Μετά το Ιράν: Η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει θεατής
«Η κρίση στη Μέση Ανατολή αποκαλύπτει τα όρια της ευρωπαϊκής ισχύος και θέτει το ερώτημα αν η ΕΕ μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικό γεωπολιτικό παράγοντα»
Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο έντασης στη Μέση Ανατολή ή ένα ακόμη επεισόδιο περιφερειακής έντασης. Είναι ένας καταλύτης που αναδιαμορφώνει την παγκόσμια ισορροπία ισχύος και επιταχύνει τη μετάβαση σε έναν κόσμο έντονου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.
Είναι μια στιγμή που αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή ανταγωνισμού ισχύος. Η Ευρώπη οφείλει να αναδιατάξει τις δυνάμεις της και να βρει τον ρόλο της σε αυτήν τη νέα εποχή ανατροπών και συγκρούσεων.
Για δεκαετίες η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδόμησε την επιρροή της κυρίως μέσα από την οικονομία, τη διπλωματία και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Στον κόσμο που αναδύεται όμως, οι κανόνες αυτοί αμφισβητούνται όλο και περισσότερο από την ωμή γεωπολιτική ισχύ.
Η κρίση με το Ιράν λειτουργεί έτσι, ως ένας καθρέφτης των παγκόσμιων ισορροπιών. Και μέσα από αυτόν τον καθρέφτη, η Ευρώπη βλέπει την…άβολη αλήθεια της! Το ότι: διαθέτει επαρκή οικονομική δύναμη και διπλωματία αλλά δεν έχει κατοχυρώσει τον ρόλο της ως ενός πραγματικού, γεωπολιτικού παίκτη.
Το ερώτημα λοιπόν δεν επικεντρώνεται απλά και μόνο τι θα συμβεί στη Μέση Ανατολή.
Τα ερωτήματα και το ιστορικό δίλημμα επεκτείνονται και στις μελλοντικές προκλήσεις και επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΕ θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις από το περιθώριο ή θα συνεχίσει να συμμετέχει με διαφορετικούς βηματισμούς και με αρρυθμίες ή θα εξελιχθεί σε πραγματικό γεωπολιτικό παράγοντα.
Η σύγκρουση με το Ιράν αποκάλυψε τις αντιφάσεις μεταξύ των βασικών πρωταγωνιστών και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν.
Δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρξουν πραγματικοί νικητές από τη σύρραξη γύρω από το Ιράν. Νικητές θα είναι μόνο, όσοι κατανοήσουν ότι ο κόσμος έχει ήδη αλλάξει και θα τολμήσουν να πάρουν μεγάλες αποφάσεις.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής υπενθυμίζει για ακόμη μία φορά ότι οι κρίσεις στην περιοχή, σπάνια εξελίσσονται σύμφωνα με τους σχεδιασμούς των μεγάλων δυνάμεων. Ο κίνδυνος ενός παρατεταμένου στρατηγικού αδιεξόδου παραμένει υπαρκτός, με επιπτώσεις στην παγκόσμια ασφάλεια αλλά και στην ενεργειακή σταθερότητα.
Για το Ισραήλ, η σύγκρουση μπορεί να δημιουργεί βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη στο εσωτερικό. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη εικόνα παραμένει αβέβαιη. Η αποσταθεροποίηση μιας μεγάλης περιφερειακής δύναμης όπως το Ιράν, ενδέχεται να οδηγήσει σε μια νέα περίοδο αλυσιδωτής αστάθειας στη Μέση Ανατολή, με συνέπειες που θα επηρεάσουν τελικά όλους τους παίκτες της περιοχής.
Στο ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι, η Ρωσία φαίνεται να έχει χάσει λιγότερα από όσα αρχικά προβλεπόταν. Οι ενεργειακές αναταράξεις που προκαλεί η κρίση τείνουν να αυξάνουν τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενισχύοντας τα έσοδα της Μόσχας. Ταυτόχρονα, η πίεση στα αποθέματα στρατιωτικού εξοπλισμού της Δύσης μπορεί να επηρεάσει έμμεσα τη στήριξη προς την Ουκρανία.
Η Κίνα, από την πλευρά της, επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρόλο του υπερασπιστή της πολυμέρειας και στα ισχυρά ενεργειακά και οικονομικά συμφέροντά της στο Ιράν. Το Πεκίνο θα επιδιώξει να ενισχύσει τη διπλωματική του επιρροή, αποτρέποντας μια γεωπολιτική αναδιάταξη που θα ενίσχυε μονομερώς τη δυτική παρουσία στην περιοχή.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ένας ακόμη από τους μεγάλους χαμένους είναι το ίδιο το διεθνές σύστημα και οι διεθνείς οργανισμοί. Η υποχώρηση του ρόλου των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου ως βασικών μηχανισμών διαχείρισης των διεθνών κρίσεων γίνεται όλο και πιο εμφανής.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής δεν είναι ένα μακρινό γεγονός για την εκείνην. Η ΕΕ εξακολουθεί να εμφανίζεται διστακτική και θεσμικά κατακερματισμένη στην προσπάθεια διαμόρφωσης μιας ενιαίας εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Ακόμη και όταν απαιτείται άμεση δράση, όπως στην πρόσφατη ενίσχυση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο, οι πρωτοβουλίες βασίζονται κυρίως σε διακρατικές συνεργασίες και όχι στους ίδιους τους θεσμούς της Ένωσης.
Η κρίση αυτή εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική αφύπνισης. Σε συνδυασμό μάλιστα και με τις προκλήσεις που θέτει η αμερικανική πολιτική υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, καθιστά σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αντιμετωπίσει αποφασιστικά τις θεσμικές και διοργανικές της αδυναμίες.
Ήδη βρίσκεται στο τραπέζι των συζητήσεων η ιδέα μιας «πρωτοπορίας» ευρωπαϊκών χωρών με δημογραφικό και οικονομικό βάρος που μπορούν να προωθήσουν βαθύτερη ολοκλήρωση. Η ιδέα αυτή δεν είναι νέα. Ωστόσο, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών εντάσεων αποκτά νέα δυναμική. Χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Ολλανδία συζητείται ότι μπορούν σχηματοποιήσουν μια κρίσιμη μάζα που θα επιταχύνει την ευρωπαϊκή ενοποίηση και ολοκλήρωση σε τομείς όπως η άμυνα, η τεχνολογία και η βιομηχανική πολιτική.
Στο πλαίσιο των συζητήσεων αυτών όμως, δημιουργούνται εύλογες ανησυχίες από τις μικρότερες χώρες της Ένωσης, οι οποίες φοβούνται ότι μια «Ευρώπη των μεγάλων» θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα «άτυπο διευθυντήριο» που θα καθορίζει την ευρωπαϊκή ατζέντα.
Ο αντίλογος φυσικά δεν είναι η απόρριψη κάθε μορφής σταδιακής ολοκλήρωσης. Αντίθετα, η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει δείξει ότι μηχανισμοί όπως η «ενισχυμένη συνεργασία» μπορούν να επιτρέψουν σε ομάδες κρατών να προχωρήσουν ταχύτερα, διατηρώντας όμως το σχήμα ανοικτό για όσους επιθυμούν να συμμετάσχουν αργότερα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τέτοιες πρωτοβουλίες πρέπει να παραμένουν εντός των ευρωπαϊκών θεσμών, να είναι διαφανείς και να βασίζονται σε σαφείς κανόνες συμμετοχής.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η νέα αυτή συζήτηση καθιστά απαραίτητη μια πιο ενεργή στρατηγική.
Πρώτον, κάθε νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία σε κρίσιμους τομείς, όπως άμυνα, ενέργεια, βιομηχανία, πρέπει να παραμένει ανοιχτή σε όλα τα κράτη που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια συμμετοχής.
Δεύτερον, η διαδικασία λήψης αποφάσεων πρέπει να συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα στο δημογραφικό βάρος και στη συμμετοχή των κρατών, ώστε να αποφεύγεται η κυριαρχία των μεγαλύτερων οικονομιών.
Τρίτον, οι μικρότερες και μεσαίες χώρες της Ευρώπης οφείλουν να ενισχύσουν τις μεταξύ τους συμμαχίες, δημιουργώντας κοινά μέτωπα σε κρίσιμα ζητήματα όπως, η ενεργειακή ασφάλεια, η ναυτιλία, η προστασία των εξωτερικών συνόρων και η περιφερειακή συνοχή.
Η Ευρώπη όμως, την θεσμική και λειτουργική αυτή αναθεώρηση χρειάζεται να την συνδυάσει με μια νέα ευρύτερη στρατηγική ανασύνταξης, της ανάπτυξης και ασφάλειας της. Μετά το Ιράν είναι η ώρα για μια γεωπολιτική Ευρώπη.
Πρώτον, πρέπει να επενδύσει αποφασιστικά στην στρατηγική της αυτονομία. Αυτό απαιτεί ανάπτυξη πραγματικών ευρωπαϊκών δυνατοτήτων άμυνας, τεχνολογίας και βιομηχανικής ισχύος.
Δεύτερον, μπορεί να επανακτήσει τον διπλωματικό της ρόλο, προωθώντας μια νέα διεθνή πρωτοβουλία για την ασφάλεια στον Περσικό Κόλπο, με τη συμμετοχή περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων.
Τρίτον, η ενεργειακή πολιτική της, να προσαρμοστεί στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, μειώνοντας τις εξαρτήσεις και ενισχύοντας τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας.
Τέταρτον, η γεωπολιτική ισχύς της δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινωνική και οικονομική συνοχή που αποτελούν προϋποθέσεις για μια πραγματικά ισχυρή γεωπολιτικά Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, οφείλει να επαναδιεκδικήσει τον ρόλο της, ως υπερασπιστής του διεθνούς δικαίου και της πολυμερούς συνεργασίας.
Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς τείνει να υπερισχύει των κανόνων, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει τη δύναμη που υπερασπίζεται τη συνεργασία, τη δημοκρατική διακυβέρνηση και τη διεθνή νομιμότητα. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχώρησε πάντοτε μέσα από κρίσεις.
Η Ευρώπη σήμερα, βρίσκεται μπροστά στην αλήθεια της ισχύος…
* Κατερίνα Μπατζελή, πρ. Υπουργός, βουλευτής, ευρωβουλευτής
Είναι μια στιγμή που αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή ανταγωνισμού ισχύος. Η Ευρώπη οφείλει να αναδιατάξει τις δυνάμεις της και να βρει τον ρόλο της σε αυτήν τη νέα εποχή ανατροπών και συγκρούσεων.
Για δεκαετίες η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδόμησε την επιρροή της κυρίως μέσα από την οικονομία, τη διπλωματία και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Στον κόσμο που αναδύεται όμως, οι κανόνες αυτοί αμφισβητούνται όλο και περισσότερο από την ωμή γεωπολιτική ισχύ.
Η κρίση με το Ιράν λειτουργεί έτσι, ως ένας καθρέφτης των παγκόσμιων ισορροπιών. Και μέσα από αυτόν τον καθρέφτη, η Ευρώπη βλέπει την…άβολη αλήθεια της! Το ότι: διαθέτει επαρκή οικονομική δύναμη και διπλωματία αλλά δεν έχει κατοχυρώσει τον ρόλο της ως ενός πραγματικού, γεωπολιτικού παίκτη.
Το ερώτημα λοιπόν δεν επικεντρώνεται απλά και μόνο τι θα συμβεί στη Μέση Ανατολή.
Τα ερωτήματα και το ιστορικό δίλημμα επεκτείνονται και στις μελλοντικές προκλήσεις και επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΕ θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις από το περιθώριο ή θα συνεχίσει να συμμετέχει με διαφορετικούς βηματισμούς και με αρρυθμίες ή θα εξελιχθεί σε πραγματικό γεωπολιτικό παράγοντα.
Η σύγκρουση με το Ιράν αποκάλυψε τις αντιφάσεις μεταξύ των βασικών πρωταγωνιστών και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν.
Δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρξουν πραγματικοί νικητές από τη σύρραξη γύρω από το Ιράν. Νικητές θα είναι μόνο, όσοι κατανοήσουν ότι ο κόσμος έχει ήδη αλλάξει και θα τολμήσουν να πάρουν μεγάλες αποφάσεις.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής υπενθυμίζει για ακόμη μία φορά ότι οι κρίσεις στην περιοχή, σπάνια εξελίσσονται σύμφωνα με τους σχεδιασμούς των μεγάλων δυνάμεων. Ο κίνδυνος ενός παρατεταμένου στρατηγικού αδιεξόδου παραμένει υπαρκτός, με επιπτώσεις στην παγκόσμια ασφάλεια αλλά και στην ενεργειακή σταθερότητα.
Για το Ισραήλ, η σύγκρουση μπορεί να δημιουργεί βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη στο εσωτερικό. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη εικόνα παραμένει αβέβαιη. Η αποσταθεροποίηση μιας μεγάλης περιφερειακής δύναμης όπως το Ιράν, ενδέχεται να οδηγήσει σε μια νέα περίοδο αλυσιδωτής αστάθειας στη Μέση Ανατολή, με συνέπειες που θα επηρεάσουν τελικά όλους τους παίκτες της περιοχής.
Στο ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι, η Ρωσία φαίνεται να έχει χάσει λιγότερα από όσα αρχικά προβλεπόταν. Οι ενεργειακές αναταράξεις που προκαλεί η κρίση τείνουν να αυξάνουν τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενισχύοντας τα έσοδα της Μόσχας. Ταυτόχρονα, η πίεση στα αποθέματα στρατιωτικού εξοπλισμού της Δύσης μπορεί να επηρεάσει έμμεσα τη στήριξη προς την Ουκρανία.
Η Κίνα, από την πλευρά της, επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρόλο του υπερασπιστή της πολυμέρειας και στα ισχυρά ενεργειακά και οικονομικά συμφέροντά της στο Ιράν. Το Πεκίνο θα επιδιώξει να ενισχύσει τη διπλωματική του επιρροή, αποτρέποντας μια γεωπολιτική αναδιάταξη που θα ενίσχυε μονομερώς τη δυτική παρουσία στην περιοχή.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ένας ακόμη από τους μεγάλους χαμένους είναι το ίδιο το διεθνές σύστημα και οι διεθνείς οργανισμοί. Η υποχώρηση του ρόλου των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου ως βασικών μηχανισμών διαχείρισης των διεθνών κρίσεων γίνεται όλο και πιο εμφανής.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής δεν είναι ένα μακρινό γεγονός για την εκείνην. Η ΕΕ εξακολουθεί να εμφανίζεται διστακτική και θεσμικά κατακερματισμένη στην προσπάθεια διαμόρφωσης μιας ενιαίας εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Ακόμη και όταν απαιτείται άμεση δράση, όπως στην πρόσφατη ενίσχυση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο, οι πρωτοβουλίες βασίζονται κυρίως σε διακρατικές συνεργασίες και όχι στους ίδιους τους θεσμούς της Ένωσης.
Η κρίση αυτή εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική αφύπνισης. Σε συνδυασμό μάλιστα και με τις προκλήσεις που θέτει η αμερικανική πολιτική υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, καθιστά σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αντιμετωπίσει αποφασιστικά τις θεσμικές και διοργανικές της αδυναμίες.
Ήδη βρίσκεται στο τραπέζι των συζητήσεων η ιδέα μιας «πρωτοπορίας» ευρωπαϊκών χωρών με δημογραφικό και οικονομικό βάρος που μπορούν να προωθήσουν βαθύτερη ολοκλήρωση. Η ιδέα αυτή δεν είναι νέα. Ωστόσο, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών εντάσεων αποκτά νέα δυναμική. Χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Ολλανδία συζητείται ότι μπορούν σχηματοποιήσουν μια κρίσιμη μάζα που θα επιταχύνει την ευρωπαϊκή ενοποίηση και ολοκλήρωση σε τομείς όπως η άμυνα, η τεχνολογία και η βιομηχανική πολιτική.
Στο πλαίσιο των συζητήσεων αυτών όμως, δημιουργούνται εύλογες ανησυχίες από τις μικρότερες χώρες της Ένωσης, οι οποίες φοβούνται ότι μια «Ευρώπη των μεγάλων» θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα «άτυπο διευθυντήριο» που θα καθορίζει την ευρωπαϊκή ατζέντα.
Ο αντίλογος φυσικά δεν είναι η απόρριψη κάθε μορφής σταδιακής ολοκλήρωσης. Αντίθετα, η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει δείξει ότι μηχανισμοί όπως η «ενισχυμένη συνεργασία» μπορούν να επιτρέψουν σε ομάδες κρατών να προχωρήσουν ταχύτερα, διατηρώντας όμως το σχήμα ανοικτό για όσους επιθυμούν να συμμετάσχουν αργότερα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τέτοιες πρωτοβουλίες πρέπει να παραμένουν εντός των ευρωπαϊκών θεσμών, να είναι διαφανείς και να βασίζονται σε σαφείς κανόνες συμμετοχής.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η νέα αυτή συζήτηση καθιστά απαραίτητη μια πιο ενεργή στρατηγική.
Πρώτον, κάθε νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία σε κρίσιμους τομείς, όπως άμυνα, ενέργεια, βιομηχανία, πρέπει να παραμένει ανοιχτή σε όλα τα κράτη που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια συμμετοχής.
Δεύτερον, η διαδικασία λήψης αποφάσεων πρέπει να συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα στο δημογραφικό βάρος και στη συμμετοχή των κρατών, ώστε να αποφεύγεται η κυριαρχία των μεγαλύτερων οικονομιών.
Τρίτον, οι μικρότερες και μεσαίες χώρες της Ευρώπης οφείλουν να ενισχύσουν τις μεταξύ τους συμμαχίες, δημιουργώντας κοινά μέτωπα σε κρίσιμα ζητήματα όπως, η ενεργειακή ασφάλεια, η ναυτιλία, η προστασία των εξωτερικών συνόρων και η περιφερειακή συνοχή.
Η Ευρώπη όμως, την θεσμική και λειτουργική αυτή αναθεώρηση χρειάζεται να την συνδυάσει με μια νέα ευρύτερη στρατηγική ανασύνταξης, της ανάπτυξης και ασφάλειας της. Μετά το Ιράν είναι η ώρα για μια γεωπολιτική Ευρώπη.
Πρώτον, πρέπει να επενδύσει αποφασιστικά στην στρατηγική της αυτονομία. Αυτό απαιτεί ανάπτυξη πραγματικών ευρωπαϊκών δυνατοτήτων άμυνας, τεχνολογίας και βιομηχανικής ισχύος.
Δεύτερον, μπορεί να επανακτήσει τον διπλωματικό της ρόλο, προωθώντας μια νέα διεθνή πρωτοβουλία για την ασφάλεια στον Περσικό Κόλπο, με τη συμμετοχή περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων.
Τρίτον, η ενεργειακή πολιτική της, να προσαρμοστεί στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, μειώνοντας τις εξαρτήσεις και ενισχύοντας τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας.
Τέταρτον, η γεωπολιτική ισχύς της δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινωνική και οικονομική συνοχή που αποτελούν προϋποθέσεις για μια πραγματικά ισχυρή γεωπολιτικά Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, οφείλει να επαναδιεκδικήσει τον ρόλο της, ως υπερασπιστής του διεθνούς δικαίου και της πολυμερούς συνεργασίας.
Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς τείνει να υπερισχύει των κανόνων, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει τη δύναμη που υπερασπίζεται τη συνεργασία, τη δημοκρατική διακυβέρνηση και τη διεθνή νομιμότητα. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχώρησε πάντοτε μέσα από κρίσεις.
Η Ευρώπη σήμερα, βρίσκεται μπροστά στην αλήθεια της ισχύος…
* Κατερίνα Μπατζελή, πρ. Υπουργός, βουλευτής, ευρωβουλευτής
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα