Αρχαία Ελληνικά: όχι μόνο το «πρέπει», αλλά κυρίως το «πώς»
Κάθε φορά που επιστρέφει η συζήτηση για τα Αρχαία Ελληνικά στο σχολείο, επανέρχεται σχεδόν αναπόφευκτα το ίδιο δίλημμα: γιατί να τα διδάσκουμε και με ποιον τρόπο
Το ερώτημα είναι σοβαρό, ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες, όταν χιλιάδες παιδιά δίνουν εξετάσεις έχοντας κοπιάσει επί χρόνια πάνω σε ένα απαιτητικό αντικείμενο. Η δημόσια υποτίμηση της αξίας του μαθήματος, την ώρα ακριβώς που οι μαθητές δοκιμάζονται σε αυτό, δεν βοηθά ούτε την παιδεία ούτε τα ίδια τα παιδιά. Αντιθέτως, επιτείνει την αίσθηση ότι ο κόπος τους αφορά κάτι παρωχημένο, άχρηστο ή ξένο προς τη ζωή τους.
Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στην αξία της Αρχαίας Ελληνικής. Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο συχνά την προσφέρουμε. Όταν η γλώσσα παρουσιάζεται αποκλειστικά ως σύστημα τύπων, συντακτικών αναλύσεων και μεταφραστικών δυσκολιών, γίνεται για πολλούς μαθητές ένα αντικείμενο φόβου. Όταν όμως συναντηθεί πρώτα ως λόγος, ως νόημα, ως φράση, ως διάλογος και ως σκέψη, τότε η γραμματική αποκτά λόγο υπάρξεως. Η ανάλυση δεν εξαφανίζεται. Πατά σε πραγματική κατανόηση.
Η ενεργητική και βιωματική διδασκαλία των αρχαίων γλωσσών δεν είναι παιδαγωγική μόδα. Έχει ιστορικό βάθος. Ήδη στην ύστερη αρχαιότητα, τα Hermeneumata Pseudodositheana πρόσφεραν δίγλωσσους διαλόγους και πρακτικό λεξιλόγιο για μαθητές που μάθαιναν Ελληνικά και Λατινικά. Η Eleanor Dickey, καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών στο University of Reading, Fellow of the British Academy και της Academia Europaea, έχει αναδείξει συστηματικά αυτή την αρχαία διδακτική παράδοση. Στην Αναγέννηση, οι διάλογοι του Erasmus, οι Formulae Colloquiorum Puerilium του Sebald Heyden και τα ελληνολατινικά εγχειρίδια του Johannes Posselius μαρτυρούν ότι οι κλασικές γλώσσες καλλιεργούνταν και ως γλώσσες σχολικής άσκησης, επικοινωνίας και πνευματικής οικείωσης. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο W. H. D. Rouse, κλασικός φιλόλογος και διευθυντής του Perse School στο Cambridge, επανέφερε με συστηματικό τρόπο την άμεση μέθοδο στη διδασκαλία των Ελληνικών και των Λατινικών, επιμένοντας ότι οι αρχαίες γλώσσες μπορούν να κατανοούνται βαθύτερα όταν ακούγονται, χρησιμοποιούνται και ασκούνται μέσα στην τάξη.
Η σύγχρονη διεθνής βιβλιογραφία κινείται ξανά προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Steven Hunt του University of Cambridge και η Mair Lloyd έχουν επιμεληθεί τον τόμο Communicative Approaches for Ancient Languages, ενώ στο University of Kentucky ο Terence Tunberg και η Milena Minkova ανέπτυξαν επί δεκαετίες την ενεργητική χρήση των Λατινικών. Η Arlene Holmes-Henderson, καθηγήτρια Classics Education and Public Policy στο Durham University, έχει συνδέσει τις κλασικές σπουδές με την πρόσβαση, τη δημόσια πολιτική και την εκπαιδευτική δικαιοσύνη. Στην Ελλάδα, ο Γιώργος Μπαμπινιώτης έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας και των αρχαίων κειμένων, παράλληλα με τη Νέα Ελληνική, αποτελεί γλωσσική, παιδευτική και πολιτισμική ανάγκη.
Η αλλαγή, βεβαίως, απαιτεί κόπο. Απαιτεί επιμόρφωση φιλολόγων, κατάλληλο υλικό, παιδαγωγική σοβαρότητα, γλωσσική άνεση και φιλολογική ακρίβεια. Είναι ευκολότερο να απορρίπτει κανείς μια δύσκολη μεταβολή παρά να αναμετρηθεί με τις προϋποθέσεις της. Η λύση δεν είναι να στενέψουμε την πρόσβαση στα Αρχαία Ελληνικά, αλλά να ανοίξουμε δρόμους κατανόησης για περισσότερα παιδιά.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα επιβάλουμε στα παιδιά έναν ψυχαναγκαστικό θαυμασμό για την αρχαιότητα. Αυτό θα ήταν παιδαγωγικά άγονο. Το ερώτημα είναι αν θα τους δώσουμε τη δυνατότητα να καταλάβουν, έστω για λίγο, ότι η γλώσσα που μιλούν σήμερα έχει βάθος, μνήμη, δομή και ιστορική συνέχεια. Όχι για να εγκλωβιστούν στο παρελθόν, αλλά για να αποκτήσουν καλύτερη σχέση με το παρόν τους.
Το «πώς» δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η μόνη σοβαρή απάντηση στο «πρέπει».
Η Ευγενία Μανωλίδου είναι διευθύντρια της Σχολής Αρχαίων Ελληνικών «Ελληνική Αγωγή.»
Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στην αξία της Αρχαίας Ελληνικής. Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο συχνά την προσφέρουμε. Όταν η γλώσσα παρουσιάζεται αποκλειστικά ως σύστημα τύπων, συντακτικών αναλύσεων και μεταφραστικών δυσκολιών, γίνεται για πολλούς μαθητές ένα αντικείμενο φόβου. Όταν όμως συναντηθεί πρώτα ως λόγος, ως νόημα, ως φράση, ως διάλογος και ως σκέψη, τότε η γραμματική αποκτά λόγο υπάρξεως. Η ανάλυση δεν εξαφανίζεται. Πατά σε πραγματική κατανόηση.
Η ενεργητική και βιωματική διδασκαλία των αρχαίων γλωσσών δεν είναι παιδαγωγική μόδα. Έχει ιστορικό βάθος. Ήδη στην ύστερη αρχαιότητα, τα Hermeneumata Pseudodositheana πρόσφεραν δίγλωσσους διαλόγους και πρακτικό λεξιλόγιο για μαθητές που μάθαιναν Ελληνικά και Λατινικά. Η Eleanor Dickey, καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών στο University of Reading, Fellow of the British Academy και της Academia Europaea, έχει αναδείξει συστηματικά αυτή την αρχαία διδακτική παράδοση. Στην Αναγέννηση, οι διάλογοι του Erasmus, οι Formulae Colloquiorum Puerilium του Sebald Heyden και τα ελληνολατινικά εγχειρίδια του Johannes Posselius μαρτυρούν ότι οι κλασικές γλώσσες καλλιεργούνταν και ως γλώσσες σχολικής άσκησης, επικοινωνίας και πνευματικής οικείωσης. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο W. H. D. Rouse, κλασικός φιλόλογος και διευθυντής του Perse School στο Cambridge, επανέφερε με συστηματικό τρόπο την άμεση μέθοδο στη διδασκαλία των Ελληνικών και των Λατινικών, επιμένοντας ότι οι αρχαίες γλώσσες μπορούν να κατανοούνται βαθύτερα όταν ακούγονται, χρησιμοποιούνται και ασκούνται μέσα στην τάξη.
Η σύγχρονη διεθνής βιβλιογραφία κινείται ξανά προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Steven Hunt του University of Cambridge και η Mair Lloyd έχουν επιμεληθεί τον τόμο Communicative Approaches for Ancient Languages, ενώ στο University of Kentucky ο Terence Tunberg και η Milena Minkova ανέπτυξαν επί δεκαετίες την ενεργητική χρήση των Λατινικών. Η Arlene Holmes-Henderson, καθηγήτρια Classics Education and Public Policy στο Durham University, έχει συνδέσει τις κλασικές σπουδές με την πρόσβαση, τη δημόσια πολιτική και την εκπαιδευτική δικαιοσύνη. Στην Ελλάδα, ο Γιώργος Μπαμπινιώτης έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας και των αρχαίων κειμένων, παράλληλα με τη Νέα Ελληνική, αποτελεί γλωσσική, παιδευτική και πολιτισμική ανάγκη.
Η αλλαγή, βεβαίως, απαιτεί κόπο. Απαιτεί επιμόρφωση φιλολόγων, κατάλληλο υλικό, παιδαγωγική σοβαρότητα, γλωσσική άνεση και φιλολογική ακρίβεια. Είναι ευκολότερο να απορρίπτει κανείς μια δύσκολη μεταβολή παρά να αναμετρηθεί με τις προϋποθέσεις της. Η λύση δεν είναι να στενέψουμε την πρόσβαση στα Αρχαία Ελληνικά, αλλά να ανοίξουμε δρόμους κατανόησης για περισσότερα παιδιά.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα επιβάλουμε στα παιδιά έναν ψυχαναγκαστικό θαυμασμό για την αρχαιότητα. Αυτό θα ήταν παιδαγωγικά άγονο. Το ερώτημα είναι αν θα τους δώσουμε τη δυνατότητα να καταλάβουν, έστω για λίγο, ότι η γλώσσα που μιλούν σήμερα έχει βάθος, μνήμη, δομή και ιστορική συνέχεια. Όχι για να εγκλωβιστούν στο παρελθόν, αλλά για να αποκτήσουν καλύτερη σχέση με το παρόν τους.
Το «πώς» δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η μόνη σοβαρή απάντηση στο «πρέπει».
Η Ευγενία Μανωλίδου είναι διευθύντρια της Σχολής Αρχαίων Ελληνικών «Ελληνική Αγωγή.»
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα