Θοδωρής Δερέσκος: «Το terroir είναι οι άνθρωποί του»
Τοπογράφος μηχανικός, αλλά κυρίως λάτρης του μεσσηνιακού αμπελώνα, η ψυχή του Κτήματος Δερέσκου μιλά για τα ταξίδια που τον διαμόρφωσαν ως οινοποιό και τη βαθιά σχέση ανάμεσα στο κρασί, στον τόπο κι εκείνους που τον φροντίζουν
Συνέντευξη στον Λευτέρη Τρίγκα
Φωτογράφος Σταύρος Χαμπάκης
Εκεί όπου οι αμπελώνες συναντούν δάση, κουμαριές και ελιές, στους λόφους της Δυτικής Μεσσηνίας, το Κτήμα Δερέσκου μοιάζει περισσότερο με τοπίο ζωγραφισμένο σε καμβά παρά με συμβατικό οινοποιείο. Πριν ακόμη μιλήσουμε όμως για ποικιλίες, σοδειές και ετικέτες, ο Θοδωρής Δερέσκος θέλει να ξεκαθαρίσει κάτι. Το «terroir», η λέξη που χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει τη μοναδικότητα ενός αμπελώνα, δεν είναι μόνο το έδαφος, το μικροκλίμα ή η γεωγραφία. Είναι και οι άνθρωποι. «Το terroir είναι ο τόπος, αλλά και η σχέση που αναπτύσσεις μαζί του», λέει με το βλέμμα στους αμπελώνες της Αγριλιάς. «Είναι οι αποφάσεις που παίρνεις κάθε μέρα, η φροντίδα, η υπομονή, ο τρόπος που παρατηρείς το αμπέλι. Το κρασί δεν είναι μόνο η γη. Είναι και οι άνθρωποι που ζουν μαζί της».
Ξεκινώντας το 1993, σήμερα το Κτήμα Δερέσκου, εκτός από τα φημισμένα κρασιά, προσφέρει και εμπειρίες-αιτία για απόδραση, όπως γευσιγνωσίες, ιδιωτικά γεύματα, yoga retreats, picnic brunches, μουσικές βραδιές μέσα στους αμπελώνες
Κοιτάζοντας το κτήμα, καταλαβαίνεις τι εννοεί. Οι αμπελώνες δεν απλώνονται μονοδιάστατα στον ορίζοντα. Αγκαλιάζονται από δασικές εκτάσεις, πουρνάρια, κουμαριές, πλατάνια, λεβάντες και αγριολούλουδα. Οι κλίσεις του εδάφους δημιουργούν ένα τοπίο σαν παλιά ελαιογραφία της ελληνικής υπαίθρου. «Δεν μου άρεσαν ποτέ τα επίπεδα τοπία», λέει γελώντας. «Μου αρέσει το μάτι να ταξιδεύει. Να υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα, χρώματα, υφές. Η βιοποικιλότητα δεν είναι μόνο αισθητική επιλογή. Είναι μέρος της φιλοσοφίας μας. Πιστεύω ότι όσο περισσότερα στοιχεία συνυπάρχουν αρμονικά τόσο πιο μοναδική γίνεται η έκφραση του τόπου».
Η ιστορία του Κτήματος Δερέσκου ξεκινά σχεδόν απροσδόκητα. Το πρώτο αμπέλι φυτεύεται το 1993, χωρίς κάποιο μεγάλο επιχειρηματικό σχέδιο πίσω του. Εκείνη την περίοδο ο ίδιος εργάζεται ως τοπογράφος μηχανικός στα έργα κατασκευής του μετρό της Αθήνας. «Ημασταν από τους πρώτους που δουλεύαμε στα μεγάλα έργα του μετρό», θυμάται. «Παράλληλα όμως είχαμε φυτέψει το πρώτο Cabernet Sauvignon.
Η ιδέα ήταν απλή: να φτιάξουμε ένα καλό κρασί για εμάς». Η ενασχόληση με το αμπέλι ξεκίνησε σχεδόν ως οικογενειακή περιπέτεια. Ταυτόχρονα άρχισαν και τα ταξίδια. Με τον πατέρα του επισκέπτονταν οινοποιεία στη Γαλλία, στην Τοσκάνη, στη Βουργουνδία και στην Αλσατία, αναζητώντας εμπειρίες και γνώση. «Πηγαίναμε για να δούμε πώς δουλεύουν οι άνθρωποι που ήταν πιο μπροστά από εμάς. Να πάρουμε εικόνες. Να καταλάβουμε τι σημαίνει να αφιερώνεις τη ζωή σου στο κρασί».
Η μετάβαση έγινε σχεδόν οργανικά. «Κατέβαινα αρχικά μία φορά τον μήνα. Μετά κάθε εβδομάδα. Υστερα ήθελα να βρίσκομαι εδώ τις μισές μέρες της εβδομάδας. Μέχρι που κατάλαβα ότι δεν ήθελα να είμαι πουθενά αλλού». Αφησε την Αθήνα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μεσσηνία. Οχι επειδή είχε ένα επιχειρηματικό όραμα, αλλά επειδή τον κέρδισε η διαδικασία. «Πάντα ήθελα να ασχοληθώ με κάτι που ξεκινά από το χώμα. Αυτό το να δημιουργείς κάτι αληθινό. Να βλέπεις έναν κύκλο ζωής να ολοκληρώνεται».
Παρότι η Μεσσηνία είναι διεθνώς γνωστή για το ελαιόλαδο και τα αγροτικά προϊόντα της, ο Θοδωρής Δερέσκος πιστεύει ότι η οινική της ταυτότητα παραμένει υποτιμημένη. «Είναι κρίμα», λέει. «Μιλάμε για έναν τόπο με τεράστια ιστορία. Τα Ανάκτορα του Νέστορα βρίσκονται λίγα λεπτά από εδώ. Σύμφωνα με τον Ομηρο, οι πολεμιστές έπιναν το κρασί του Νέστορα πριν από τις μάχες. Η σχέση αυτής της γης με το αμπέλι είναι πανάρχαια». Κι όμως, η περιοχή δεν απέκτησε ποτέ μία εμβληματική τοπική ποικιλία που να τη συστήσει διεθνώς, όπως συνέβη αλλού στην Ελλάδα. Αυτό, κατά τη γνώμη του, περιόρισε την αναγνωρισιμότητά της.
Σήμερα, όμως, το ενδιαφέρον επιστρέφει. Και το Κτήμα Δερέσκου λειτουργεί ως τόπος εμπειρίας, όχι μόνο παραγωγής. Οι επισκέπτες μπορούν να συμμετέχουν σε γευσιγνωσίες, ιδιωτικά γεύματα, yoga retreats, picnic brunches και μουσικές βραδιές μέσα στους αμπελώνες. «Το όνειρό μου είναι να έρχεται ο κόσμος εδώ και να συνδέεται με τον τόπο, όχι μόνο με το κρασί. Με το τοπίο, τον πολιτισμό, τη φύση». Ισως επειδή για τον ίδιο το κρασί δεν είναι ποτέ αποκομμένο από το περιβάλλον που το γεννά. Είναι η φυσική του συνέχεια. Και αν έπρεπε να συμπυκνώσει όλη τη Μεσσηνία σε ένα μόνο ποτήρι; Δεν διστάζει ούτε στιγμή. «Το Cabernet Sauvignon του 2004. Γιατί μέσα του υπάρχει κάτι γήινο, κάτι βαθιά συνδεδεμένο με αυτή τη γη. Μια αίσθηση που θυμίζει χώμα μετά τη βροχή. Αυτή είναι η Μεσσηνία για μένα».
Καθώς ο ήλιος χαμηλώνει πίσω από τις πλαγιές της Αγριλιάς, το τοπίο παίρνει χρώματα χρυσαφένια. Οι σειρές των αμπελιών, τα δέντρα, οι σκιές και οι λόφοι μοιάζουν πράγματι με ελαιογραφία. Και τότε γίνεται ξεκάθαρο πως το terroir, όπως το περιγράφει ο Θοδωρής Δερέσκος, δεν είναι μια τεχνική έννοια του κρασιού. Είναι μια ιστορία τόπου, μνήμης και ανθρώπων που επιλέγουν να παραμένουν κοντά στη γη.