Ο
Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ εμφανίστηκε με κοστούμι για την επινίκια ομιλία του αλλά η αλλαγή δεν ήταν απλώς ενδυματολογική. Ο υποψήφιος που είχε μετατρέψει το μαύρο εφαρμοστό μπλουζάκι και το τζιν σε πολιτική «στολή» έδειχνε να περνά ήδη από τη λογική της εσωκομματικής «εξέγερσης» στις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά δύσκολης γενικής εκλογής.
Η νίκη του στις προκριματικές εκλογές των
Δημοκρατικών για τη
Γερουσία στο
Μίσιγκαν αποτελεί μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες της προοδευτικής πτέρυγας του κόμματος τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο επειδή επικράτησε της μετριοπαθούς βουλευτού Χέιλι Στίβενς, αλλά επειδή το κατάφερε σε μια πολιτεία που δεν αποτελεί ασφαλές δημοκρατικό έδαφος. Το Μίσιγκαν ψήφισε τον
Ντόναλντ Τραμπ το 2024 και παραμένει ένα από τα πιο αμφίρροπα εκλογικά πεδία των
Ηνωμένων Πολιτειών.
Μέχρι σήμερα, αρκετές εκλογικές επιτυχίες της Αμερικανικής Αριστεράς είχαν σημειωθεί σε μεγάλες πόλεις ή σε περιφέρειες όπου η νίκη στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών ισοδυναμεί ουσιαστικά με εκλογή. Η περίπτωση του Ελ-Σαγέντ είναι διαφορετική. Τον Νοέμβριο θα πρέπει να απευθυνθεί όχι μόνο στους προοδευτικούς ψηφοφόρους του Ντιτρόιτ και του πανεπιστημιακού Μίσιγκαν, αλλά και σε ανεξάρτητους, εργατικές κοινότητες, προάστια και ψηφοφόρους που έχουν μετακινηθεί μεταξύ Δημοκρατικών και
Ρεπουμπλικανών.
Απέναντί του θα βρεθεί ο Ρεπουμπλικανός Μάικ Ρότζερς, πρώην μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων και ήδη δοκιμασμένος σε πολιτειακή εκλογική αναμέτρηση. Η σύγκρουση δεν θα αφορά μόνο δύο υποψηφίους. Θα αποτελέσει αναμέτρηση δύο διαφορετικών θεωριών για το πώς κερδίζεται σήμερα το αμερικανικό Κέντρο.
Η παραδοσιακή προσέγγιση των Δημοκρατικών υποστηρίζει ότι στις αμφίρροπες πολιτείες χρειάζονται μετριοπαθείς υποψήφιοι, προσεκτική γλώσσα και όσο το δυνατόν μικρότερη ιδεολογική απόσταση από τον μέσο ψηφοφόρο.
Ο Ελ-Σαγέντ αντιπροσωπεύει την αντίθετη λογική: Ότι η σαφής πολιτική ταυτότητα, η σύγκρουση με το κατεστημένο και η κινητοποίηση πολιτών που συνήθως απέχουν μπορούν να αποδειχθούν αποτελεσματικότερα από μια εκστρατεία προσαρμοσμένη στις παλαιότερες έννοιες της εκλογιμότητας.
Η ήττα του κομματικού μηχανισμού
Η επικράτηση του Ελ-Σαγέντ αποκτά μεγαλύτερο βάρος επειδή η Στίβενς είχε τη στήριξη σημαντικού μέρους του κομματικού μηχανισμού, πολιτικών προσωπικοτήτων και οργανώσεων που θεωρούσαν ότι εκείνη αποτελούσε την ασφαλέστερη επιλογή για τη γενική εκλογή. Η εκστρατεία εξελίχθηκε σε μία από τις ακριβότερες προκριματικές αναμετρήσεις στην ιστορία του Δημοκρατικού Κόμματος, με δεκάδες εκατομμύρια δολάρια εξωτερικών δαπανών να κατευθύνονται υπέρ της Στίβενς ή εναντίον του αντιπάλου της.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η εμπλοκή οργανώσεων που συνδέονται με το φιλοϊσραηλινό λόμπι AIPAC. Ο Ελ-Σαγέντ, επικριτής της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης προς το Ισραήλ, παρουσίασε αυτή την οικονομική παρέμβαση ως απόδειξη ότι η υποψηφιότητά του απειλούσε ισχυρά συμφέροντα. Η τακτική αποδείχθηκε αποτελεσματική στις προκριματικές. Τα χρήματα που δαπανήθηκαν εναντίον του δεν τον απομόνωσαν. Αντιθέτως, ενίσχυσαν την εικόνα του ως υποψηφίου που συγκρούεται με οικονομικά και πολιτικά κέντρα ισχύος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ίδιος μηχανισμός θα λειτουργήσει και στη γενική εκλογή. Στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, η επίθεση από το AIPAC μπορούσε να λειτουργήσει ως πιστοποιητικό ανεξαρτησίας. Απέναντι στους Ρεπουμπλικανούς, οι θέσεις του για το Ισραήλ, τη δημόσια υγεία, τη μετανάστευση και τις ομοσπονδιακές κοινωνικές δαπάνες θα παρουσιαστούν ως απόδειξη ιδεολογικού ριζοσπαστισμού.
Η εικόνα ως πολιτικό επιχείρημα
Η εμφάνιση του Ελ-Σαγέντ ήταν οργανικό τμήμα αυτής της στρατηγικής. Το μαύρο μπλουζάκι, το τζιν και η απουσία γραβάτας δεν αποτελούσαν απλώς προσπάθεια να εμφανιστεί νεότερος ή πιο προσιτός. Λειτουργούσαν ως οπτική απόρριψη της Ουάσιγκτον, των επαγγελματιών πολιτικών και της οικονομικής εξάρτησης των εκστρατειών. Η απλότητα ήταν προσεκτικά κατασκευασμένη. Το εφαρμοστό μπλουζάκι υπογράμμιζε τη σωματική του παρουσία και ενίσχυε την εικόνα του «μαχητή». Η έλλειψη εμφανών εμπορικών σημάτων παρέπεμπε σε έναν υποψήφιο που δεν ήθελε να ταυτιστεί με την οικονομική ελίτ. Ακόμη και η επανάληψη της ίδιας εμφάνισης μετέτρεπε το ρούχο σε πολιτικό σύμβολο, εύκολα αναγνωρίσιμο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το κοστούμι της επινίκιας ομιλίας, ωστόσο, αποκάλυψε τα όρια αυτής της στρατηγικής. Για να κερδίσει τις προκριματικές, ο Ελ-Σαγέντ έπρεπε να δείξει ότι δεν ανήκει στο σύστημα. Για να κερδίσει τη θέση στη Γερουσία, θα πρέπει ταυτόχρονα να πείσει ότι μπορεί να εκπροσωπήσει ολόκληρη την πολιτεία και να λειτουργήσει μέσα στους θεσμούς που καταγγέλλει.
Η δύσκολη κομματική επανένωση
Το πρώτο του καθήκον είναι η επανένωση των Δημοκρατικών. Η αναμέτρηση με τη Στίβενς υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή και άφησε «ουλές». Η μετριοπαθής πτέρυγα εξακολουθεί να φοβάται ότι οι θέσεις του Ελ-Σαγέντ μπορούν να στοιχίσουν στο κόμμα μία έδρα που είναι απαραίτητη για οποιαδήποτε προσπάθεια ανακατάληψης της Γερουσίας. Μετά το αποτέλεσμα, πάντως, η Στίβενς και ανώτερα στελέχη των Δημοκρατικών δήλωσαν ότι θα τον στηρίξουν απέναντι στον Ρότζερς. Η ενότητα αυτή είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί να αποτυπωθεί σε επίσημες ανακοινώσεις. Ο Ελ-Σαγέντ θα χρειαστεί χρηματοδότηση, κομματικές υποδομές και ενεργή υποστήριξη από ομάδες ψηφοφόρων που στις προκριματικές προτίμησαν την αντίπαλό του.
Ιδιαίτερη σημασία θα έχει η απόδοσή του στις αφροαμερικανικές κοινότητες, στους εβραϊκούς πληθυσμούς της πολιτείας και στα προάστια του Ντιτρόιτ. Η ισχυρή υποστήριξη από νέους και Άραβες Αμερικανούς τού προσφέρει μια σημαντική εκλογική βάση, δεν μπορεί όμως από μόνη της να εξασφαλίσει την πλειοψηφία σε ολόκληρο το Μίσιγκαν.
Μια έδρα με εθνική σημασία
Η αναμέτρηση αποκτά εθνική βαρύτητα επειδή το Μίσιγκαν αποτελεί ουσιαστικά έδρα που οι Δημοκρατικοί δεν έχουν την πολυτέλεια να χάσουν. Για να ανακτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, πρέπει όχι μόνο να διατηρήσουν τις αμφίρροπες έδρες που ήδη κατέχουν, αλλά και να αποσπάσουν αρκετές έδρες από τους Ρεπουμπλικανούς. Μια ήττα στο Μίσιγκαν θα έκανε τον στόχο ακόμη δυσκολότερο.
Γι’ αυτό και η υποψηφιότητα Ελ-Σαγέντ αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και κίνδυνο. Μπορεί να αποδείξει ότι ένας προοδευτικός υποψήφιος είναι σε θέση να δημιουργήσει νέο εκλογικό συνασπισμό, αυξάνοντας τη συμμετοχή νέων, μειονοτήτων και απογοητευμένων πολιτών. Μπορεί όμως επίσης να επιβεβαιώσει τους φόβους των μετριοπαθών ότι η γλώσσα της εσωκομματικής εξέγερσης δυσκολεύεται να επιβιώσει όταν βρεθεί αντιμέτωπη με το σύνολο του εκλογικού σώματος.
Η νίκη στις προκριματικές έδειξε ότι ένα σημαντικό μέρος των Δημοκρατικών δεν θεωρεί πλέον τη μετριοπάθεια αυτονόητη προϋπόθεση εκλογιμότητας. Η γενική εκλογή θα δείξει εάν αυτή η μεταβολή αφορά μόνο το κόμμα ή ολόκληρη την αμερικανική κοινωνία.
Μέχρι τότε, η σταδιακή επιστροφή του Ελ-Σαγέντ στο σακάκι μπορεί να διαβαστεί ως η πρώτη ένδειξη προσαρμογής. Δεν εγκαταλείπει αναγκαστικά την εικόνα του αντισυστημικού υποψηφίου, επιχειρεί να τη διευρύνει, ώστε ο «μαχητής» των προκριματικών να εμφανιστεί και ως αξιόπιστος γερουσιαστής.
Αυτή η ισορροπία –ανάμεσα στην εξέγερση και τη θεσμικότητα, στην κινητοποίηση της βάσης και την κατάκτηση του κέντρου - θα κρίνει όχι μόνο την πολιτική του διαδρομή, αλλά και μία από τις σημαντικότερες εκλογικές μάχες του Νοεμβρίου.