Ταξίδι στην άκρη της νύχτας για Ανδρουλάκη και Τσίπρα…
Νίκος Φελέκης

Νίκος Φελέκης

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας για Ανδρουλάκη και Τσίπρα…

Υποθέτω πως ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης ούτε ο Αλέξης Τσίπρας γνωρίζουν ποιος είναι ο Λουί-Φερντινάν Σελίν

Όχι, επειδή δεν είναι κάποιος σύγχρονος πολιτικός, αλλά γιατί και ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και ο πρώην πρωθυπουργός είναι πολυάσχολοι δεν έχουν χρόνο για διάβασμα. Και ειδικά λογοτεχνία. Πάντως, δεν θα ήταν άσχημη ιδέα αν έστω ξεφύλλιζαν το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

Ενδεχμένως θα τους βηθούσε να πάρουν πιο γρήγορα αποφάσεις αφού ο Γάλλος λογοτέχνης θα τους έλεγε: «Έχεις ενδοιασμούς, διστάζεις να τα κρίνεις όλα μονομιάς και προπαντός φοβάσαι μην αναγκαστείς να πεθάνεις ενόσω διστάζεις, γιατί τότε θα 'χεις έρθει τζάμπα στην ζωή. Ό,τι χειρότερο».

Αν τις λέξεις «πεθάνεις», «τζάμπα» και «ζωή» τις αντικαταστήσουν με τη φράση «το άδοξο τέλος της καριέρας τους» ίσως συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο που συνεπάγεται η καθυστέρηση στις αποφάσεις. Για μεν τον Αλέξη σχετικά με την ίδρυση κόμματος. Ο χρόνος, τα πρόσωπα, η δομή, οι θέσεις επείγουν και δεν μπορούν να δίνονται σε μικρές δόσεις. Χθες, μπορεί πράγματι να ήταν νωρίς. Αύριο όμως ενδέχεται να είναι αργά. Αν δεν βρει την καταλληλότητα του «τώρα» το rebranding του, ίσως, να αποδειχτεί ατελέσφορο.

Για δε τον Νίκο ως προς την …βελόνα του ΠΑΣΟΚ. Οι σύντροφοί του, συνεπικουρούμενοι και από τις δημοσκοπήσεις, αλλά και τη διάχυτη εντύπωση των ψηφοφόρων χρεώνουν τη στασιμότητα και την υποχώρηση των ποσοστών της αξιωματικής αντιπολίτευσης πρωτίστως στον ίδιον. Αν η εικόνα της Χαριλάου Τρικούπη συνεχίσει -και μετά το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ- να μην είναι ελκυστική ή και δύσμορφη τότε η αλλαγή ηγεσίας ίσως καταστεί αναπόφευκτη πριν τις εκλογές. Το ένστικτο επιβίωσης της παράταξης -και φυσικά των προσώπων- υπερτερεί των μηχανισμών και θρυμματίζει την οργανωτική τους κυριαρχία. Άλλωστε στο παρασκήνιο πυκνώνουν οι συζητήσεις για την αναδιοργάνωση και το μέλλον της Κεντροαριστεράς. Και πολλαπλασιάζονται οι συμμετέχοντες. Και οι ανησυχούντες για το αύριο της Χαριλάου Τρικούπη, η οποία δεν της έφθαναν τα προβλήματα με τη …βελόνα θα πρέπει να δει πως θα περιορίσει και τη ζημιά από το σκάνδαλο Παναγόπουλου στη ΓΣΕΕ. Ο Τσίπρας όταν ερωτάται για το αν θα συμβάλει και ο ίδιος προς αυτή την κατεύθυνση απαντά, με αρκετή δόση χιούμορ: «Όχι, το αφήνω στον Ανδρουλάκη που τον εμπιστεύομαι». Πάντως, το Σάββατο -όταν μιλούσε στα Γιάννενα-, που ο επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ είχε γενέθλια, δεν τον πήρε τηλέφωνο να του ευχηθεί «να τα χιλιάσεις, σύντροφε, πάντα τέτοια».

Η αλήθεια είναι πως ο απομονωτισμός, που έχει επιλέξει ο επικεφαλής της Χαριλάου Τρικούπη -όχι μόνον ως πολιτική τακτική, αλλά, ως φαίνεται, και σαν στρατηγική επιλογή- μόνον την Κεντροαριστερά και την κυβερνητική της προοπτική της δεν εξυπηρετεί. Αντίθετα, επιτείνει την πολυδιάσπαση της προοδευτικής αντιπολίτευσης και τους μοναδικούς που ωφελεί είναι τον Μητσοτάκη -που δημοσκοπικά προηγείται- και τους εκ δεξιών συνοδοιπόρους του, με τους οποίους και θα (αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να) συγκυβερνήσει αφού η αυτοδυναμία, στις επόμενες εκλογές, μοιάζει -και είναι- ανέφικτη. Το γεγονός ότι στον λεγόμενο αντισυστημικό χώρο, ο οποίος -λόγω και της διευρυνόμενης απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών- συνεχώς μεγαλώνει, δεν «ψαρεύουν» ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά η Μαρία Καρυστιανού, η Ζωή Κωνσταντοπούλου και ο Κυριάκος Βελόπουλος οδηγεί την πλειονότητα των αναλογιστών και αναλυτών στο συμπέρασμα πως το ντέρμπι στις επόμενες εκλογές θα είναι για τη δεύτερη θέση.

Αν στην πορεία προς τις κάλπες δεν αλλάξει κάτι δραματικά τότε πέντε παίκτες θα διεκδικήσουν τον τίτλο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προσώρας, βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά η Καρυστιανού. Ακολουθούν ο Τσίπρας με τον Ανδρουλάκη και έπονται η Ζωή με τον Βελόπουλο. Η σειρά όμως μπορεί να αλλάξει αφού υπάρχουν έξι άγνωστοι «χ».

Πρώτον, ο χρόνος των εκλογών. Ο πρωθυπουργός λέει την Άνοιξη του 2027, αλλά ίσως αναγκαστεί, λόγω εκτάκτων γεγονότων, να αλλάξει γνώμη. Είναι διαφορετικά αν γίνουν τον Ιούνιο ή τον Οκτώβριο και διαφορετικά αν γίνουν, όπερ και το πιθανότερο, τον Μάρτιο του 2027.

Δεύτερον, οι συνθήκες που θα στηθούν οι κάλπες. Ο απρόβλεπτος Τραμπ, οι συνεχιζόμενοι πολέμοι, ο αναθεωρητής Ερντογάν, η κλιματική κρίση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι κομματικές αντιπαραθέσεις και οι εσωκομματικές καντρίλιες μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να φέρουν τα πάνω κάτω. Και ανάλογα να επηρεάσουν και το εκλογικό αποτέλεσμα.

Κλείσιμο
Τρίτον, τα κόμματα που θα συμμετέχουν στις εκλογές. Θα είναι σίγουρα της Καρυστιανού και του Τσίπρα; Μήπως είναι και του Σαμαρά ή και κάποιο άλλο; Μήπως έχουμε συνενώσεις κομμάτων, μικρούς συνασπισμούς και εκλογικά μέτωπα;

Τέταρτον, σε ποιο ύψος θα κυμανθεί η αποχή; Θα είναι, όπως πιθανολογείται, μεγαλύτερη από τις εκλογές του 2023 ή ακόμη και των ευρωεκλογών του 2024; Αν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα τα νεοεμφανιζόμενα -του Τσίπρα και της Καρυστιανού- δεν καταφέρουν να σηκώσουν ψηφοφόρους από τον καναπέ και να τον οδηγήσουν ξανά πίσω από το παραβάν τότε ο (δημοσκοπικά) προπορεύομενος Μητσοτάκη θα τρίβει τα χέρια του.

Πέμπτον, ποια θα είναι η εκλογική συμπεριφορά του λεγόμενου «ψηφιακού» κόσμου; Θα είναι παρόμοια με αυτή του «πραγματικού», που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις; Κι αν όχι, πόσο έγκυρες μπορεί να είναι οι μετρήσεις;

Έκτον, μέχρι και τις τελευταίες εκλογές οι δημοσκόποι μας έλεγαν ότι περίπου 15% των ψηφοφόρων αποφασίζει την τελευταία εβδομάδα ή πίσω από το παραβάν το κόμμα που θα ψηφίσει. Τώρα ανεβάζουν αυτό το ποσοστό στο 25% ή και περισσότερο.

Αν ένας στους τέσσερεις ψηφοφόρους αποφασίσει κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή για το ποιο κόμμα θα ψηφίσει, μήπως έχουμε εκπλήξεις και μάλιστα οδυνηρές για την σταθερότητα του πολιτικού συστήματος και τη διακυβέρνηση ακόμη και για την ομαλότητα του δημοσίου βίου; Και πόσο κάτι τέτοιο θα επηρεάσει τις μετεκλογικές συμπεριφορές, ιδίως ως προς το κυβερνάν, που σήμερα απορρίπτονται μετά βδελυγμίας; Και τι παρενέργειες θα έχει στην αξιοπιστία προσώπων και κομμάτων; Μήπως το μετεκλογικό τοπίο είναι πιο δύσβατο και θα πρέπει οι όποιες πρωτοβουλίες για πολιτικές, εκλογικές και κυβερνητικές συμμαχίες να γίνουν πριν στηθούν οι κάλπες και όχι μετά; Και μεταξύ ποίων και επί τη βάσει ποιού προγραμματικού δωδεκαλόγου;

Αυτό που σήμερα το ΠΑΣΟΚ -και προς τη ΝΔ και προς την Αριστερά- αρνείται, μήπως έπρεπε να το επιδιώξει με όρους ηγεμονίας έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς, αλλά και του Τσίπρα και με όρους ισοτιμίας έναντι της ΝΔ; Αντί να πολιτεύεται αυτάρεσκα λέγοντας ότι θα κερδίσει έστω και με μία ψήφο τις εκλογές μήπως πρέπει να διακηρύξει την χρησιμότητά του ως συμπληρωματικό κόμμα εξουσίας, το οποίο θα καθορίσει τη μετεκλογική πορεία της χώρας και τις προτεραιότητες για τους πολίτες της; Στις σημερινές συνθήκες το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να είναι, όπως στο παρελθόν, ένα αυτοδύναμο κυβερνητικό κόμμα, αλλά ένα συμπληρωματικό. Μήπως μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα και ανάλογα να πολιτεύεται; Αν πετύχει στο νέο του ρόλο μπορεί να ελπίζει και για «καλύτερες μέρες» στο μέλλον, για να θυμηθούμε το βασικό προεκλογικό σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου το μακρινό 1985. Αναγνωρίζοντας ότι σήμερα είναι συμπληρωματικό κυβερνητικό κόμμα μπορεί αύριο να (ξανα)γίνει αυτοδύναμο. Αν μπορέσει να επηρεάσει σε προοδευτική κατεύθυνση την πορεία και τις προτεραιότητες της χώρας θα ενισχυθεί και η ηγεμονία του στον πολιτικό και δημόσιο βίο, που είναι και το ζητούμενο για κάθε κυβερνητικό κόμμα. Τη σήμερον ημέρα η πολιτική ηγεμονία είναι συνάρτηση της χρησιμότητας του κάθε κόμματος στην προόδο του λαού και την ενίσχυση της χώρας.

Πάντως, και για να επανέλθουμε στους πέντε διεκδικητές της δεύτερης θέσης, η Μαρία Καρυστιανού πέφτει συνεχώς σε λάθη. Μετά τις «αμβλώσεις» και την «εθνική προδοσία» του Μητσοτάκη, επειδή συνομιλεί με τον Ερντογάν χωρίς να ενημερώσει τον λαό, ήλθε ο χαρακτηρισμός «εισβολείς» για τους 15 νεκρούς μετανάστες στο ναυάγιο της Χίου και η καταγραφή της στον υπερσυντηρητικό χώρο είναι πλέον, ως φαίνεται, οριστική επιλογή της. Ενδεχομένως, επειδή οι σύμβουλοί της εκτιμούν πως ο (μεταβολισμένος με μπόλικο αντισυστημισμό) χώρος της εθνικολαϊκιστικής δεξιάς έχει, όπως και στην Ευρώπη, μεγαλύτερο ακροατήριο απ’ ότι το λεγόμενο «μεταρρυθμιστικό Κέντρο» και η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της Αριστεράς.

Η δημοσκοπική της «περίμετρος» συνεχίζει πάντως να είναι μεγαλύτερη και από του Ανδρουλάκη και από του Τσίπρα, αλλά ουδείς μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί, στο προβλεπτό μέλλον, αν επιχειρήσει να πολιτικοποιήσει υπέρ της τις εκδηλώσεις για τα τρία χρόνια από την τραγωδία των Τεμπών. Θα είναι δε καταστροφικό γι’ αυτήν αν οι πολιτικοί της αντίπαλοι καταφέρουν να μετατρέψουν τον χαρακτηρισμό «μάνα των Τεμπών» σε «ασκούμενη μοναχή στο μετόχι μιας γερόντισας που ομιλεί την αραμαϊκήν και καθοδηγούμενη από κάποια υπερορθόδοξη πολιτεύτρια του κόμματος Νίκη».

Η πλειονότητα των αναλυτών υποστηρίζει πως σταδιακά η Καρυστιανού θα «ξεφουσκώσει» και το πραγματικό ντέρμπι όσο πλησιάζουμε προς τις κάλπες θα είναι ανάμεσα στην Τσίπρα και τον Ανδρουλάκη. Και με κυρίαρχο κριτήριο, ποιος εκ των δύο θα μπορέσει να κοντράρει στα ίσα τον Μητσοτάκη προκειμένου να υπάρξει η πολιτική αλλαγή στη χώρα, στην οποίαν και οι δύο, αλλά και τα άλλα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης ομνύουν. Ο Τσίπρας, όπως έδειξε και η εμφάνισή του στα Γιάννενα, είναι αποφασισμένος να δείξει πως αυτός είναι το «μεγάλο αφεντικό» στην λεγόμενη Προοδευτική Παράταξη. Όχι μόνον επειδή ο Ανδρουλάκης αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αποδοχής ακόμη και εντός του ΠΑΣΟΚ, αλλά και επειδή ο Φάμελος και ο Χαρίτσης δεν κατάφεραν να αναδειχθούν σε αντικυβερνητικά «γκεσέμια». Ικανοί, μαχητικοί και ευπρεπείς πολιτικοί και οι δύο όμως έχουν αποδεχθεί το ιμπέριουμ του Τσίπρα και περιμένουν, μαζί με την πλειονότητα των βουλευτών και των στελεχών των κομμάτων τους, να δουν πότε θα ιδρύσει το κόμμα ο Αλέξης και με ποιους όρους θα συμπορευθούν μαζί του. Και ποιοι; Πολλάκης, Δούρου, Σακελλαρίδης, Τσακαλώτος και αρκετοί άλλοι ακούνε Αλέξης και βγάζουν φλύκταινες.

Η σφοδρή επίθεση του Τσίπρα στον πρωθυπουργό για τη συνταγματική αναθεώρηση είναι κομμάτι της στρατηγικής Τσίπρα να καθιερωθεί ο ίδιος ως ο αντίπαλος πόλος του Μητσοτάκη για τη διακυβέρνηση. Ο πρώην πρωθυπουργός κατανοεί πως η μάχη για τη δεύτερη θέση είναι καταστροφική για τον ίδιον και τις φιλοδοξίες του. Όσο στη συνείδηση των ψηφοφόρων καταγράφεται ως αντίπαλος του Ανδρουλάκη και της Καρυστιανού και όχι του Μητσοτάκη τόσο θα περιοριορίζονται και τα ποσοστά του υπό ίδρυσιν κόμματός του. Οι αριστεροί και προοδευτικοί ψηφοφόροι που απείχαν στις προηγούμενες εκλογές θα επιστρέψουν στις κάλπες αν αντιληφθούν ότι μπορεί να υπάρξει πολιτική αλλαγή, δεν θα γυρίσουν για τα μάτια του Αλέξη. Το ίδιο και η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Αν οι πολίτες θεωρήσουν πως υπάρχει σοβαρή κυβερνητική εναλλακτική που θα επιλύσει τα προβλήματά τους ή έστω θα τα περιορίσει μπορεί να εγκαταλείψουν τον Μητσοτάκη και να δώσουν την εντολή σε κάποιον άλλον.

Για να είναι αυτός ο άλλος ο Τσίπρας θα πρέπει ο Αλέξης να παρουσιάσει το κυβερνητικό του πρόγραμμα, τα πρόσωπα με τα οποία θα το υλοποιήσει, τις συμμαχίες -κοινωνικές και πολιτικές- που θα έχει και φυσικά τον πολιτικό φορέα στον οποίον θα στηριχτεί. Αυτός είναι και ο λόγος που, εκτός από την επίθεση στον Μητσοτάκη για το Σύνταγμα, κατέθεσε και επτά προτάσεις για την περιφέρεια, την αντιμετώπιση της ερημοποίησης και την αποκέντρωση. Και αυτό θα συνεχίσει να κάνει εφεξής. Όχι μόνον στις επόμενες δύο, ενδεχομένως και τρεις, παρουσιάσεις της «Ιθάκης» του, αλλά και στην «πορεία στο λαό», που μετά το Πάσχα θα ξεκινήσει με εκδηλώσεις και ανοιχτές συγκεντρώσεις. Οι παρουσιάσεις του βιβλίου του δεν συνιστούν «πορεία στο λαό». Και το ξέρει. Όπως ξέρει ότι οι πυρήνες των φίλων του, που δημιουργούνται καθ’ άπασαν την επικράτεια, δεν έχουν την έκταση και τη δυναμική που διαδίδουν ορισμένοι συνεργάτες του.

Και σε κάθε περίπωση χρειάζεται ακόμη πολύ δουλειά για να είναι πολιτικά και κυρίως εκλογικά αποτελεσματική η «λίστα Τσίπρα», όπως λέγεται ότι θα είναι το μοντέλο του φορέα με τον οποίον θα διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών, εκφράζοντας μια όσο το δυνατόν πιο πλατιά συμμαχία των δυνάμεων της πολιτικής οικολογίας, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας και της ριζοσπαστικής ευρωπαϊκής αριστεράς. Και φυσικά τα φρέσκα πρόσωπα δεν μπορούν να είναι ο Πέτρος Κόκκαλης, ο Σιακαντάρης, ο Σαουλίδης και ο Μπουλμπασάκος. Ούτε οι εξ απορρήτων του Μιχάλης Καλογήρου και Κώστας Τούμπουρος. Ούτε οι μόνιμοι συνομιλητές του, όπως η Όλγα Γεροβασίλη και ο Γιώργος Βασιλειάδης. Ούτε φυσικά ο Μαραντζίδης και ο Παπαγιαννίδης από το Ινστιτούτο του ή ο Αλατάς και η Ναούμ από την Επιτροπή Θέσεων. Καλοί είναι όλοι τους. Όμως με αυτούς στη μαρκίζα ούτε να αποχτήσεις ηγεμονία στην Κεντροαριστερά μπορείς ούτε να αφαιρέσεις την πρωτοκαθεδρία από τον Μητσοτάκη.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης