Η
νέα διατροφική πυραμίδα που παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Τραμπ, δια στόματος του υπ. Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις τόσο στο εσωτερικό των
ΗΠΑ, όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Κεντρικό μήνυμα του νέου πλαισίου αποτελεί η ριζικά διαφορετική φιλοσοφία στη δομή της διατροφικής πυραμίδας.
Σε αντίθεση με την παραδοσιακή προσέγγιση, όπου η βάση στηρίζεται στα δημητριακά και τις φυτικές τροφές,
η πυραμίδα που παρουσίασε ο Κένεντι στις αρχές του περασμένου Ιανουαρίου υιοθετεί μια σχεδόν
«ανεστραμμένη» λογική, δίνοντας έμφαση στην κατανάλωση πρωτεϊνών υψηλής ποιότητας, πλήρων σε λιπαρά γαλακτοκομικών προϊόντων και υγιεινών λιπαρών.
Παράλληλα, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και η πρόσθετη ζάχαρη τίθενται στο στόχαστρο, καθώς χαρακτηρίζονται επιβλαβή για τη δημόσια υγεία.
Τα ερωτήματα για τη νέα διατροφική πυραμίδα
Κεντρικό μήνυμα των νέων διατροφικών οδηγιών είναι το σύνθημα «Eat real food», δηλαδή η προτροπή για κατανάλωση «πραγματικών τροφίμων». Σε αυτά περιλαμβάνονται τρόφιμα όπως το
κρέας, το ψάρι, τα αυγά, τα λαχανικά και τα φρούτα, ενώ ταυτόχρονα προτείνεται ο αυστηρός περιορισμός των υπερ-επεξεργασμένων προϊόντων και των πρόσθετων σακχάρων.
Αναπόφευκτα, η παρουσίαση των νέων οδηγιών στις ΗΠΑ άνοιξε έναν
νέο κύκλο συζητήσεων στην επιστημονική κοινότητα.
Είναι επιβλαβής για την υγεία η ανεστραμμένη διατροφική πυραμίδα της κυβέρνησης Τραμπ; Απευθύνεται στο σύνολο του πληθυσμού; Και, κυρίως, θα μπορούσε να υιοθετηθεί ως βασικό μοντέλο διατροφής σε μια ευρωπαϊκή, μεσογειακή χώρα όπως η Ελλάδα;
Σε μια προσπάθεια να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα, το
protothema.gr επικοινώνησε με τον διαιτολόγο-διατροφολόγο,
Βασίλη Τσιρώνη, πρόεδρο της προσωρινής διοικούσας επιτροπής του Συλλόγου Διαιτολόγων-Διατροφολόγων Ελλάδος.
Ο κ. Τσιρώνης τοποθετήθηκε επί του θέματος από επιστημονική σκοπιά, αναλύοντας τι πραγματικά ισχύει γύρω από τη νέα διατροφική πυραμίδα των ΗΠΑ και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι επιπτώσεις της στη δημόσια υγεία.
Εάν οι Έλληνες ακολουθούσαν τις οδηγίες των ΗΠΑ...
Κληθείς να απαντήσει ποιες θα ήταν οι βασικές επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού αν οι Έλληνες εγκατέλειπαν τη μεσογειακή διατροφή και υιοθετούσαν ένα μοντέλο με έμφαση στην πρωτεΐνη και τα λιπαρά, ο κ. Τσιρώνης προκρίνει τη
μεσογειακή διατροφή ως το κυρίαρχο μοντέλο διατροφικών συνηθειών που θα πρέπει να ακολουθεί κανείς.
«Η μεσογειακή διατροφή αποτελεί το πιο ελεγμένο πρότυπο διατροφής στον πλανήτη. Είναι το πρότυπο διατροφής που συστήνεται από όλους τους οργανισμούς υγείας για την πρόληψη χρόνιων νοσημάτων, καθώς και για την αντιμετώπισή τους.
Επομένως, η αντικατάσταση της μεσογειακής διατροφής με ένα μοντέλο που δίνει έμφαση στις πρωτεΐνες και τα λιπαρά, ανεξαρτήτως ποιότητας,
ελλοχεύει τον κίνδυνο ανάπτυξης χρόνιων νοσημάτων. Το ερώτημα, βέβαια, για την ελληνική κοινωνία είναι σε ποιο ποσοστό παραμένει προσκολλημένη στη μεσογειακή διατροφή», σημειώνει αρχικά.
Οι διαφορές
Όσον αφορά το αν αυτό το μοντέλο διατροφής συγκρούεται πλήρως με την ελληνική πραγματικότητα, ο κ. Τσιρώνης σημειώνει ότι «θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως
πρόκειται για οδηγίες ενός κράτους προς τους πολίτες του και
όχι για κάτι γενικευμένο που αφορά το σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού». Όπως τονίζει, «σαφώς
υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές».
Και εξηγεί: «Η μείωση ή ακόμα και η πλήρης αποφυγή υπερεπεξεργασμένων τροφών βρίσκεται στη λογική της μεσογειακής διατροφής, καθώς βασικό της στοιχείο αποτελεί η μη επεξεργασμένη τροφή.
Με μια πιο προσεκτική ματιά, όμως, θα δούμε και ουσιαστικές διαφορές, όπως
η αύξηση της πρωτεΐνης σε σχέση με τις προηγούμενες οδηγίες, με ταυτόχρονη
συγκράτηση των κορεσμένων λιπαρών στο 10% των ημερήσιων θερμιδικών αναγκών, όπως δηλαδή ίσχυε και στις προηγούμενες οδηγίες. Αυτό, για να επιτευχθεί μαθηματικά, σημαίνει ότι θα πρέπει να
αυξήσουμε εντυπωσιακά την κατανάλωση των φυτικών πρωτεϊνών, σε αντίθεση με την εικόνα της πυραμίδας που φαίνεται να προωθεί τα ζωικά προϊόντα. Παρόλα αυτά, η πρόσληψη πρωτεΐνης θα πρέπει να αυξάνεται πέραν των οδηγιών σε συγκεκριμένους πληθυσμούς και με εξατομικευμένο τρόπο».
Συνεπώς, σύμφωνα με τον ειδικό, το συγκεκριμένο διατροφικό μοντέλο δεν φαίνεται κατάλληλο
ως γενική σύσταση για τον ελληνικό πληθυσμό, αν και ορισμένες αρχές του, όπως ο περιορισμός των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, μπορούν να αξιοποιηθούν συμπληρωματικά στη μεσογειακή διατροφή.
Παιδική παχυσαρκία
Στο ερώτημα εάν μια τέτοια διατροφική «στροφή» θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την παιδική και εφηβική διατροφή στην Ελλάδα, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία
ήδη καταγράφονται υψηλά ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας, ο κ. Τσιρώνης απαντά τα εξής:
«Προφανώς, έχουμε πολύ ισχυρές μετα-αναλύσεις που δείχνουν ότι η ποιότητα και η ποσότητα των πρωτεϊνών που καταναλώνονται στην παιδική ηλικία αυξάνουν τόσο την υπερβαρότητα όσο και την παχυσαρκία. Οπότε, το να χρησιμοποιήσουμε τα όρια που δίνουν οι Αμερικανοί στην πρόσληψη πρωτεΐνης
μάλλον θα επιβαρύνει τα ήδη υψηλά ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας που καταγράφονται στη χώρα».
«Η προσπάθειά τόσο των επιστημόνων υγείας, όσο και της Πολιτείας θα πρέπει να επικεντρωθεί σε μια στροφή και εκπαίδευση της νέας γενιάς στη μεσογειακή διατροφή και στην αύξηση της φυσικής δραστηριότητας Αυτοί είναι οι πυλώνες για την αντιμετώπιση της παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας», προσθέτει.
Θα βρει οπαδούς η νέα διατροφική οδηγία των ΗΠΑ στην Ελλάδα;
Κλείνοντας και απαντώντας στο παραπάνω ερώτημα ο κ. Τσιρώνης εμφανίζεται βέβαιος ότι θα υπάρξει μερίδα του πληθυσμού που θα ταχθεί υπέρ της συγκεκριμένης προσέγγισης.
«Με το ίντερνετ πλέον η πληροφορία ταξιδεύει ταχύτατα. Οπότε είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει μερίδα του πληθυσμού
που θα δηλώσουν οπαδοί της συγκεκριμένης προσέγγισης. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να υπάρξει ιδιαίτερη προσοχή σε παιδιά και εφήβους, σε ανθρώπους που κάνουν καθιστική ζωή, σε άτομα με χρόνια νοσήματα, καθώς και στους ηλικιωμένους», σημειώνει χαρακτηριστικά.