Ένα μυθιστόρημα του 1939 – γραμμένο από τον Ντάλτον Τράμπο, έναν από τους βραβευμένους με Όσκαρ σεναριογράφους αλλά και ένας από τους 10 του Χόλλυγουντ των Μακαρθικών διωγμών- που έγινε ταινία το 1971 μεταφέρεται σε αθηναϊκή σκηνή με πρωταγωνιστή τον Τάσο Ιορδανίδη
Α-Φ Καβαλιεράτου
Ο Ντάλτον Τράμπο (James Dalton Trumbo) δεν ήταν μόνο ένας προβεβλημένος συγγραφέας που έκανε καριέρα στον κινηματογράφο (δύο από τα σενάρια του κατάφεραν να κερδίσουν το αγαλματάκι της Ακαδημίας) αλλά και ένα πρόσωπο της μεταπολεμικής Αμερικανικής ιστορίας. Ο Τράμπο ( 9 Δεκεμβρίου 1905 - 10 Σεπτεμβρίου 1976) έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους δέκα του Χόλλυγουντ που αψήφησαν τις απηνείς διώξεις (ο ίδιος μπήκε και φυλακή) για την επιλογή τους να μην συνεργαστούν με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων που είχε συστήσει το Κογκρέσο την εποχή της Μακαρθικής υστερίας.
Ο ιδιοφυής συγγραφέας μόλις βγήκε από την φυλακή και για 10 περίπου χρόνια έγραφε σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες – δύο από τις οποίες κέρδισαν Όσκαρ Καλύτερης Ιστορίας (μια κατηγορία που αργότερα συγχωνεύτηκε με το Όσκαρ Σεναρίου), αλλά κανένα όμως δεν έφερε το όνομά του. Για τις Διακοπές στη Ρώμη (1953) είχε χρησιμοποιήσει ως «βιτρίνα» τον άσημο Βρετανό σεναριογράφο Ίαν Μακλέλαν Χάντερ, ο οποίος και παρέλαβε το αγαλματίδιο. Για το Γενναίο (1956) είχε χρησιμοποιήσει το φανταστικό ψευδώνυμο Ρόμπερτ Ριτς.
Το 1960 ο Ότο Πρέμινγκερ ξανάφερε στην επίσημη αγορά τον Τράμπο με την ανάθεση σε αυτόν να γράψει το σενάριο της ταινίας Έξοδος. Λίγους μήνες μετά, ο Κερκ Ντάγκλας αποκάλυψε ότι ο Τράμπο ήταν ο σεναριογράφος της πολυαναμενόμενης νέας ταινίας του - επρόκειτο για το Σπάρτακο σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Όταν ο Σπάρτακος έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, η Μαύρη Λίστα είχε περάσει και επίσημα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Το όνομα του Τράμπο εμφανιζόταν στην οθόνη, σπάζοντας με τον πλέον επίσημο τρόπο τον αποκλεισμό του, του ίδιου και των συντρόφων του. Μάλιστα, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Τζον Κένεντι έβαλε την ταφόπετρα του Μακαρθισμού επιλέγοντας να παρακολουθήσει την ταινία. Το 1975 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου αναγνώρισε επίσημα τον Τράμπο ως δικαιούχο του Όσκαρ για το Γενναίο και του απέμεινε το αγαλματίδιο. Έπραξε το ίδιο για τις Διακοπές στη Ρώμη το 1993, ενώ ο Τράμπο είχε προ πολλού πεθάνει.
Το 1939 – στα προεόρτια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου- ο αριστερός Τράμπο γράφει το μυθιστόρημά του, « Ο Τζόνι πήρε το όπλο του», μια αμείλικτη κριτική στο μιλιταρισμό και τον πόλεμο. Το στόρι του μυθιστορήματος που έγινε το 1971 ταινία από τον ίδιο τον συγγραφέα είναι το εξής: Ένας στρατιώτης του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου που έχει μεταβληθεί σε φυτό και οι γιατροί διατηρούν ζωντανό σε μια σκοτεινή γωνιά του νοσοκομείου, θυμάται στιγμές της ζωής του, ενώ προσπαθεί ταυτόχρονα να βρει έναν τρόπο επικοινωνίας με το περιβάλλον του.
Η ταινία που παίχθηκε στην Ελλάδα πολλά χρόνια μετά την πρώτη της προβολή ήταν από μόνη της ένα μεγάλο και δύσκολο εγχείρημα. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο ακόμη πιο απαιτητικό γίνεται η απόπειρα μεταφοράς στο θεατρικό σανίδι. Ο ηθοποιός Τάσος Ιοδρανίδης μαζί με τους συνεργάτες του ( Σοφία Αδαμίδου – θεατρική διασκευή και Θάλεια Ματίκα- σκηνοθεσία) το τόλμησαν. Οι παραστάσεις ξεκίνησαν στις αρχές Απριλίου στο θέατρο Altera Pars (Μεγάλου Αλεξάνδρου 123, στον Κεραμεικό) και θα συνεχιστούν και μετά τον Μάιο.
Κλείσιμο
Σε ένα ενημερωτικό σημείωμα για την παράσταση διαβάζουμε: «Ο Τάσος Ιορδανίδης αναμετριέται με τον συγκεκριμένο μονόλογο ακολουθώντας τις σκηνοθετικές οδηγίες της Θάλειας Ματίκα, η οποία σημειώνει «ο Τζο, όπως κάθε άνθρωπος, το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια όμορφη χώρα. Δεν έχει σημασία σε ποιά. Όλες οι χώρες είναι όμορφες. Ο πόλεμος όμως ακύρωσε τη ζωή του. Δεν ήταν δικός του αυτός ο πόλεμος. Ποτέ δεν έμαθε κι ούτε θα μάθει για ποιο λόγο πραγματικά έγινε αυτός ο πόλεμος, για ποιο λόγο γίνονται οι πόλεμοι. Το μόνο που νιώθει είναι το αίμα του να χτυπάει στα μηνίγγια του. Αλλά δεν πονάει. Είναι ένας ζωντανός που είναι νεκρός. Ένας νεκρός που είναι ζωντανός. Μπορεί να μην έχει ούτε πόδια, ούτε χέρια, ούτε ακοή, ούτε φωνή, να μην έχει πρόσωπο, να είναι ένα κομμάτι κρέας που το τρέφουν με σωληνάκια, αλλά χτυπάει η καρδιά του και το κυριότερο σκέφτεται. Έχει μνήμη. Θυμάται, σκέφτεται, θυμώνει, επιθυμεί, παλεύει για επικοινωνία. Δεν θέλει να συνεχίσει να ζει κάτω από αυτές τις συνθήκες αν δεν μπορεί να είναι χρήσιμος για τον άνθρωπο. Αναζητά ευήκοα ώτα. Αλλά μάταια. Η αντιπολεμική φωνή του γίνεται μια φωνή βοώντος εν τη ερήμω».