Νέοι κανόνες για τους servicers: Πλαφόν 15% στις προκαταβολές και πλήρης διαφάνεια στις χρεώσεις
Νέοι κανόνες για τους servicers: Πλαφόν 15% στις προκαταβολές και πλήρης διαφάνεια στις χρεώσεις
Το νέο πλαίσιο για τους servicers εισάγει αυστηρότερους κανόνες στις ρυθμίσεις οφειλών, με όρια στις προκαταβολές, μεγαλύτερη διαφάνεια, κυρώσεις για παραβάσεις και αυξημένη προστασία των συνεπών και ευάλωτων οφειλετών
Έναν «light» εξωδικαστικό μηχανισμό, με αυστηρούς κανόνες, συγκεκριμένες προθεσμίες και πραγματική λογοδοσία των servicers, επιβάλλει το νέο θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους.
Η αλλαγή ξεκινά από τρία στοιχεία που μεταβάλλουν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργούν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων απέναντι στους υπερήμερους δανειολήπτες: δεν θα μπορούν να ζητούν υπέρογκες προκαταβολές για να προχωρήσουν σε ρύθμιση, δεν θα μπορούν να παραβιάζουν ενεργές ρυθμίσεις χωρίς να αντιμετωπίζουν βαριές συνέπειες και θα πρέπει να αιτιολογούν την οφειλή και όλες τις επιμέρους χρεώσεις της μέχρι τελευταίου σεντ.
Η αλλαγή είναι ουσιαστική, καθώς η διμερής ρύθμιση οφειλών περνά από ένα περισσότερο ευέλικτο και σε μεγάλο βαθμό διαπραγματευτικό πλαίσιο σε μια τυποποιημένη διαδικασία με σαφείς κανόνες, προθεσμίες και συνέπειες.
Ο οφειλέτης θα μπορεί να υποβάλλει αίτηση και πλήρη φάκελο στον πιστωτή ή τον servicer και ο τελευταίος θα υποχρεούται να απαντήσει εντός τριών μηνών, υποβάλλοντας είτε πρόταση βιώσιμης ρύθμισης είτε αιτιολογημένη απόρριψη. Ο οφειλέτης θα έχει έναν μήνα για να ανταποκριθεί και η συνολική διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο μέσα σε έξι μήνες. Η νέα διαδικασία θα λειτουργεί ανεξάρτητα από την προσφυγή ή μη στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό, παρέχοντας ουσιαστικά μια δεύτερη, απλούστερη οδό για τη ρύθμιση της οφειλής.
Το πρώτο μεγάλο «φρένο» αφορά τις προκαταβολές. Μέχρι σήμερα το ύψος της προκαταβολής μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και, σύμφωνα με καταγγελίες που έχουν καταγραφεί, σε αρκετές περιπτώσεις έφτανε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ακόμη και πάνω από 30% ή 50% της οφειλής. Για έναν δανειολήπτη που βρίσκεται ήδη σε οικονομική αδυναμία, μια τέτοια απαίτηση μπορούσε να ακυρώσει στην πράξη κάθε προσπάθεια ρύθμισης. Με το νέο πλαίσιο θεσπίζεται ανώτατο όριο 15% στην προκαταβολή που μπορεί να ζητηθεί για την επίτευξη διμερούς ρύθμισης. Το όριο μπορεί να είναι ακόμη χαμηλότερο όταν προκύπτουν ιδιαίτερες συνθήκες οικονομικής δυσχέρειας, κοινωνικά κριτήρια ή ειδικά προβλήματα υγείας. Η λογική είναι ότι η προκαταβολή δεν θα μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται ως δυσανάλογο εμπόδιο για την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο οφειλέτης θα μπορεί στη συνέχεια να εξυπηρετήσει.
Παράλληλα, η πρόταση ρύθμισης θα πρέπει να είναι κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη. Δεν θα αρκεί μια γενική εμπορική προσφορά. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εισοδηματική κατάσταση και την περιουσία του οφειλέτη και να εξηγεί τα δεδομένα στα οποία βασίζεται. Όπου είναι δυνατό να διαμορφωθούν δύο εναλλακτικές λύσεις, θα πρέπει να υποβάλλονται δύο προτάσεις.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος θα καθορίζονται οι ελάχιστες πληροφορίες που θα πρέπει να περιλαμβάνει η πρόταση, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να αντιλαμβάνεται με σαφήνεια γιατί του προτείνεται συγκεκριμένη δόση, διάρκεια ή άλλη μορφή ρύθμισης.
Εδώ όμως βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική αλλαγή: η απαγόρευση συνοδεύεται από πραγματικές και οικονομικά μετρήσιμες κυρώσεις. Εάν ο πιστωτής ή ο servicer παραβιάσει την προστασία, οι σχετικές πράξεις προβλέπεται να είναι αυτοδικαίως άκυρες. Παράλληλα, προβλέπεται πίστωση υπέρ του οφειλέτη ποσού ίσου με πέντε μηνιαίες δόσεις, καθώς και πεντάμηνη παράταση της ρύθμισης χωρίς επιβαρύνσεις.
Προβλέπεται επίσης αποκατάσταση των συνεπειών της παράνομης ενέργειας, ενώ στον παραβάτη μπορεί να επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ. Σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης προβλέπονται αυξημένες εποπτικές συνέπειες. Έτσι, η τήρηση της ρύθμισης δεν αποτελεί πλέον απλώς ζήτημα καλής πρακτικής, αλλά συνδέεται με ένα συγκεκριμένο καθεστώς κυρώσεων.
Τα στοιχεία θα πρέπει να παρέχονται μέσα σε 45 ημέρες, όταν δεν είναι ήδη πλήρως διαθέσιμα μέσω του συστήματος προσωποποιημένης πληροφόρησης. Και η υποχρέωση αυτή δεν θα είναι χωρίς συνέπειες: εάν ο πιστωτής δεν ανταποκριθεί στην προθεσμία, προβλέπεται αναστολή της τοκοφορίας μέχρι την πλήρη χορήγηση των στοιχείων. Με τον τρόπο αυτό η διαφάνεια αποκτά άμεση οικονομική σημασία. Ο servicer δεν θα μπορεί να καθυστερεί την παροχή κρίσιμων στοιχείων και ταυτόχρονα να συνεχίζει να επιβαρύνει την οφειλή με τόκους.
Η αλλαγή ξεκινά από τρία στοιχεία που μεταβάλλουν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργούν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων απέναντι στους υπερήμερους δανειολήπτες: δεν θα μπορούν να ζητούν υπέρογκες προκαταβολές για να προχωρήσουν σε ρύθμιση, δεν θα μπορούν να παραβιάζουν ενεργές ρυθμίσεις χωρίς να αντιμετωπίζουν βαριές συνέπειες και θα πρέπει να αιτιολογούν την οφειλή και όλες τις επιμέρους χρεώσεις της μέχρι τελευταίου σεντ.
Η αλλαγή είναι ουσιαστική, καθώς η διμερής ρύθμιση οφειλών περνά από ένα περισσότερο ευέλικτο και σε μεγάλο βαθμό διαπραγματευτικό πλαίσιο σε μια τυποποιημένη διαδικασία με σαφείς κανόνες, προθεσμίες και συνέπειες.
Ο οφειλέτης θα μπορεί να υποβάλλει αίτηση και πλήρη φάκελο στον πιστωτή ή τον servicer και ο τελευταίος θα υποχρεούται να απαντήσει εντός τριών μηνών, υποβάλλοντας είτε πρόταση βιώσιμης ρύθμισης είτε αιτιολογημένη απόρριψη. Ο οφειλέτης θα έχει έναν μήνα για να ανταποκριθεί και η συνολική διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο μέσα σε έξι μήνες. Η νέα διαδικασία θα λειτουργεί ανεξάρτητα από την προσφυγή ή μη στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό, παρέχοντας ουσιαστικά μια δεύτερη, απλούστερη οδό για τη ρύθμιση της οφειλής.
Το πρώτο μεγάλο «φρένο» αφορά τις προκαταβολές. Μέχρι σήμερα το ύψος της προκαταβολής μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και, σύμφωνα με καταγγελίες που έχουν καταγραφεί, σε αρκετές περιπτώσεις έφτανε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ακόμη και πάνω από 30% ή 50% της οφειλής. Για έναν δανειολήπτη που βρίσκεται ήδη σε οικονομική αδυναμία, μια τέτοια απαίτηση μπορούσε να ακυρώσει στην πράξη κάθε προσπάθεια ρύθμισης. Με το νέο πλαίσιο θεσπίζεται ανώτατο όριο 15% στην προκαταβολή που μπορεί να ζητηθεί για την επίτευξη διμερούς ρύθμισης. Το όριο μπορεί να είναι ακόμη χαμηλότερο όταν προκύπτουν ιδιαίτερες συνθήκες οικονομικής δυσχέρειας, κοινωνικά κριτήρια ή ειδικά προβλήματα υγείας. Η λογική είναι ότι η προκαταβολή δεν θα μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται ως δυσανάλογο εμπόδιο για την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο οφειλέτης θα μπορεί στη συνέχεια να εξυπηρετήσει.
Παράλληλα, η πρόταση ρύθμισης θα πρέπει να είναι κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη. Δεν θα αρκεί μια γενική εμπορική προσφορά. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εισοδηματική κατάσταση και την περιουσία του οφειλέτη και να εξηγεί τα δεδομένα στα οποία βασίζεται. Όπου είναι δυνατό να διαμορφωθούν δύο εναλλακτικές λύσεις, θα πρέπει να υποβάλλονται δύο προτάσεις.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος θα καθορίζονται οι ελάχιστες πληροφορίες που θα πρέπει να περιλαμβάνει η πρόταση, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να αντιλαμβάνεται με σαφήνεια γιατί του προτείνεται συγκεκριμένη δόση, διάρκεια ή άλλη μορφή ρύθμισης.
Οι συνέπειες από την παραβίαση των συμβάσεων
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά τον συνεπή οφειλέτη. Η νέα φιλοσοφία είναι ότι από τη στιγμή που έχει συμφωνηθεί μια ρύθμιση και ο οφειλέτης την τηρεί, ο πιστωτής δεν μπορεί να την παρακάμπτει ή να λαμβάνει ταυτόχρονα μέτρα εναντίον του. Όσο η ρύθμιση είναι ενεργή και τηρείται, απαγορεύονται η καταγγελία της, η έκδοση ή εκτέλεση διαταγής πληρωμής, η κατάσχεση και η συνέχιση πλειστηριασμού. Η προστασία καλύπτει και την περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλλει μια δόση επειδή ο πιστωτής ή ο servicer δεν του έχει χορηγήσει τα αναγκαία στοιχεία για την εξυπηρέτηση της ρύθμισης.Εδώ όμως βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική αλλαγή: η απαγόρευση συνοδεύεται από πραγματικές και οικονομικά μετρήσιμες κυρώσεις. Εάν ο πιστωτής ή ο servicer παραβιάσει την προστασία, οι σχετικές πράξεις προβλέπεται να είναι αυτοδικαίως άκυρες. Παράλληλα, προβλέπεται πίστωση υπέρ του οφειλέτη ποσού ίσου με πέντε μηνιαίες δόσεις, καθώς και πεντάμηνη παράταση της ρύθμισης χωρίς επιβαρύνσεις.
Προβλέπεται επίσης αποκατάσταση των συνεπειών της παράνομης ενέργειας, ενώ στον παραβάτη μπορεί να επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ. Σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης προβλέπονται αυξημένες εποπτικές συνέπειες. Έτσι, η τήρηση της ρύθμισης δεν αποτελεί πλέον απλώς ζήτημα καλής πρακτικής, αλλά συνδέεται με ένα συγκεκριμένο καθεστώς κυρώσεων.
Πλήρης διαφάνεια για την οφειλή
Το τρίτο στοιχείο είναι η πλήρης διαφάνεια ως προς την ίδια την οφειλή. Ο δανειολήπτης θα μπορεί να ζητά χωρίς επιβάρυνση αναλυτική εικόνα του χρέους του: τις συμβάσεις και τις τροποποιήσεις τους, το ιστορικό των καταβολών, τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, το κεφάλαιο, τους τόκους, τις προμήθειες και κάθε άλλη επιβάρυνση. Δεν θα αρκεί πλέον να γνωρίζει ο οφειλέτης ένα συνολικό ποσό. Θα πρέπει να μπορεί να διαπιστώσει πώς αυτό το ποσό προέκυψε και πώς μεταβλήθηκε διαχρονικά.Τα στοιχεία θα πρέπει να παρέχονται μέσα σε 45 ημέρες, όταν δεν είναι ήδη πλήρως διαθέσιμα μέσω του συστήματος προσωποποιημένης πληροφόρησης. Και η υποχρέωση αυτή δεν θα είναι χωρίς συνέπειες: εάν ο πιστωτής δεν ανταποκριθεί στην προθεσμία, προβλέπεται αναστολή της τοκοφορίας μέχρι την πλήρη χορήγηση των στοιχείων. Με τον τρόπο αυτό η διαφάνεια αποκτά άμεση οικονομική σημασία. Ο servicer δεν θα μπορεί να καθυστερεί την παροχή κρίσιμων στοιχείων και ταυτόχρονα να συνεχίζει να επιβαρύνει την οφειλή με τόκους.
Διαβάστε περισσότερα στο newmoney.gr
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα