματα ενός κράτους που λειτούργησε εναντίον τους. Για τους αντιπάλους του, είναι η αντίστροφη όψη του ίδιου νομίσματος: μια προεδρία που δεν αρκείται να αμφισβητήσει τους θεσμούς, αλλά επιχειρεί να τους χρησιμοποιήσει για να επιβραβεύσει τη δική της πολιτική βάση.
Το βέβαιο είναι ότι η Ουάσιγκτον μπαίνει σε ακόμη μία σύγκρουση χωρίς καθαρή γραμμή ανάμεσα στο νομικό και στο πολιτικό. Και αυτή τη φορά, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η υστεροφημία μιας έρευνας ή η αθώωση ενός προσώπου. Είναι το αν το αμερικανικό κράτος μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό αποκατάστασης πολιτικής πίστης - με λογαριασμό που πληρώνεται από τον φορολογούμενο.