Γιατί το Ιράν θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του: Η νέα στρατηγική απέναντι στις ΗΠΑ μετά από έξι μήνες πολέμου

Γιατί το Ιράν θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του: Η νέα στρατηγική απέναντι στις ΗΠΑ μετά από έξι μήνες πολέμου

Έξι μήνες πολέμου έχουν αφήσει το Ιράν σοβαρά πληγωμένο, αλλά όχι ηττημένο, με την Τεχεράνη να πιστεύει ότι ο χρόνος, η φθορά και το αυξανόμενο κόστος για την Ουάσιγκτον μπορεί να αποτελέσουν το μεγαλύτερο όπλο της

Γιατί το Ιράν θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του: Η νέα στρατηγική απέναντι στις ΗΠΑ μετά από έξι μήνες πολέμου
Όταν οι πρώτες αμερικανικές και ισραηλινές επιδρομές ξεκινούσαν στις 28 Φεβρουαρίου, στην Ουάσιγκτον κυριαρχούσε η βεβαιότητα ότι η συντριπτική διαφορά ισχύος θα μπορούσε να μεταφραστεί και σε ένα γρήγορο πολιτικό αποτέλεσμα.

Έξι μήνες αργότερα, το Ιράν έχει πληρώσει βαρύ τίμημα, στρατιωτικά και οικονομικά, σημαντικές υποδομές του έχουν πληγεί και η πίεση στο εσωτερικό είναι τεράστια. Κι όμως, οι τελευταίες αμερικανικές εκτιμήσεις περιγράφουν μια εξέλιξη που στην αρχή του πολέμου δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχία για την Τεχεράνη: το ιρανικό καθεστώς εμφανίζεται σήμερα περισσότερο, όχι λιγότερο, βέβαιο για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να πολεμήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όχι επειδή πιστεύει ότι μπορεί να τις νικήσει σε μια συμβατική στρατιωτική αναμέτρηση. Αλλά επειδή μέσα σε έξι μήνες έχει μάθει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει χωρίς να προκαλέσει το χτύπημα που θα απειλούσε πραγματικά την ίδια την επιβίωσή του. Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο αποτέλεσμα του πολέμου μέχρι σήμερα. Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Τεχεράνη έχει πλέον πολύ καθαρότερη εικόνα τόσο των δικών της δυνατοτήτων όσο και των περιορισμών του αντιπάλου της.

Έχει δει ποια συστήματα επιβιώνουν, πόσους πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη μπορεί να εξακολουθεί να εκτοξεύει, πώς αντιδρούν οι αμερικανικές δυνάμεις όταν χτυπώνται οι βάσεις τους και, κυρίως, πόσο ευαίσθητη παραμένει η Ουάσιγκτον όταν ο πόλεμος περνά από το πεδίο των επιχειρήσεων στο πεδίο της οικονομίας και της εσωτερικής πολιτικής.

Το Ιράν δεν έγινε ισχυρότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έγινε όμως πιθανότατα καλύτερο στο να χρησιμοποιεί τις αδυναμίες μιας πολύ ισχυρότερης χώρας εναντίον της.

Από την επιβίωση στην «αυτοπεποίθηση»

Η αντοχή βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στον πυρήνα της ιρανικής στρατιωτικής λογικής. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι δεν διαθέτει αεροπορία αντίστοιχη της αμερικανικής, ότι δεν μπορεί να κυριαρχήσει στους αιθέρες και ότι σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση οι ένοπλες δυνάμεις της θα υποστούν τεράστιες απώλειες.

Η στρατηγική της οικοδομήθηκε γι' αυτό ακριβώς πάνω σε κάτι διαφορετικό: στην ικανότητα να απορροφά το πρώτο χτύπημα και στη συνέχεια να διαχέει το κόστος του πολέμου σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή.

Πύραυλοι, drones, δίκτυα συνεργαζόμενων οργανώσεων, ναυτικές επιχειρήσεις χαμηλού κόστους, κυβερνοεπιθέσεις και απειλή κατά των ενεργειακών ροών αποτελούν κομμάτια του ίδιου μηχανισμού. Οι έξι μήνες πολέμου λειτούργησαν για το Ιράν και ως μια εξαιρετικά σκληρή άσκηση πραγματικών συνθηκών. Η ηγεσία του έχει διαπιστώσει ποια τμήματα του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν μετά από επαναλαμβανόμενα πλήγματα.

Σύμφωνα με τις αμερικανικές εκτιμήσεις, διαθέτει ακόμη σημαντικό απόθεμα πυραύλων και drones, ενώ η πολιτική ηγεσία, αντί να διασπαστεί υπό την πίεση, εμφανίζεται περισσότερο συσπειρωμένη. Η εσωτερική αντιπολίτευση έχει περιοριστεί και το καθεστώς δεν δείχνει, τουλάχιστον προς το παρόν, να βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο εσωτερικής κατάρρευσης που αρκετοί θεωρούσαν πιθανό στην αρχή της σύγκρουσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τεχεράνη βγήκε αλώβητη. Σημαίνει όμως κάτι εξίσου σημαντικό: το Ιράν φαίνεται να έχει πειστεί ότι μπορεί να υποστεί πολύ μεγαλύτερη ζημιά απ' όση πίστευαν οι αντίπαλοί του χωρίς να αλλάξει πολιτική. Και όσο περισσότερο εμπεδώνεται αυτή η πεποίθηση τόσο δυσκολότερη γίνεται οποιαδήποτε προσπάθεια εξαναγκασμού του.

Τα στενά του Ορμούζ ως όπλο

Πουθενά αυτή η νέα ιρανική «αυτοπεποίθηση» δεν φαίνεται περισσότερο από ό,τι στα Στενά του Ορμούζ.

Για δεκαετίες η δυνατότητα της Τεχεράνης να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στο στενό αποτελούσε την απόλυτη ιρανική απειλή. Το Ιράν ήξερε ότι κρατούσε στα χέρια του ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη, αλλά γνώριζε επίσης ότι η πλήρης διακοπή της κυκλοφορίας θα μπορούσε να προκαλέσει συντριπτική αμερικανική αντίδραση.

Ο σημερινός πόλεμος τού επέτρεψε να μετρήσει πολύ ακριβέστερα τα περιθώρια ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Τα στοιχεία των τελευταίων ημερών είναι ενδεικτικά. Στις 4 Σεπτεμβρίου μόλις τέσσερα εμπορικά πλοία καταγράφηκαν να περνούν από τα Στενά, έναντι μέσου όρου 15 το προηγούμενο δεκαήμερο και περίπου 125 ημερησίως πριν από τον πόλεμο. Την ίδια ώρα το Brent έκλεισε την εβδομάδα στα 92,68 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο 7,6%, ενώ οι τιμές του ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ιρανική μόχλευση. Ένας πύραυλος που πλήττει μια στρατιωτική εγκατάσταση έχει συγκεκριμένο και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Η αβεβαιότητα γύρω από τον Ορμούζ μπορεί να μεταφέρει το κόστος του ίδιου πυραύλου σε δεξαμενόπλοια, ασφαλιστικές εταιρείες, αγορές ενέργειας, πρατήρια καυσίμων και τελικά στον Αμερικανό ψηφοφόρο. Η Τεχεράνη φαίνεται πλέον να γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται να κλείσει απολύτως τα Στενά. Αρκεί να διατηρεί αρκετή αβεβαιότητα ώστε η παγκόσμια αγορά να τιμολογεί καθημερινά τον κίνδυνο ενός γενικευμένου πολέμου.

Η Αμερική μπορεί να χτυπά – αλλά για πόσο;

Οι νέες εκτιμήσεις έχουν και μια δεύτερη διάσταση, ίσως πιο ανησυχητική για την Ουάσιγκτον. Στην Τεχεράνη φαίνεται να έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι ούτε η αμερικανική στρατιωτική ισχύς είναι ανεξάντλητη.

Η εκτίμηση ότι τα αποθέματα συγκεκριμένων πυρομαχικών και αναχαιτιστικών συστημάτων πιέζονται από μια παρατεταμένη σύγκρουση δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί πλήρως από ανοικτές πηγές και παραμένει μέρος των αξιολογήσεων που έχουν τεθεί υπόψη Αμερικανών αξιωματούχων. Ωστόσο η ίδια η διάρκεια του πολέμου έχει αλλάξει τα δεδομένα.

Άλλο είναι να εξαπολύεις μια συντριπτική επιχείρηση μερικών ημερών και άλλο να συντηρείς επί μήνες δυνάμεις, αεράμυνα, ναυτικές μονάδες και δυνατότητα ταυτόχρονης προστασίας δεκάδων εγκαταστάσεων σε μια περιοχή που εκτείνεται από τον Περσικό Κόλπο έως την Ιορδανία και το Ιράκ. Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει αυτές τις δυνάμεις για να πετύχει τον στόχο του. Χρειάζεται να τις κρατά σε διαρκή συναγερμό. Ένας σχετικά φθηνός πύραυλος ή ένα drone μπορεί να υποχρεώσει την άλλη πλευρά να χρησιμοποιήσει πολύ ακριβότερα συστήματα αναχαίτισης και να διατηρεί συνεχώς μεγάλες δυνάμεις στην περιοχή. Πρόκειται για έναν πόλεμο αριθμητικής και αντοχής στον οποίο η Τεχεράνη δεν επιδιώκει να κερδίσει μία αποφασιστική μάχη.

Επιδιώκει να κάνει κάθε επόμενη εβδομάδα του πολέμου ακριβότερη από την προηγούμενη.

Ο πόλεμος περνά μέσα στα αμερικανικά σπίτια

Το δεύτερο μέτωπο δεν βρίσκεται καν στη Μέση Ανατολή. Οι κυβερνοεπιχειρήσεις είναι ο φθηνότερος τρόπος για την Τεχεράνη να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στην ίδια και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα τέλη Ιουλίου αμερικανικές αρχές προειδοποίησαν ότι εταιρείες ύδρευσης και αποχέτευσης σε τουλάχιστον επτά Πολιτείες είχαν δεχθεί επιθέσεις σε βιομηχανικά συστήματα ελέγχου, με ορισμένες περιπτώσεις να προκαλούν πραγματικές λειτουργικές διαταραχές. Οι αμερικανικές εκτιμήσεις που περιγράφονται τώρα θεωρούν ότι πίσω από ένα πολύ ευρύτερο κύμα επιθέσεων πιθανότατα βρίσκονταν χάκερ συνδεδεμένοι με το Ιράν. Μέχρι στιγμής δεν υπήρξε καταστροφή μεγάλης κλίμακας ούτε κάποια επίθεση που να απειλήσει σοβαρά την παροχή νερού ή το ενεργειακό δίκτυο των ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν ακυρώνει τη χρησιμότητα των κυβερνοεπιθέσεων για την Τεχεράνη. Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα να βυθιστεί μια αμερικανική πόλη στο σκοτάδι. Αρκεί να δημιουργηθεί στον πολίτη η αίσθηση ότι ένας πόλεμος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μπορεί ξαφνικά να επηρεάσει το νερό, τη βενζίνη, την ηλεκτροδότηση ή την καθημερινότητά του.

Ακόμη και μια αποτυχημένη επίθεση μπορεί να λειτουργήσει πολιτικά εφόσον υπενθυμίζει στους Αμερικανούς ότι η σύγκρουση έχει κόστος και στο εσωτερικό. Το ίδιο ισχύει και για το πληροφοριακό πεδίο. Η εμφάνιση μικρών δικτύων λογαριασμών ιρανικής προέλευσης που αναπαράγουν περιεχόμενο γύρω από την αμερικανική πολιτική, συχνά με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, δεν αποτελεί από μόνη της επιχείρηση ικανή να αλλάξει μια εκλογή. Δείχνει όμως προς ποια κατεύθυνση κινείται η στρατηγική της Τεχεράνης: κάθε ρωγμή στην αμερικανική κοινωνία μπορεί να αποκτήσει αξία εάν αυξάνει το πολιτικό κόστος της συνέχισης του πολέμου.

Το ημερολόγιο της Τεχεράνης γράφει Νοέμβριο

Εδώ μπαίνουν στην εξίσωση οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές. Τον Νοέμβριο κρίνονται και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων αλλά και περίπου το ένα τρίτο της Γερουσίας. Για το Ιράν αυτό δημιουργεί έναν ορίζοντα που δεν είναι στρατιωτικός αλλά πολιτικός. Αν η Τεχεράνη θεωρεί –ορθώς ή λανθασμένα– ότι ο πόλεμος, οι υψηλές τιμές των καυσίμων και η απουσία μιας καθαρής νίκης φθείρουν τον Ντόναλντ Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς, τότε δεν έχει κανέναν προφανή λόγο να επιδιώξει σήμερα μια συμφωνία την οποία θα μπορούσε να διαπραγματευτεί έπειτα από δύο ακόμη μήνες φθοράς. Αυτή ίσως είναι και η μεγαλύτερη αλλαγή σε σχέση με την αρχή του πολέμου. Τότε η Ουάσιγκτον υπολόγιζε ότι η στρατιωτική πίεση θα δημιουργούσε χρόνο εναντίον του Ιράν. Σήμερα υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο η Τεχεράνη να πιστεύει το ακριβώς αντίθετο: ότι κάθε εβδομάδα που περνά χωρίς κατάρρευση του καθεστώτος λειτουργεί υπέρ της. Κάθε αμερικανικό χτύπημα που δεν αλλάζει τη συμπεριφορά της, κάθε ημέρα με υψηλές τιμές ενέργειας και κάθε νέα επίθεση που αναγκάζει την Ουάσιγκτον να απαντήσει αποτελούν για τους Ιρανούς απόδειξη ότι μπορούν να αντέξουν λίγο ακόμη.

Όλα όμως έχουν ημερομηνία λήξης

Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να διαβαστούν όλα αυτά ως εικόνα ενός Ιράν που κερδίζει τον πόλεμο. Η χώρα υφίσταται οικονομική ασφυξία και η αμερικανική πίεση έχει αρχίσει να έχει αποτελέσματα που οι κυρώσεις μόνες τους δεν είχαν καταφέρει επί χρόνια. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, ο αποκλεισμός έχει περιορίσει δραματικά τις εξαγωγές ιρανικού αργού: από περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Μάρτιο, οι φορτώσεις τον Αύγουστο υποχώρησαν στην περιοχή των 220.000 έως 255.000 βαρελιών. Αυτό στερεί από την Τεχεράνη το βασικότερο κανάλι εισροής συναλλάγματος και αυξάνει την πίεση σε μια οικονομία που ήδη βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Η αντίφαση είναι προφανής αλλά εξηγεί και τη σημερινή φάση του πολέμου. Το Ιράν μπορεί να είναι στρατηγικά πιο σίγουρο την ίδια στιγμή που γίνεται οικονομικά πιο αδύναμο. Μπορεί να έχει μάθει πώς να προκαλεί κόστος στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτει απεριόριστο χρόνο για να το κάνει.

Και όσο αυξάνεται η πίεση τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος η αυτοπεποίθηση που περιγράφουν οι αμερικανικές υπηρεσίες να οδηγήσει σε λάθος υπολογισμό – σε ένα ιρανικό χτύπημα με περισσότερους νεκρούς από όσους είχε προβλέψει η Τεχεράνη ή σε μια ενέργεια στα Στενά που θα αναγκάσει την Ουάσιγκτον να απαντήσει σε εντελώς διαφορετική κλίμακα. Έξι μήνες μετά, το βασικό πρόβλημα των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι ότι απέτυχαν να αποδείξουν τη στρατιωτική υπεροχή τους. Αυτή δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Το πρόβλημα είναι ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πολιτικό εξαναγκασμό. Αμερικανικά αεροσκάφη μπορούν να καταστρέψουν ιρανικές εγκαταστάσεις, να εξουδετερώσουν αντιαεροπορικά συστήματα και να πλήξουν στρατιωτικές μονάδες. Αυτό που δεν έχει αποδειχθεί είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν με αυτά τα χτυπήματα να αναγκάσουν την ηγεσία του Ιράν να πάρει την απόφαση που θέλει η Ουάσιγκτον.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης