Γιατί οι αγορές ανεβαίνουν παρά τη γεωπολιτική ένταση: Ο ρόλος της Κίνας, της Ταϊβάν και της «φούσκας» του AI
Γιατί οι αγορές ανεβαίνουν παρά τη γεωπολιτική ένταση: Ο ρόλος της Κίνας, της Ταϊβάν και της «φούσκας» του AI
Παρά πολέμους και διεθνείς κρίσεις, οι δυτικές αγορές κινούνται σε ιστορικά υψηλά, με την ένταση Κίνας–Ταϊβάν και την τεχνητή νοημοσύνη να αποτελούν τους βασικούς αστάθμητους παράγοντες
Η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στις αρχές του 2026 δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Παρ’ όλα αυτά, οι μετοχικές αγορές στη Δύση συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, προκαλώντας ερωτήματα για το κατά πόσο οι επενδυτές λαμβάνουν υπόψη τους διεθνείς κινδύνους.
Τις πρώτες εβδομάδες του έτους καταγράφηκαν σημαντικές εξελίξεις σε πολλά μέτωπα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε στρατιωτικά πλήγματα στη Βενεζουέλα και στη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο. Σχεδόν ταυτόχρονα, στο Ιράν εντάθηκαν οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, με αναλυτές να εκτιμούν ότι το ενδεχόμενο αλλαγής καθεστώτος είναι πιο πιθανό από κάθε άλλη στιγμή μετά την επανάσταση του 1979. Παράλληλα, ο πόλεμος μεταξύ Ρωσία και Ουκρανία συνεχίζεται, παρά τις περσινές προσδοκίες για ειρηνευτική συμφωνία.
Όπως αναλύει η Telegraph τρεις αυτές χώρες –Βενεζουέλα, Ιράν και Ρωσία– ελέγχουν περίπου το 50% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και το 40% του φυσικού αερίου. Ωστόσο, παρά τις εξελίξεις, οι τιμές της ενέργειας δεν έχουν εκτοξευθεί, με το πετρέλαιο να κινείται κοντά στα 63 δολάρια το βαρέλι, ελαφρώς υψηλότερα σε σχέση με την αρχή του έτους.
Παρά τις ανησυχίες για το κρατικό χρέος και την πολιτική πόλωση, οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και το 2026, με τον S&P 500 και τον FTSE 100 να καταγράφουν περαιτέρω κέρδη από τις αρχές του έτους.
Το Πεκίνο διεκδικεί εδώ και χρόνια την Ταϊβάν, θέση που επαναβεβαιώθηκε πρόσφατα από τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος χαρακτήρισε την «επανένωση» του νησιού «αναπόφευκτη». Το 2025 καταγράφηκαν περισσότερες από 3.000 παραβιάσεις του εναέριου χώρου της Ταϊβάν από κινεζικά αεροσκάφη, ενώ αυξήθηκαν και τα περιστατικά δολιοφθοράς σε υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών.
Στις αρχές του 2026, μετά την ανακοίνωση νέου πακέτου στρατιωτικής βοήθειας των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν, η Κίνα πραγματοποίησε εκτεταμένα στρατιωτικά γυμνάσια γύρω από το νησί, εκτοξεύοντας πυραύλους σε παρακείμενα ύδατα και παρουσιάζοντας νέα αποβατικά πλοία. Οι κινήσεις αυτές θεωρούνται οι πιο επιθετικές έως σήμερα και συνδέονται με τον στόχο του Πεκίνου να είναι στρατιωτικά έτοιμο έως το 2027, έτος-ορόσημο για τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό.
Παράλληλα, οι αποτιμήσεις στις αγορές θεωρούνται από πολλούς υπερβολικά υψηλές. Ο δείκτης Shiller CAPE του S&P 500, που προσαρμόζει τον λόγο τιμής προς κέρδη στον οικονομικό κύκλο, κινείται κοντά στο 40, πολύ πάνω από το επίπεδο των 25 που είχε καταγραφεί πριν από την κρίση του 2008.
Σημαντικό μέρος της ανόδου αποδίδεται στην αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Εταιρείες όπως η Nvidia έχουν φτάσει σε αποτιμήσεις που ξεπερνούν το ΑΕΠ ολόκληρων χωρών, ενώ σχεδόν το ήμισυ της κεφαλαιοποίησης του S&P 500 συνδέεται πλέον με μετοχές που σχετίζονται με την AI.
Τις πρώτες εβδομάδες του έτους καταγράφηκαν σημαντικές εξελίξεις σε πολλά μέτωπα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε στρατιωτικά πλήγματα στη Βενεζουέλα και στη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο. Σχεδόν ταυτόχρονα, στο Ιράν εντάθηκαν οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, με αναλυτές να εκτιμούν ότι το ενδεχόμενο αλλαγής καθεστώτος είναι πιο πιθανό από κάθε άλλη στιγμή μετά την επανάσταση του 1979. Παράλληλα, ο πόλεμος μεταξύ Ρωσία και Ουκρανία συνεχίζεται, παρά τις περσινές προσδοκίες για ειρηνευτική συμφωνία.
Όπως αναλύει η Telegraph τρεις αυτές χώρες –Βενεζουέλα, Ιράν και Ρωσία– ελέγχουν περίπου το 50% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και το 40% του φυσικού αερίου. Ωστόσο, παρά τις εξελίξεις, οι τιμές της ενέργειας δεν έχουν εκτοξευθεί, με το πετρέλαιο να κινείται κοντά στα 63 δολάρια το βαρέλι, ελαφρώς υψηλότερα σε σχέση με την αρχή του έτους.
Αγορές σε ιστορικά υψηλά
Κατά τη διάρκεια του 2025, οι δυτικές αγορές μετοχών κατέγραψαν ισχυρές επιδόσεις, αγνοώντας ανησυχίες για χαμηλή ανάπτυξη, μειωμένη παραγωγικότητα και υψηλό δημόσιο χρέος. Ο δείκτης S&P 500 ενισχύθηκε κατά 17%, αντανακλώντας εν μέρει τη σχετική ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας. Στη Βρετανία, ο FTSE 100 σημείωσε άνοδο 21%, αν και ο FTSE 250, που επικεντρώνεται περισσότερο στην εγχώρια αγορά, αυξήθηκε μόλις κατά 9%.Παρά τις ανησυχίες για το κρατικό χρέος και την πολιτική πόλωση, οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και το 2026, με τον S&P 500 και τον FTSE 100 να καταγράφουν περαιτέρω κέρδη από τις αρχές του έτους.
Η κρίσιμη εστίαση μετατοπίζεται στην Ασία
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρά τους πολέμους και τις αναταραχές σε Λατινική Αμερική, Μέση Ανατολή και Ευρώπη, το σημαντικότερο γεωπολιτικό ρίσκο ενδέχεται να βρίσκεται αλλού. Η ένταση μεταξύ Κίνα και Ταϊβάν κλιμακώνεται και θεωρείται από πολλούς ως η πιο επικίνδυνη εξέλιξη της περιόδου.Το Πεκίνο διεκδικεί εδώ και χρόνια την Ταϊβάν, θέση που επαναβεβαιώθηκε πρόσφατα από τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος χαρακτήρισε την «επανένωση» του νησιού «αναπόφευκτη». Το 2025 καταγράφηκαν περισσότερες από 3.000 παραβιάσεις του εναέριου χώρου της Ταϊβάν από κινεζικά αεροσκάφη, ενώ αυξήθηκαν και τα περιστατικά δολιοφθοράς σε υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών.
Στις αρχές του 2026, μετά την ανακοίνωση νέου πακέτου στρατιωτικής βοήθειας των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν, η Κίνα πραγματοποίησε εκτεταμένα στρατιωτικά γυμνάσια γύρω από το νησί, εκτοξεύοντας πυραύλους σε παρακείμενα ύδατα και παρουσιάζοντας νέα αποβατικά πλοία. Οι κινήσεις αυτές θεωρούνται οι πιο επιθετικές έως σήμερα και συνδέονται με τον στόχο του Πεκίνου να είναι στρατιωτικά έτοιμο έως το 2027, έτος-ορόσημο για τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό.
Η σημασία των ημιαγωγών και της τεχνητής νοημοσύνης
Η Ταϊβάν διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία, καθώς παράγει πάνω από τα δύο τρίτα των ημιαγωγών διεθνώς και περίπου το 90% των προηγμένων τσιπ που είναι κρίσιμα για τη βιομηχανία, τις υποδομές, την άμυνα και την τεχνητή νοημοσύνη. Η Κίνα, από την πλευρά της, έχει εξελιχθεί στον δεύτερο μεγαλύτερο παραγωγό τσιπ και ελέγχει περίπου το 80% της παγκόσμιας παραγωγής σπάνιων γαιών, βασικών πρώτων υλών για την κατασκευή τους.Παράλληλα, οι αποτιμήσεις στις αγορές θεωρούνται από πολλούς υπερβολικά υψηλές. Ο δείκτης Shiller CAPE του S&P 500, που προσαρμόζει τον λόγο τιμής προς κέρδη στον οικονομικό κύκλο, κινείται κοντά στο 40, πολύ πάνω από το επίπεδο των 25 που είχε καταγραφεί πριν από την κρίση του 2008.
Σημαντικό μέρος της ανόδου αποδίδεται στην αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Εταιρείες όπως η Nvidia έχουν φτάσει σε αποτιμήσεις που ξεπερνούν το ΑΕΠ ολόκληρων χωρών, ενώ σχεδόν το ήμισυ της κεφαλαιοποίησης του S&P 500 συνδέεται πλέον με μετοχές που σχετίζονται με την AI.
Το ερώτημα για το μέλλον
Παρά τη σημασία της τεχνητής νοημοσύνης, αναλυτές προειδοποιούν ότι παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα: τι θα συμβεί αν αυστηροποιηθεί η ρύθμιση, αν οι οικονομίες δεν μπορέσουν να καλύψουν τις αυξημένες ενεργειακές ανάγκες ή αν μια σύγκρουση στην Ταϊβάν διακόψει την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα ημιαγωγών.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η σημερινή αίσθηση ότι «η γεωπολιτική δεν επηρεάζει τις αγορές» ενδέχεται να ανατραπεί απότομα, με συνέπειες που θα αγγίξουν το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα